Ύφεση ως και 4% φέτος και το χρέος της Ελλάδας στα… ύψη, προβλέπουν Κομισιόν και ΕΚΤ σε έκθεσή τους!

Ύφεση ως και 4% φέτος και το χρέος της Ελλάδας στα… ύψη, προβλέπουν Κομισιόν και ΕΚΤ σε έκθεσή τους!

assets_LARGE_t_420_54267680Τρόμο προκαλούν οι προβλέψεις που κάνουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) σε κοινή τους έκθεση σχετικά με την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια.

Στην έκθεση, η οποία συντάχθηκε στις 10 Ιουλίου δηλαδή μετά το αίτημα της Ελλάδας για νέο δάνειο, η Κομισιόν και η ΕΚΤ παραδέχονται (επί της ουσίας) ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, προβλέπουν ότι μπορεί να φτάσει ακόμη και στο εκκωφαντικό 187% του ΑΕΠ το 2020, ενώ αποκλείουν το ενδεχόμενο να υπάρξει ανάπτυξη σύντομα στην Ελλάδα, καθώς υπολογίζουν ότι η ύφεση φέτος θα κυμανθεί από 2% έως 4% φέτος, και από 0,5% έως 1,7% το 2016!

Το βασικό σενάριο προβλέπει πως η μακροχρόνια ανάπτυξη στην Ελλάδα θα είναι στο 1,8% και στο αντίξοο σενάριο στο 1,5%.

Σημειώνεται ότι η έκθεση συντάχθηκε στο πλαίσιο του αιτήματος της Ελλάδας για δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με την έκθεση ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να ανέλθει στο 165% το 2020, στο 150% το 2022 και στο 111% το 2030, με βάση το βασικό σενάριο.

Στο δυσμενές σενάριο, το χρέος προβλέπεται στο 187% το 2020, στο 176% το 2022 και στο 142% το 2030. Σημειώνεται ότι τον Απρίλιο του 2014, η Κομισιόν εκτιμούσε ότι το χρέος θα ανέρχονταν στο 125% του ΑΕΠ το 2020 και θα υποχωρούσε στο 112% μέχρι το 2022.

Σε ό,τι έχει να κάνει με το πρωτογενές έλλειμμα του Κρατικού Προϋπολογισμού, Κομισιόν και ΕΚΤ εκτιμούν πως θα διαμορφωθεί μεταξύ 0 και 1% στο σύνολο του έτους.

Η έκθεση αναγνωρίζει ουσιαστικά πως το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο και πως απαιτείται διευθέτηση (reprofiling), μέσω μεγάλης επέκτασης των ωριμάνσεων σε παλαιά και νέα δάνεια, μείωσης των επιτοκίων και χρηματοδότησης της Ελλάδας με επιτόκια που παραπέμπουν σε αξιολόγηση «ΑΑΑ». Παράλληλα, αναγνωρίζουν πως ο υψηλός λόγος χρέους προς ΑΕΠ και οι υψηλές χρηματοδοτικές ανάγκες προκαλούν «σοβαρές ανησυχίες» για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

«Οι ανησυχίες μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω ενός ευρείας κλίμακας αξιόπιστου προγράμματος μεταρρυθμίσεων» σημειώνεται κα προστίθεται πως μέτρα περιορισμού του χρέους θα πρέπει να δοθούν μόνο όταν εκπληρωθούν οι δεσμεύσεις μεταρρυθμίσεων από τις ελληνικές Αρχές.

Κομισιόν και ΕΚΤ τοποθετούν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας στα 74 δισ. ευρώ έως τα μέσα του 2018 και τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες στα 81,7 δισ. ευρώ. Για την αντιμετώπιση των χρηματοδοτικών απαιτήσεων στην έκθεση σημειώνεται ότι μια διευθέτηση (reprofiling) του χρέους, μέσω μιας μεγάλης επέκτασης των ωριμάνσεων σε παλαιά και νέα δάνεια, μείωσης των επιτοκίων και χρηματοδότησης με επιτόκια που παραπέμπουν σε αξιολόγηση «ΑΑΑ» θα «διασκεδάσουν» τις ανησυχίες, αν και η Ελλάδα θα έχει υψηλό δείκτη χρέους προς ΑΕΠ για μεγάλη χρονική περίοδο.