“America First” – Η εξωτερική πολιτική του Ν. Τράμπ.

“America First” – Η εξωτερική πολιτική του Ν. Τράμπ.

Η 20χρονη πολιτική της άμεσης και ευρείας εμπλοκής των ΗΠΑ σε ολόκληρο τον πλανήτη έκλεισε τον κύκλο της το 2011, με την αποχώρηση των στρατευμάτων τους από το Ιράκ.

Του Γιάννη Χουβαρδά
Πολιτικού Επιστήμονα

Πλέον οι ΗΠΑ θα προσπαθούν να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία, παρεμβαίνοντας άμεσα και ευρέως μόνο στις κρισιμότερες για τα συμφέροντα τους περιοχές, ενώ στις υπόλοιπες θα εμπλέκονται ηπιότερα και εμμεσότερα, κυρίως μέσω των συμφωνιών που θα συνάπτουν με τις τοπικές περιφερειακές δυνάμεις.

Η κοσμοπολίτικη κυβέρνηση Ομπάμα προώθησε τη νέα πολιτική με κινήσεις όπως:

  • 1) Στροφή προς τον Ασιατικό Ειρηνικό Ωκεανό (ΑΕΩ). Η κίνηση αυτή παρότι στόχευε στην αποδυνάμωση της Κίνας, εντούτοις δεν επεδίωκε την ανοιχτή σύγκρουση μαζί της, αλλά έναν συμβιβασμό, που θα επέτρεπε τη συνδιαχείριση του ΑΕΩ.
  • 2) Αναβάθμιση του ΝΑΤΟ και της στρατηγικής σχέσης με ΕΕ-Γερμανία, ως απάντηση στον αναθεωρητισμό της Ρωσίας. Έτσι το ΝΑΤΟ γνώρισε νέα ανάπτυξη, όπως και η πολιτική ασφαλείας της ΕΕ ως συμπλήρωμα στην αντίστοιχη των ΗΠΑ. Επίσης δρομολογήθηκαν έργα για τον περιορισμό της ενεργειακής συνεξάρτησης ΕΕ-Ρωσίας.
  • 3) Αναζήτηση ενός καίριου πλήγματος στη Ρωσία, διά της αποσταθεροποίησης των ζωτικών της συμμάχων και της επιβολής κυρώσεων. Η επιτυχία του εγχειρήματος θα εκμηδένιζε την ισχύ της και θα μείωνε τη σημασίας της ως «φίλου» της Κίνας, συμβάλλοντας στην αποδυνάμωση της στρατηγικής τους σχέσης.
  • 4) Σταδιακή μείωση της άμεσης εμπλοκής στη Μ. Ανατολή και συμβιβασμός με το Ιράν, ώστε να επιτευχθεί η σταθεροποίησης της με τρόπο που θα κατοχυρώνει τα συμφέροντα των ΗΠΑ, επιτρέποντας τες παράλληλα να «εξοικονομήσουν πόρους». Συνακόλουθα οι ΗΠΑ κάλεσαν τους τοπικούς τους συμμάχους να μετάσχουν στην προσπάθεια τους.
  • 5) Ενίσχυση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης με σκοπό την μεσοπρόθεσμη τόνωση της Αμερικανικής οικονομίας. Στην κατεύθυνση αυτή υποστηρίχτηκε το διεθνές εμπόριο και η περιφερειακή συγκρότηση ζωνών ελεύθερων συναλλαγών.

Ωστόσο τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά.

Η Κίνα απέρριψε τη συνδιαχείριση του ΑΕΩ, συνεχίζοντας την επέκταση της στη Νότια Κινεζική Θάλασσα και επιμένοντας στον οικονομικό προστατευτισμό. Παράλληλα οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι συνείσφεραν στο ΝΑΤΟ αναντίστοιχα με αυτούς, ενώ το αίσθημα ενεργειακής ανασφάλειας τους οδήγησε σε συμβιβαστικότερη πολιτική έναντι της Μόσχας.

