ΑΜΠΝΤΟΥΛΑΧ, ΑΧΜΕΤ και ΜΟΣΚΩΒ ΣΕΛΗΜ

ΑΜΠΝΤΟΥΛΑΧ, ΑΧΜΕΤ και ΜΟΣΚΩΒ ΣΕΛΗΜ

του Μιχάλη Σωτηρίου

Αρθρο  του Μιχάλη Σωτηρίου
Αρθρο
του Μιχάλη Σωτηρίου

Το Σεπτέμβριο του 2015, εμφανίστηκε στους δρόμους του κέντρου του Λονδίνου ένας άνδρας τυλιγμένος σε μια κουρελιασμένη γκρίζα κουβέρτα συνοδευόμενος από ένα Κινέζο καλλιτέχνη. Έδειχνε πώς είναι άστεγος πρόσφυγας ή μετανάστης. Το πρόσωπό του, μη Βρετανού στο γένος, ήταν ενός πολίτη της χώρας αυτής,ενός γνωστού σύγχρονου καλλιτέχνη. Τ’όνομά του Ανίς Καπούρ,Ινδικής καταγωγής γεννημένου στη Βομβάη, Εβραίου στο θρήσκευμα, του οποίου έργα υπάρχουν σε πολλά Μουσεία Μοντέρνας Τέχνης. Με αυτό το δρώμενο θέλησαν να εστιάσουν την προσοχή των διαβατών στους μετανάστες και τους πρόσφυγες πολέμου της Συρίας. Λίγες ημέρες αργότερα παρουσίασε μια μεγάλη έκθεσή του στο εβραϊκό Μουσείο της Μόσχας, με τίτλο η Κόκκινη Πατρίδα μου.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2015 πέθανε σε κρατικό νοσοκομείο της Δυτικής Προύσας ένας καλόβολος, ευγενικός, άσημος εβδομηντάρης, ο Αμπντουλάχ Κοζάν. Έπασχε από άσθμα και διαβήτη. Το ασυνήθιστο, όμως, ήταν ότι, από τη στρατιωτική του θητεία το 1968 που πήγε για πονοκέφαλο σε κρατικό νοσοκομείο της Δυτικής Προύσας, έζησε σαράντα εφτά χρόνια σ’ ένα δωμάτιό του. Κάθε φορά που του έδιναν εξιτήριο γινόταν εισιτήριο γιατί δεν είχε που να μείνει.  Πατρίδα και κόσμος του, που ο ίδιος επέλεξε να ζήσει,ο οικείος και αρκετός γι’ αυτόν μικρόκοσμος ενός νοσοκομείου.Δέν άντεχε,ίσως,να ζήσει την μετανάστευση στο εξωτερικό ή το εσωτερικό,που τα πρώτα χρόνια είχε κορυφωθεί και στην Τουρκία.

Πολλοί άνθρωποι,σε όλο τον κόσμο, έμειναν εκεί που γεννήθηκαν, έζησαν και πέθαναν σε τόπους που γεννήθηκαν, χωρίς να ακολουθήσουν τους ομοεθνείς τους μετά από πολέμους ή ανταλλαγή  πληθυσμών. Γιατί έτσι τά’φεραν οι συνθήκες της ζωής, αυτή την επιλογή έκαναν ή αναγκάστηκαν να κάνουν. Όσο κι αν μέσα τους για πολλά χρόνια ένοιωσαν βιώματα σαν αυτά του  Ποντιακού θρήνου:

Την πατρίδα μ’έχασα, έκλαψα και πόνεσα, λύουμαι κι αροθυμώ, όϊ, όϊ…

τα ταφία μ’ έχασα, ντ’ έθαψα κι’ ένέσπαλα,

τ’ έμετέρτς  αναστορώ, όϊ,όϊ, και ‘ς  σο ψυόπο μ’ κουβαλώ…

Γι’αυτούς που μένουν στους τόπους όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν κι όταν είχαν φύγει ή διώχθηκαν οι δικοί τους, δυό από τους γνωστούς μας λογοτέχνες, ο Βιζυηνός και ο Βενέζης, έγραψαν επίκαιρα μικρά διαχρονικά αριστουργήματα. Ο πρώτος τον Μοσκώβ Σελήμ και ο δεύτερος τη Νύχτα του Ασκληπιείου.

