Η ελληνοτουρκική διαμάχη ως μέρος ευρύτερων αντιπαραθέσεων

3ο Μέρος: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε νέες περιπέτειες…

Η ελληνοτουρκική διαμάχη ως μέρος ευρύτερων αντιπαραθέσεων

Στο προηγούμενο άρθρο μιλήσαμε για τη μεγάλη γεωπολιτική αξία του νότιου διαδρόμου, και δείξαμε τις αιτίες όξυνσης των αντιπαραθέσεων στα εδάφη του.

Του Γιάννη Χουβαρδά
Πολιτικού Επιστήμονα

Σήμερα θα παρουσιάσουμε την επίδραση αυτών των αντιπαραθέσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Αρχικά επισημαίνουμε τη μεταβατική φάση που περνά όλος ο νότιος διάδρομος, η οποία χαρακτηρίζεται από επικίνδυνες εξελίξεις όπως:

Η όξυνση της διαμάχης ανάμεσα στις υπερδυνάμεις.

Η Ρωσία με την εμπλοκή της στη Συρία αναβαθμίζει το ρόλο της. Το ίδιο πετυχαίνει και η Κίνα μέσω συμφωνιών που συνάπτει με τοπικούς παίκτες. Παράλληλα οι Η.Π.Α αναπροσαρμόζουν τη στρατηγική τους. Θέλουν να αντιστρέψουν την αρνητική κατάσταση που διαμορφώνει η πορεία του πολέμου. Ταυτόχρονα η Μ. Βρετανία επαναξιολογεί την εξωτερική της πολιτική, επιδιώκοντας ενεργότερη παρέμβαση στα δρώμενα. Αντίστοιχα πράττει και η Ε.Ε, αναπροσαρμόζοντας τη σχέση της με τις Η.Π.Α.

Η ανακατάταξη της ισχύος ανάμεσα στους περιφερειακούς παίκτες. Ζήτημα που σχετίζεται με την πολιτική των υπερδυνάμεων.

Το Ιράν ευνοείται από τον πόλεμο σε Συρία και Ιράκ. Συγχρόνως το Ισραήλ και η Αίγυπτος επανακάμπτουν ως αξιόπιστοι εταίροι για τις υπερδυνάμεις. Αντίθετα η Σαουδική Αραβία, εξασθενημένη από την πτώση της τιμής του πετρελαίου και την πορεία του πολέμου σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη, ανησυχεί για την αναβάθμιση του ανταγωνιστικού Ιράν.

Η εντονότερη μεθόδευση  επικίνδυνων ζητημάτων από παγκόσμιους και περιφερειακούς παίκτες.

Αυτά είναι η συντελούμενη διάσπαση του Ιράκ, της Λιβυής, της Συρίας, του Λιβάνου και της Υεμένης, η απόπειρα ομοσπονδοποίησης της Κύπρου και της Π.Γ.Δ.Μ, η αναζωπύρωση της διαμάχης σε Κόσσοβο, Βοσνία, Ναγκόρνο Καραμπάχ, Κριμαία και Παλαιστίνη, η κλιμάκωση της σύγκρουσης στην Ουκρανία, η κυβερνητική κρίση σε Μαυροβούνιο, Βουλγαρία και Ρουμανία.

Αμερικανοι στρατιώτες στο πλευρό του PYD Βόρεια Συρία

Εύκολα λοιπόν οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι συγκρούσεις θα ενταθούν σε όλο το νότιο διάδρομο. Αυτό σημαίνει ότι οι όποιοι συμβιβασμοί επιτυγχάνονται ή επιτευχθούν ανάμεσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, δε μπορούν να εγγυηθούν τη μελλοντική ειρήνη και σταθερότητα. Αντιθέτως θα είναι προσωρινοί και θα υποδαυλίζουν νέες διαμάχες.

Σε αυτό το σημείο θα δείξουμε πώς οι νέες εξελίξεις στο νότιο διάδρομο συνδέονται με την ένταση της ελληνοτουρκικής κόντρας και την ενεργότερη εμπλοκή των υπερδυνάμεων σε αυτήν.

Τα δεδομένα που αναβαθμίζουν τη σημασία του τριγώνου Κύπρος – Τουρκία – Ελλάδα για τις οικονομικές ελίτ των υπερδυνάμεων.