Έτσι η Ρωσία πέτυχε να αποκρούσει την Δυτικές επιθέσεις.

Τέλος η επιρροή των ΗΠΑ στη Μ. Ανατολή μειώθηκε αισθητά, ενώ η οικονομία τους διατηρήθηκε προβληματική με τα ελλείματα της να αυξάνονται.

Αναμφίβολα αυτές οι αποτυχίες συνέβαλλαν στην απόφαση μέρους της Αμερικανικής Ελίτ (μεγαλομέτοχοι μονοπωλιακών ομίλων και οι κοινωνικοί-πολιτικοί τους δορυφόροι) να στηρίξει για νέο πρόεδρο των ΗΠΑ τον εκκεντρικό εθνικιστή Τράμπ και όχι την κοσμοπολί­τισσα Κλίντον (υπ. εξ. του Ομπάμα). Αποτέλεσμα αυτής της στήριξης ήταν μια πρωτοφανής σε ένταση προεκλογική περίοδος, η οποία δίχασε τη χώρα.

Η ομάδα Τράμπ απαίτησε τη διόρθωση των κινήσεων Ομπάμα ζητώντας:

  • 1) Σκληρή αντιμετώπιση της Κίνας.
  • 2) Εξομάλυνση των Αμερικανόρωσικών σχέσεων ώστε να μετριαστεί η θέληση της Ρωσίας να συμμαχεί με την Κίνα, υπό την απειλή του κοινού Δυτικού εχθρού. Η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με τον υπαρκτό ανταγωνισμό τους στην Ασία θα μπορούσε να διασαλεύσει τη συνοχή του Ευρασιατικού άξονα.
  • 3) Επαναξιολόγηση της σχέσης των ΗΠΑ με ΝΑΤΟ-ΕΕ-Γερμανία, υπό το πρίσμα της συμβολής της στην εκπλήρωση των Αμερικανικών προτεραιοτήτων.
  • 4) Επιτάχυνση της απεμπλοκής των ΗΠΑ από τη Μ. Ανατολή και παύση της συμφωνίας με το Ιράν. Η διαφύλαξη των συμφερόντων τους θα επαφιόταν σε τοπικούς συμμάχους (Ισραήλ, ΒΣΑ) και σε Δυτικές δυνάμεις (Γαλλία, ΗΒ).
  • 5) Μέτρα για την άμεση ανάκαμψη της Αμερικανικής οικονομίας, ακόμη και αν αυτά στρέφονται κατά του διεθνούς εμπορίου, θέτοντας σε κίνδυνο την παγκόσμια ανάπτυξη.

Η κατοπινή εκλογή Τράμπ ανέδειξε αυτές τις θέσεις, οι οποίες κωδικοποιήθηκαν στο σύνθημα America First, σε επίσημη πολιτική των ΗΠΑ.

Ωστόσο ο διχασμός στο εσωτερικό των ΗΠΑ δεν υποχώρησε, ενώ ταυτόχρονα οξύνθηκαν οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις ελίτ των κρατών για την επαναχάραξη των σφαιρών επιρροής.

Στις ΗΠΑ ένα μέρος της ελίτ επιμένει στην επαναφορά της προ Ομπάμα πολιτικής, ενώ ένα άλλο, το οποίο δέχεται τη νέα πολιτική, μένει πιστό στη φιλοσοφία Ομπάμα.

Αυτές οι δυνάμεις αντιστέκονται σθεναρά στις επιλογές της νέας κυβέρνησης και αξιοποιούν τα ερείσματα που διαθέτουν στην Αμερικανική κοινωνία (κρατικός μηχανισμός, πολιτικοί, ομάδες πίεσης) και στο εξωτερικό (Ευρώπη, Καναδάς, Ιαπωνία) προκειμένου να τις ανατρέψουν.