Moskov Selim΄Ας αρχίσουμε από το δεύτερο: Ο Αχμέτ και η γυναίκα του η Μουμπαντέ έμειναν στην Κώ, όταν οι δικοί του πέρασαν απέναντι στα τουρκικά παράλια και την ενδοχώρα. Φύλακας στα ερείπια του Ασκληπιείου ο Αχμέτ, επέλεξε να μείνει στο ελληνικό νησί,στην καλύβα του στον έρημο αρχαιολογικό χώρο. Από εκεί αγνάντευε την Αλικαρνασσό, τα βουνά της Ανατολής και τις ακατοίκητες βραχονησίδες γύρω από την Κάλυμνο.

Ο Αχμέτ,πάντα εκεί,έστω κι αν πέρασαν με τη σειρά οι Τούρκοι, οι Ιταλοί, οι Γερμανοί και πάλι μετά από πολλά χρόνια οι Έλληνες. Καλοσυνάτος και χαμογελαστός,φρουρός των αρχαίων ερειπίων «δέθηκε μαζί τους», όπως γράφει ο Βενέζης, «σά να’ ναι λείψανα των πατέρων του». Περιμένοντας ξένους  να τους ξεναγήσει με ασήμαντες γνώσεις, περασμένες, όμως, από το φίλτρο των πλούσιων συναισθημάτων του.Έλεγε: «Εδώ που πατάμε ο μεγάλος θεός έδινε βοήθεια σε τυραγνισμένους…Τίποτα δε χρειάζεται να κάμει ο θεός για να δώσει βοήθεια. Ο άνθρωπος πρέπει να πασκίσει να την πάρει. Να καθαρίσει την ψυχή του…Τούρκος και χριστιανός ένα είναι: για έχει ψυχή, για δεν έχει… Ψυχή είναι δω – και δείχνει τον ουρανό. Ψυχή είναι δω – και δείχνει τη γη, τα ερείπια του Ναού της Αφροδίτης. Ψυχή είναι δω – και αγγίζει τις φλέβες του χεριού τουΟ Θεός είναι δω – είπε κι έδειξε τον ουρανό. Ο Θεός είναι δω – κι έδειξε τα ερείπια του Ασκληπιείου. Ο Θεός είναι δω – κι έδειξε τις φλέβες του. Παντού είναι ο Θεός».Κάποιους από τους ξένους, μετά την ξενάγηση τους πήγαινε στην καλύβα,να τούς φτειάξει τσάϊ και σε κάποιους να διαβάσει η Μουμπαντέ τη μοίρα στο χέρι τους.

Ο Βιζυηνός προβάλλει πολλά αυτοβιογραφικά του στοιχεία στον ήρωα του Μοσκώβ-Σελήμ. Γράφει: «Ήθελα να μη σε είχα συναντήσει επι της οδού μου,να μη σε είχα γνωρίσει εν τω βίω μου…αγαθέ, παράδοξε Τούρκε,ως εάν μη ήρκουν αι θλίψεις,τάς οποίας καθ’εκάστην προξενούσιν αι τύχαι των ομοεθνών μου…δεν αμφιβάλλω ότι οι φανατικοί της φυλής σου θα βλασφημήσωσι την μνήμην ενός πιστού διότι ήνοιξεν τα άδυτα της καρδίας αυτού πρό των βεβήλων οφθαλμών ενός απίστου.Φοβούμαι μήπως οι φανατικοί της ιδικής μου φυλής ονειδίσωσιν ένα Έλληνα συγγραφέα,διότι δεν απέκρυψε την αρετήν σου,ή δεν αποκατέστησεν εν τη αφηγήσει ένα χριστιανικόν ήρωα…ενεπιστεύθης είς εμέ τας περιπετείας της ζωής σου…ως απλούς χρονογράφος,εξετίμησα εν σοι ουχί τον άσπονδον εχθρόν του Έθνους μου,αλλ’απλώς τον άνθρωπον…θα γράψω την ιστορίαν σου».

