ΠΕΚΛΑΡΙ: ένα ενδιαφέρον παράδειγμα τοπικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης

ΠΕΚΛΑΡΙ: ένα ενδιαφέρον παράδειγμα τοπικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης

Το δάσος δεν νοείται από τον χωρικό  με τον τρόπο που νοείται από την κρατική διοίκηση, τους επαγγελματίες «δασικούς» και τον αστικό πληθυσμό και, επιπλέον, οι διάφορες τοπικές στρατηγικές και πρακτικές διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος δείχνουν ότι εκεί όπου υπάρχει ανάγκη λαμβάνονται μέτρα προστασίας στο πλαίσιο μιας βιωματικής «αειφορικής αντίληψης», αφού οι χωρικοί γνωρίζουν πολύ καλά τα όρια των φυσικών πόρων που τους ανήκουν, όπως γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να επιβιώσουν εάν εξαντλήσουν αυτούς τους πόρους.

Από το βιβλίο, σελίδα 42.

Του Νίκου Φαλαγκάρα [nicfalag@yahoo.gr]
Του Νίκου Φαλαγκάρα
[nicfalag@yahoo.gr]

Ομολογώ ότι ποτέ δεν με συγκινούσαν, εκτός από κάποιες –δικαιολογημένες κατά την κρίση μου- εξαιρέσεις, τα ογκώδη βιβλία. Όχι μόνο τα λογοτεχνικά, όπου η ακατάσχετη φλυαρία είναι αφόρητη και (αυτο)καταστροφική, αλλά και τα επιστημονικά, τουλάχιστον αυτά για τα οποία μπορώ, λόγω «αρμοδιότητας», να έχω γνώμη.

Ο συγγραφέας, νομίζω, έχει, σε κάθε περίπτωση, χρέος να εκθέσει αυτά που έκρινε ότι έπρεπε να ξεδιπλώσει και ν’ απλώσει στο χαρτί, διαχειριζόμενος με οικονομία τις λέξεις, όχι μόνο για να μην επιβαρύνει υπερβολικά τον αναγνώστη, απαιτώντας απ’ αυτόν να τον παρακολουθήσει, επί ματαίω πολλές φορές, στις δαιδαλώδεις (δια)νοητικές διαδρομές του, αλλά γιατί πιστεύω ότι ο συμπυκνωμένος και λιτός γραπτός (και όχι μόνο) λόγος είναι συγγραφική αρετή.

Δεν είναι, φυσικά, εύκολο κάτι τέτοιο  (μια απλή ματιά στις προθήκες των βιβλιοπωλείων είναι η πειστικότερη απόδειξη επ’ αυτού) και ίσως γι’ αυτό είναι αρετή. Όταν πρόκειται πάντως για επιστημονικό πόνημα, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα, γιατί ο συγγραφέας χρειάζεται να εξαντλήσει την προσπάθειά του, ώστε και ο επιστημονικός λόγος να μείνει κυρίαρχος και άρτιος, αλλά και να ικανοποιήσει τα κριτήρια, τις ανάγκες αλλά και τις απαιτήσεις του μέσου αναγνώστη.

πεκλαριΌπως καταλαβαίνει κανείς, πρόκειται για λεπτή ισορροπία, που για να κρατηθεί ως το τέλος, απαιτεί γνώση, επάρκεια, πείρα, προσοχή και εγρήγορση από τον συγγραφέα. Από την ισορροπία αυτή, νομίζω, θα εξαρτηθεί και θα κριθεί η αίσια έκβαση του συγγραφικού εγχειρήματος.

Μου γεννήθηκαν οι παραπάνω σκέψεις και τις μεταφέρω επιγραμματικά εδώ, εν είδει προλόγου, διαβάζοντας το βιβλίο του καθηγητή της Κοινωνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων κ. Βασίλη Νιτσιάκου. Δεν είμαι, βέβαια, ούτε ειδικός, ούτε βιβλιοκριτικός για να το αποτιμήσω και να διατυπώσω έγκυρες αξιολογήσεις και κρίσεις.

Απλώς, μερικές γενικές εντυπώσεις μου θέλω να καταγράψω σ’ αυτό το σημείωμα, γιατί νομίζω ότι και ο κοινός αναγνώστης μπορεί κάποτε και δικαιούται να εκφράζει την (κατά το δυνατόν αιτιολογημένη) γνώμη του για ένα επιστημονικό βιβλίο.

Αρκεί, βέβαια, να μην αυθαιρετεί και γενικότερα να μην παραβιάζει κάποιες κόκκινες (συκοφαντημένες κι αυτές μέχρι που σκέφτεσαι αν πρέπει να χρησιμοποιήσεις τον όρο χωρίς να ανεκδοτολογείς) γραμμές, που εκ των πραγμάτων είναι χαραγμένες, έχοντας, σε κάθε περίπτωση, επίγνωση περί τίνος πράγματος αποφάσισε να μιλήσει δημόσια. Άλλωστε και οι κρίνοντες κρίνονται και οποιουδήποτε είδους ασυλία δεν υπάρχει για κανένα.