Αντίστοιχα το μέρος της ελίτ που στηρίζει Τράμπ, διατηρεί επίσης ερείσματα στην κοινωνία και στο εξωτερικό (Ρωσία, ΒΣΑ, Ισραήλ), τα οποία για την ώρα επιτρέπουν στην κυβέρνηση να υλοποιεί το πρόγραμμα της.

Ωστόσο σε περίπτωση που τα αποτελέσματα της πολιτικής της δεν ικανοποιήσουν το μεγαλύτερο μέρος της Αμερικανικής ελίτ και δει τα δυναμικότερα της στοιχεία, η ένταση στη χώρα θα πολλαπλασιαστεί και η κυβερνητική πολιτική θα τροποποιηθεί εκ νέου.

Σε διεθνές επίπεδο, σε Γερμανία και ΕΕ οι κυρίαρχες ελίτ προβληματίζονται τόσο από την ενδεχόμενη απώλεια της στρατηγικής τους σχέσης με την Ουάσιγκτον, όσο και την επίτευξη Αμερικανορωσικού συμβιβασμού.

Ξέρουν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα τις αποδυναμώσει απέναντι στη Ρωσία και θα περιορίσει τη διεθνή τους δύναμη.

Συνεπώς προσπαθούν να θωρακιστούν απέναντι της. Έτσι πιέζουν τις ΗΠΑ να μην προβούν σε σημαντική αναθεώρηση των μεταξύ τους σχέσεων. Παράλληλα όμως εντείνουν τις προσπάθειες για την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας με διακριτό προς τις ΗΠΑ ρόλο, ενώ διερευνούν τη δυνατότητα ανάπτυξης βαθύτερων σχέσεων και με ΑΛΛΕΣ δυνάμεις.

Ωστόσο η άνοδος του Ευρωσκεπτικισμού και η τάση να ταυτίζουν την πρόοδο των συμφερόντων τους με την υποστήριξη που αυτά λαμβάνουν από την Ουάσιγκτον ή τη Μόσχα, δυσχεραίνουν το εγχείρημα τους.

Σε Κίνα και Ιράν οι ελίτ οργίζονται με την εκ νέου στοχοποίηση τους από τις ΗΠΑ. Συνακόλουθα ωθούνται στη μεγαλύτερη μεταξύ τους συνεργασία, αλλά και σε προσπάθεια πρόσθετης ενίσχυσης των σχέσεων τους με τη Μόσχα. Ωστόσο το σημαντικότερο αποτέλεσμα του America First ήταν η έναρξη μιας πρώιμης μορφής συνεργασίας μεταξύ αυτών και χωρών πυλώνων του Ευρωατλαντισμού (Γερμανία), χωρίς τη συγκατάθεση των ΗΠΑ.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρατηρήθηκε τόσο στο διάλογο Κίνας-ΕΕ σχετικά με την αναζήτηση κοινής απάντησης στον εμπορικό πόλεμο που τους κήρυξε ο Τράμπ, αλλά και στην προσπάθεια Γερμανίας-Γαλλίας-Η.Β για τη διάσωση της πυρηνικής συμφωνίας (JCPOA) με το Ιράν, ύστερα από την απόφαση των ΗΠΑ να την εγκαταλείψουν.

Αντίθετα στη Ρωσία η ελίτ αντιμετωπίζει με συμπάθεια την πολιτική Τράμπ.

Γι’ αυτήν ένας «έντιμος» Αμερικανορωσικός συμβιβασμός είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, ώστε να επικυρώσει στα μάτια της Διεθνούς Κοινότητας όσα κέρδισε τα τελευταία χρόνια (Μ. Ανατολή, Καύκασος).

Φυσικά γνωρίζει πως αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση μιας και οι ΗΠΑ προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τις υποχωρήσεις τους. Ωστόσο η στρατιωτική της ισχύ, η επιρροή που ασκεί σε πολλές περιοχές του πλανήτη, η στρατηγική συμμαχία της με Κίνα-Ιράν και τέλος οι σχέσεις συνεργασίας που ανέπτυξε με πολλούς παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ κατά τη διακυβέρνηση Ομπάμα, διευκολύνουν τα σχέδια της.