Ο Μοσκώβ-Σελήμ,ένας γενναίος Τούρκος ζεί στην τουρκοκρατούμενη Ανατολική Θράκη, ανάμεσα σε Έλληνες, Βούλγαρους, Τούρκους, ακόμα και Ρώσους. Παραγνωρισμένος από τον πατέρα του και τους ομοεθνείς του, ζεί στο περιθώριο της κοινωνίας, τον θεωρούν μισότρελο, τον αποκαλούν κοροϊδευτικά Μοσκώβ-Σελήμ. Στον πόλεμο της Κριμαίας, στρατεύεται στη θέση του αδελφού του, αγαπημένου γυιού του πατέρα τους.Στη μάχη τραυματίζεται αλλά το παράσημο που του έστειλαν το πήρε ο βαθμοφόρος του που στη μάχη δείλιασε.Επιστρέφοντας διαπιστώνει τα δράματα της οικογένειάς του:σκοτωμένος ο αδελφός ως λιποτάκτης,πεθαμένη η μητέρα του,φυλακίζεται ο ίδιος γιατί πήγε στον πόλεμο στη θέση του λιποτάκτη…Παντρεύεται, αποκτά παιδιά, αλλά ξαναφεύγει στο μέτωπο,πρώτα της Σερβίας και στη συνέχεια των Ρώσων που,από καλλιεργημένο φανατισμό, μισούσε. Στην μάχη της Πλεύνας τραυματίζεται και τον εγκαταλείπουν στο πεδίο μάχης. Αιχμάλωτος των Ρώσων ανακαλύπτει την ανθρωπιά και την καλοσύνη στους εχθρούς του Ρώσους και επιστρέφει στην Καϊνάρτζα της Θράκης έχοντας βγάλει τα συμπεράσματά του από τους πολέμους και το θρησκευτικό φανατισμό: «…παντού ενικήσαμε και παντού εχάσαμε ». Μέχρι το θάνατό του, ζεί σε μια ξύλινη καλύβα ρωσικού τύπου,καλλιεργεί και πουλά τα λαχανικά του κήπου του και ψήνει τσάϊ για περαστικούς και εντόπιους. Οι Τούρκοι που φτάνουν στην καλύβα του Σελήμ τρώνε ,πίνουν και τον περιγελούν. Όταν κάποτε οι Βούλγαροι εξεγείρονται,του λένε ψέματα ότι ήρθαν οι Ρώσοι που λαχταρούσε να καταλάβουν τον τόπο του. Από τη φαινομενική χαρά(έχοντας,όμως, ενοχές ότι πρόδωσε το Σουλτάνο και τους γονείς του)  παθαίνει εγκεφαλικό και μένει στο κρεβάτι. Όταν ο αφηγητής Βιζυηνός πηγαίνει να τον δεί και του ανακοινώνει  ότι του είπαν ψέματα,ο Σελήμ από τη χαρά του παθαίνει δεύτερο αγγειακό επεισόδιο και καταλήγει.

 

Οι ιστορίες,που μόλις κάνατε τον κόπο να αναγνώσετε, πραγματικές ή δημιουργήματα της τέχνης του λόγου,μας βγάζουν από την πλάνη της εθνικιστικής λατρείας που οδηγούν φυλές,θρησκείες σε αφανισμούς,δυστυχία και ξεριζωμούς.