Ο καθηγητής κ. Βασίλης Νιτσιάκος, λοιπόν, ο οποίος δεν έχει ανάγκη, βέβαια, τις δικές μου συστάσεις, με το τελευταίο –μικρό το δέμας αλλά πολλαπλού ενδιαφέροντος- βιβλίο του, με τον τίτλο «ΠΕΚΛΑΡΙ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΙΚΡΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ», σελίδες 102, από τις εκδόσεις ΙΣΝΑΦΙ, μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το παράδειγμα  που αντλεί, μελετά και σχολιάζει από την κοινωνική και οικονομική οργάνωση ενός κοινοτικού σχηματισμού στην κατά τους τελευταίους αιώνες ιστορική του φάση.

μουλαριΠρόκειται για το χωριό Πεκλάρι (νέα ονομασία Πηγή) στην περιοχή της Κόνιτσας. Ο συγγραφέας ομιλεί μετά λόγου γνώσεως, πρώτον επειδή είναι επιστημονικά αρμόδιος και δεύτερον με τον χώρο αυτόν και τους ανθρώπους του έχει οικοδομήσει βαθιά βιωματική και συναισθηματική σχέση. Έτσι με αυτή την αρματωσιά επιχειρεί να προσεγγίσει εμπειρίες και τρόπο ζωής αυτής της μικρής κοινωνίας που συγχρόνως αναδεικνύουν και τα στοιχεία της πολιτισμικής της ταυτότητας.

Είναι αλήθεια ότι τα πρότυπα αυτά στις μέρες μας έχουν εκλείψει, όχι μόνο επειδή κάποτε, έτσι κι αλλιώς, θα ολοκλήρωναν τον βιολογικό τους κύκλο αλλά και λόγω γενικότερων και νομοτελειακών, έως βίαιων θα λέγαμε, πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων.

Στον αστερισμό της παγκοσμιοποίησης και  κυρίως της δεινής οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας (και όχι μόνο), μπορούμε να μιλάμε πια για ισοπεδωτικές ανατροπές, για να μην πούμε χαοτικές καταστάσεις.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα έλεγε κανείς ότι οι μορφές κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης όχι μόνο διαφέρουν απ’ αυτές του όχι μακρινού παρελθόντος, αλλά έχουν τείνουν προς την ομοιομορφία.

Οι τοπικές κοινωνίες συνεχώς συρρικνώνονται. Κλειστά σχολεία, κλειστά καφενεία και εκκλησιές, χέρσα χωράφια και γενικότερα μια εικόνα ερήμωσης και παρακμής. Ιδιαίτερα αρνητικό ρόλο στην υπόθεση αυτή έπαιξε και η τόσο διαφημισθείσα και πολλά υποσχόμενη αλλά ελάχιστα κομίσασα διοικητική μεταρρύθμιση (ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ – ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ, και γενικότερα η βαθμιαία γιγάντωση των αστικών κέντρων (υπηρεσίες, απασχόληση, υγεία, εκπαίδευση, πολιτισμός κ.λπ.) με την ταυτόχρονη αποδυνάμωση της περιφέρειας.

nitsiakosΠαρά ταύτα η περιφέρεια και ό,τι αυτή έχει να αντλήσει από το ιστορικό της παρελθόν στο σήμερα (και στο αύριο) πρέπει να κεντρίζει το διαρκές και  αμείωτο ενδιαφέρον μας. Όχι βέβαια από νοσταλγική παρόρμηση ή εξιδανίκευση του παρελθόντος που ποτέ δεν ήταν ανέφελο, αλλά μελετώντας το μπορούμε να αποκομίσουμε χρήσιμα στοιχεία για την αρτιότερη οργάνωση της σημερινής και αυριανής μας ζωής. Στο πνεύμα αυτό, νομίζω, κινείται η προσπάθεια του κ. Νιτσιάκου.

Μελετώντας το παράδειγμα της συγκεκριμένης τοπικής κοινωνίας, διαπιστώνει και αναδεικνύει τα θεμέλια πάνω στα οποία αυτή χτίστηκε.

Οικονομική αυτάρκεια που βασικά την προσφέρει το φυσικό περιβάλλον που για να συνεχίσει να την προσφέρει απαιτεί σεβασμό και προστασία από τη ληστρική εκμετάλλευση.

Συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων που βρέθηκαν στον ίδιο τόπο, παρά τις επιμέρους αντιθέσεις που για να μην υπονομεύσουν την κοινωνική συνοχή και συγκρότηση.

Τα στοιχεία αυτά, αφού προσαρμοστούν κατάλληλα στις σημερινές συνθήκες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κάθε το τόπο και χρόνο.