Η κρισιμότητα της γεωγραφικής του θέσης στην προώθηση γενικότερων στρατιωτικών σχεδιασμών, αφού χρησιμεύει στη μεταφορά πολιτικού, οικονομικού και στρατιωτικού υλικού σε Βαλκάνια, Καύκασο, Μ. Ανατολή, Β. Αφρική και Μαύρη Θάλασσα.

Επιπρόσθετα οι στρατιωτικές βάσεις της Σούδας και του Ιντσιρλίκ αξιοποιούνται από το ΝΑΤΟ στις επιχειρήσεις του σε Μ. Ανατολή και Β. Αφρική. Για τον ίδιο λόγο η Μ. Βρετανία αναβαθμίζει τις βάσεις της στην Κύπρο. Τέλος τα στενά του Βοσπόρου και το Αιγαίο αποτελούν τη μοναδική δίοδο των ρωσικών πολεμικών πλοίων στην Αν. Μεσόγειο.

Το ρωσικό αεροπλανοφόρο «Αντμιράλ Κουζνετσόφ» Συρία

Η ανάδειξη του σε εμπορικό και ενεργειακό κόμβο. Ανταγωνιστικοί αγωγοί όπως ο TAP, ο TURKISH STREAM κ.α διέρχονται ή θα διέλθουν από την επικράτεια του. Ακόμη μέσω αυτού συνδέονται εμπορικά η Ευρώπη, η Ρωσία, η Αφρική και η Ασία.

Επιπλέον ο κινεζικός δρόμος του μεταξιού απλώνεται στα λιμάνια και τους σιδηροδρόμους του.

Η εύρεση νέων μεγάλων ενεργειακών κοιτασμάτων, ο έλεγχος των οποίων προκαλεί ανταγωνισμό ανάμεσα σε εταιρίες κολοσσούς από διάφορες χώρες.

Για τους παραπάνω λόγους οι Η.Π.Α και η Ε.Ε δραστηριοποιούνται εντονότερα με σκοπό να αποκόψουν την Ελλάδα και την Τουρκία από τη Ρωσοκινεζική επιρροή. Έτσι ασκούν πίεση στην ελληνική πλευρά ώστε να μην επιτρέπει τον ανεφοδιασμό ρωσικών πολεμικών πλοίων στα λιμάνια της.

Επίσης με αφορμή την προσφυγική κρίση μονιμοποιούν τη νατοϊκή παρουσία στο Αιγαίο. Παράλληλα θέλουν αποδυναμωμένες τις δύο χώρες ώστε να ελαττωθούν τα περιθώρια διαφοροποίησης τους από τις δικές τους επιδιώξεις. Συνεπώς αντιτίθενται στην παροχή διευκολύνσεων στις ελληνικές κυβερνήσεις για την πληρωμή του δημοσίου χρέους της χώρας.

Την ίδια ώρα διαπληκτίζονται με την Τουρκική κυβέρνηση για την πορεία των δημοκρατικών δικαιωμάτων και τη στήριξη της ισλαμικής τρομοκρατίας στη γείτονα χώρα.

Από την άλλη μεριά η Ρωσία και η Κίνα, δραστηριοποιούνται περισσότερο στην κατεύθυνση να μειώσουν την εξάρτηση των δύο χωρών από τη δύση. Όμως η δραστηριότητά τους περιορίζεται από τα όρια που θέτει ο ανταγωνισμός με τις άλλες υπερδυνάμεις.

Ως συνέπεια αυτού του γεγονότος η Ρωσία δε στήριξε την Ελλάδα στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές το 2015, όντας επιφυλακτική στην αντίδραση των Η.Π.Α και της Γερμανίας.

Οι αιτίες όξυνσης της επιθετικότητας εκ μέρους της τουρκικής άρχουσας τάξης.

Η άσχημη πορεία της οικονομίας. Πρόβλημα που επιδεινώνεται από τις εσωτερικές πολιτικές ταραχές και τις εξελίξεις στην περιοχή. Παρά τις τεράστιες δημόσιες επενδύσεις, η τουρκική λίρα καταρρέει, το δημοσιονομικό έλλειμα αυξάνεται, η ανεργία διογκώνεται, τα χρέη των νοικοκυριών και το κόστος του κρατικού δανεισμού μεγαλώνουν.