Ακόμα χειρότερα όμως για τις ΗΠΑ η Ρωσία, όπως απέδειξε όλα τα προηγούμενα χρόνια, μπορεί να οξύνει περεταίρω τις διαμάχες μεταξύ αυτών και των συμμάχων τους, καταφέρνοντας να επωφελείται από αυτές. Συνεπώς δεν είναι διόλου απίθανο να επιτύχει το ίδιο και σήμερα, τραυματίζοντας βαριά τον κουρασμένο Ευρωατλαντικό άξονα.

Στη Μ. Ανατολή οι ελίτ είναι σκεπτικές απέναντι στις εξελίξεις.

Καταρχάς αντιλαμβάνονται τη στήριξη των ΗΠΑ (Ισραήλ, ΒΣΑ) ή έστω τις παραχωρήσεις που τους προσφέρουν ώστε να αναθερμάνουν τις μεταξύ τους σχέσεις (Τουρκία), ως ευκαιρία για να «θίξουν» τους αντιπάλους τους (Ιράν) και να αναβαθμίσουν την περιφερειακή τους επιρροή.

Ωστόσο η εμπειρία της κυβέρνησης Ομπάμα τις έχει πλέον καταστήσει ανεπανόρθωτα καχύποπτες απέναντι στους Αμερικάνους.

Την ίδια στιγμή ο κρισιμότερος παράγοντας που ρυθμίζει τη συμπεριφορά αυτών των χωρών είναι η πρόθεση των ΗΠΑ να αποσυρθούν από τη γειτονιά τους και η οριστικοποίηση της Ρωσικής παρουσίας σε αυτή. Σε αυτά τα πλαίσια αντιλαμβάνονται πως η προώθηση των επιδιώξεων τους απαιτεί να λαμβάνονται υπόψιν και τα Ρωσικά συμφέροντα.

Ως εκ τούτου διευρύνουν τη συνεργασία με τη Ρωσία, γεγονός που αντικειμενικά αποδυναμώνει τη σχέση τους με την Ουάσιγκτον.

Συνοψίζοντας, η πολιτική Τράμπ οξύνει κατακόρυφα τη διαμάχη Κίνας-ΗΠΑ.

Επίσης διασαλεύει τη συνοχή του Ευρωατλαντικού στρατοπέδου, σε σημείο που δεν αποκλείονται μεσοπρόθεσμα εντυπωσιακές αλλαγές. Αντίθετα ο Ευρασιατικός άξονας δείχνει πιο συνεκτικός. Ταυτόχρονα επιφέρει μερική ψευδό-αποκλιμάκωση της αντιπαράθεσης Ρωσίας-ΗΠΑ.

Φυσικά τα εκ διαμέτρου αντίθετα συμφέροντα τους αποτρέπουν την οποιαδήποτε ουσιαστική συμφιλίωση τους. Ως εκ τούτου ο όποιος μεταξύ τους συμβιβασμός, θα είναι προσωρινός και εύθραυστός.

Σε αυτά τα πλαίσια δικαιούμαστε να μιλάμε για επικίνδυνη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης Ευρωατλαντικού-Ευρασιατικού άξονα.

Επιπλέον η μείωση της Αμερικανικής παρουσίας στη Μ. Ανατολή αναβαθμίζει τη θέση των περιφερειακών δυνάμεων (Τουρκία, Ισραήλ, ΒΣΑ), καθώς τις καθιστά θεματοφύλακες της σταθερότητας και της Αμερικανορωσικής ισορροπίας ισχύος.

Αυτές οι δυνάμεις εκμεταλλεύονται το νέο τους ρόλο προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ιδιοτελείς και άκρως ανταγωνιστικές επιδιώξεις τους.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη συνολική όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, δημιουργεί κινδύνους για το ξέσπασμα νέων μεγάλων περιφερειακών πολέμων.