Σήμερα, βέβαια, το παράδειγμα του Πεκλαρίου δεν μπορεί να αναβιώσει και να χρησιμοποιηθεί σε μια σύγχρονη (μικρή ή μεγαλύτερη) οικονομία. Μπορεί ωστόσο το μοντέλο διαχείρισης (βιωματική αειφορία) και το ήθος της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης που το όριζαν να αποτελέσουν τα βασικά στοιχεία ενός νέου αξιακού κώδικα  που θα διέπει μια νέα κοινωνική και οικονομική οντότητα, έστω και σε μικρές κλίμακες.

Ο κ. Νιτσιάκος εστιάζει την προσοχή του σε ένα φαινομενικά απλό και καθημερινό γεγονός, στα κλαδερά, για να ξετυλίξει το κουβάρι ενός ολόκληρου τρόπου ζωής βάσει του οποίου διατηρήθηκαν ορισμένες ορεινές κοινότητες της Ηπείρου.

Τα κλαδερά είναι δέντρα που κλαδεύονται με συγκεκριμένο τρόπο σε συγκεκριμένους χρόνους για να εξασφαλίσουν την τροφή των ζώων τους χειμερινούς μήνες. Τα δέντρα αυτά τελούν υπό την προστασία και τη διαχείριση της κοινότητας εντός ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού πλαισίου κανόνων.

Ο συγγραφέας επισημαίνει στον πρόλογο:

«συνειδητοποίησα ότι τα κλαδερά δεν συνιστούν απλά μια πολύ σημαντική παραγωγική πρακτική αλλά ένα είδος κοινωνικού φαινομένου, με βάση το οποίο μπορεί κανείς να μελετήσει το σύστημα της τοπικής οικονομίας σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο μακράς διάρκειας… το κλαδερό μας δίνει τη δυνατότητα να διεισδύσουμε στα μυστικά των στρατηγικών επιβίωσης της κοινότητας και μέσω αυτών στην ίδια τη διαδικασία οικειοποίησης της φύσης, διαδικασία που παραπέμπει στην ίδια την έννοια του πολιτισμού με την ολική σημασία του όρου.

Συνεπώς, το κλαδερό είναι ένα μέσο για να μελετήσουμε την οικονομική, κοινωνική και την εν γένει πολιτισμική υπόσταση της κοινότητας. Επιπλέον, αυτή η συγκεκριμένη διαδικασία οικειοποίησης της φύσης, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ‘βιωματική αειφορία’, συνδυάζεται με έναν ιδιότυπο κοινωνικό εξισωτισμό…».

Το ενδιαφέρον αυτού του βιβλίου βρίσκεται στο ότι ασχολείται με μεγάλα ζητήματα (διάκριση φύσης – πολιτισμού, ορισμός του δάσους, τρόποι παραγωγής) έχοντας ως βάση μια μικρή ορεινή κοινότητα της Ηπείρου που σήμερα κατοικείται από λίγες δεκάδες συνταξιούχων. συνεισφορά αυτής της μονογραφίας συνίσταται σε τρία στοιχεία της.

Επίσης δε, στο ότι μας δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε ότι κάθε κοινωνικο-οικονομικό σύστημα ή φαινόμενο, όσο άρτια οργανωμένο και ισορροπημένο κι αν είναι, κάποτε ολοκληρώνει τον βιολογικό του κύκλο και παρακμάζει. Έτσι στη θέση του έρχεται ένα άλλο για να καλύψει το κενό που προκύπτει. Το αν αυτό το άλλο θα είναι καλύτερο ή πιο ανθεκτικό απέναντι στη δυναμική εξέλιξη των πραγμάτων είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων και σε κάθε περίπτωση μένει να το επιβεβαιώσει ο χρόνος.

Έχει εν τέλει εξαιρετικό ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς, με την πολύτιμη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και ανάλυσης που χρησιμοποιεί ο κ. Νιτσιάκος, μοντέλα οικονομικής δραστηριότητας σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο του οποίου η εδαφική κατασκευή κυρίως προσδιορίζει τους όρους και τα ακρότατα όρια αυτής της οικονομικής δραστηριότητας.

Η χρησιμότητα μιας τέτοιας προσέγγισης είναι προφανής και δεν περιορίζεται στα χωρικά όρια αυτού του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού.

Κι αυτό όχι μόνο γιατί το φαινόμενο αυτό θα το συναντήσει κανείς και σε άλλες τοπικές κοινωνίες με παρόμοια χαρακτηριστικά και δεδομένα αλλά και γιατί η φιλοσοφία αυτού του συστήματος μπορεί να αποτελέσει και στις μέρες μας το πλαίσιο και την κατεύθυνση, το ερέθισμα, αν προτιμάτε, για νέους πειραματισμούς που θα υπερβαίνουν μοντέλα που γνωρίσαμε, των οποίων η πρωτοφανής και γενικευμένη κρίση που διανύουμε, αν δεν συμπαρέσυρε, επέσπευσε το τέλος τους.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

 16/08/2016