Η αποτυχία των σχεδιασμών της σε Συρία και Ιράκ. Η Τουρκία επένδυσε στην αποσταθεροποίηση της Συρίας και του Ιράκ, στοχεύοντας στην αύξηση της επιρροής της στις δύο χώρες. Εντούτοις η πορεία του πολέμου δε δικαιώνει τις επιδιώξεις της. Σταδιακά οι κυβερνήσεις των δύο χωρών περιορίζουν την τουρκική επιρροή.

Η επικείμενη δημιουργία 2ου αυτόνομου κουρδικού κράτους. Βασική επιδίωξη της Τουρκίας σε Συρία και Ιράκ είναι ο προσεταιρισμός των Κούρδων που ζουν εκεί. Ως δόλωμα πλασάρονται τα δήθεν οικονομικά οφέλη που θα προκύψουν για αυτούς, από την ισχυροποίηση της «νέο οθωμανική αυτοκρατορίας». Στήριγμα στην προσπάθειά της αποτελεί η διοίκηση του αυτόνομου Ιρακινού Κουρδιστάν.

Μολαταύτα οι εξελίξεις οδηγούν στη δημιουργία κουρδικής κρατικής οντότητας στη Συρία, υπό τον έλεγχο του κόμματος PYD. Κόμμα που έχει συγγενική καταγωγή και ιδεολογία με το εχθρικό προς την Τουρκία PKK. Εκτός από αυτό το PKK αυξάνει την επιρροή του και στο Ιρακινό Κουρδιστάν.

Η  χειροτέρευση των σχέσεων της με όλες τις υπερδυνάμεις. Αυτή η εξέλιξη είναι προϊόν της διαφοροποίησης των συμφερόντων της από αυτά των δυτικών συμμάχων. Παράλληλα ενισχύεται από τα διαχρονικά αντικρουόμενα συμφέροντα που έχει με τη Ρωσία και την Κίνα.

Κομβικά σημεία στη διαφωνία Τουρκίας – υπερδυνάμεων είναι το ενδεχομενο παραμονής Άσαντ στην εξουσία και η δημιουργία κουρδικού κράτους υπό το PYD, ζητήματα που προκαλούν την αντίδραση της Άγκυρας.

Οι παραπάνω εξελίξεις αμφισβητούν το δόγμα που θεμελίωσε ο Κεμάλ, ένα έθνος – ένα κράτος – μια θρησκεία – μία γλώσσα, πάνω στο οποίο στηρίζεται η σύγχρονη Τουρκία. Αφενός γιατί η δημιουργία 2ου Κουρδικού κράτους, διευκολύνει τη δημιουργία και τρίτου Κουρδικού κράτους εντός της επικράτειά της, αφετέρου γιατί ανοίγει ο δρόμος για την ομοσπονδοποίηση και της Τουρκίας, μιας χώρας με πολλούς λαούς, γλώσσες και θρησκείες.

Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο η τουρκική άρχουσα τάξη οριοθετεί γραμμή άμυνας έξω από τα σύνορα του κράτους της.

Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις Ερντογάν:

«Η ασφάλεια της Τουρκίας δεν ξεκινάει από τη Γκαζιάντεπ αλλά από το Χαλέπι (Συρία), … δεν ξεκινάει από τη Μερσίνα αλλά από την Κύπρο, δεν ξεκινάει από το Αρτβιν αλλά από το Βατούμι (Γεωργία), δεν ξεκινάει από τη Θράκη αλλά από τα Βαλκάνια».

Γι’ αυτό το λόγο το τουρκικό κράτος εισέβαλε σε Συρία και Ιράκ, σκληραίνει τη στάση του σε Αιγαίο και Κύπρο, παρεμβαίνει σε Αλβανία, Κόσσοβο, Π.Γ.Δ.Μ, Κριμαία και Καύκασο, προσεταιρίζεται τουρκογενή κόμματα σε Θράκη και Βουλγαρία, ανεβάζει τους τόνους απέναντι στο Ιράν. Αναντίρρητα η υλοποίηση αυτών των σχεδιασμών προϋποθέτει τη στήριξη τους από κάποια υπερδύναμη αλλά και από ισχυρές χώρες της περιοχής.

Γι’ αυτό το τουρκικό κράτος  πλευρίζει τη Σαουδική Αραβία και τις μοναρχίες του περσικού κόλπου και επαναπροσεγγίζει την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Τέλος προσπαθεί να ωφεληθεί από τις κόντρες των υπερδυνάμεων, παζαρεύοντας μαζί τους ανταλλάγματα. Ωστόσο οι κινήσεις του δεν έχουν τα προσδοκόμενα αποτελέσματα. Έτσι ενισχύεται η νευρικότητα και η ανασφάλεια στο εσωτερικό της τουρκικής ελίτ.

Παράγοντες που καθορίζουν την αντίδραση της ελληνικής άρχουσας τάξης. 

  • Ο δανεισμός από Ε.Ε και Δ.Ν.Τ μεγαλώνει τις εξαρτήσεις από Η.Π.Α και χώρες τις Ε.Ε.
  • Το άνοιγμα σε Ρωσία και Κίνα φτάνει στα όρια του, λόγω της απροθυμίας όλων των εμπλεκόμενων μερών να έρθουν σε ρήξη με Η.Π.Α και Ε.Ε για την επιπλέον ανάπτυξη του.
  • Η οικονομία είναι αισθητά αποδυναμωμένη, ενώ η αναιμική ανάκαμψη που διαφαίνεται για το μέλλον κρίνεται επισφαλής λόγο της ρευστής διεθνούς κατάστασης.
  • Η υποχώρηση της ισχύος της έναντι των τοπικών ανταγωνιστών της.

Σε αυτά τα δεδομένα η ελληνική άρχουσα τάξη παλεύει για την ανάκτηση της παλιάς της ισχύος. Όρος για αυτό είναι η οικονομική της ενδυνάμωση, ζήτημα που προϋποθέτει από τη μία την προώθηση μέτρων ενάντια στο λαό της, από την άλλη τη βελτιστοποίηση  των όρων πληρωμής του δημοσίου χρέους.

Αυτή της την επιδίωξη υπηρετούν η ανάδειξη της χώρας σε εμπορικό και ενεργειακό κόμβο, αλλά και η συμμετοχή της στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της περιοχής. Επίσης σε αυτή συνεπικουρεί και η προσπάθεια του ελληνικού κράτους να πετύχει διεθνείς συμφωνίες, ώστε να διευκολυνθούν οι ελληνικές επενδύσεις στο εξωτερικό αλλά και οι ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα.

Γίνεται, επομένως, εύκολα αντιληπτό ότι η στρατηγική της ελληνικής άρχουσας τάξης εμπλέκει ακόμα περισσότερο τη χώρα στο κουβάρι των ανταγωνισμών και των αντιπαραθέσεων, αφού για την υλοποίηση της το ελληνικό κράτος μετέχει ενεργότερα τους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς.

Ως αντάλλαγμα ζητά διευκολύνσεις στην αποπληρωμή του χρέους, διείσδυση σε ξένες αγορές, διέλευση νέων αγωγών από τα εδάφη του, μεγαλύτερη συμμετοχή στην ενεργειακή εκμετάλλευση της περιοχής. Όσο βρίσκεται σε αδύναμη θέση δε λειτουργεί επιθετικά έναντι τρίτων χωρών.

Απεναντίας επιδιώκει την οικονομική συνεργασία μαζί τους. Για να αντιμετωπίσει όμως την επιθετικότητα της Τουρκίας, της Αλβανίας και της Π.Γ.Δ.Μ, διαμορφώνει αμυντικά σχήματα με Κύπρο, Αίγυπτο και Ισραήλ. Ταυτόχρονα Ζητά τη βοήθεια του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.

Αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα πως οι νέες διεθνείς εξελίξεις οδηγούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε μια νέα πιο δύσκολη περίοδο. Το παιχνίδι χοντραίνει επικίνδυνα, με πρώτα υποψήφια θύματα όπως πάντα, τους λαούς της Ελλάδας, της Τουρκία και της Κύπρου.

Στο επόμενο άρθρο  θα παρουσιάσουμε τα όρια που θέτουν οι παγκόσμιες αντιπαραθέσεις στην εξέλιξη της ελληνοτουρκικής διαμάχης.