Αναβιώνει φέτος μετά από πολλά χρόνια, το έθιμο του Αι-Γιάννη του Κλήδονα, στην Κρηνίδα Σερρών

Αναβιώνει φέτος μετά από πολλά χρόνια, το έθιμο του  Αι-Γιάννη του Κλήδονα, στην Κρηνίδα Σερρών

klhdonasΑναβιώνει την ερχόμενη Κυριακή 22 Ιουνίου 2014 και ώρα 8:00 μ.μ.  το πανάρχαιο έθιμο του Αι Γιάννη του Κλήδονα, στο χωριό Κρηνίδα του Δήμου Αμφίπολης Σερρών, από τα μέλη του Συλλόγου Γυναικών Βιτάστας.

Η αναβίωση του εθίμου αποτελεί την κατάληξη των μαθημάτων θεατρικής παιδείας που πραγματοποίησε ο Σύλλογος Γυναικών Βιτάστας, δια μέσω του Κέντρου Δια Βίου Μάθησης του Δήμου Αμφίπολης και με εκπαιδεύτρια την θεατρολόγο κα Δόμνα Καβακίδου.

domna-psariΤα μέλη του συλλόγου ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές, κρατώντας σταμνιά και λουλούδια του Αι-Γιάννη, θα ακολουθήσουν πιστά το τυπικό του εθίμου που περιλαμβάνει τρία στάδια. Πρώτα, στα «Τσινάρια» ,στο τρίστρατο  αντάμωμα, θα συναντηθούν οι τρεις ομάδες των ανύπαντρων γυναικών για να φέρουν το «αμίλητο νερό». Θα πάρουν το αμίλητο νερό από τρεις βρύσες, από τα Τσινάρια, από το Μεσοχώρι και από την  βρύση της Εκκλησιάς. Μαζί τους και εμείς τις ακολουθούμε μέχρι το Παλιό Σχολείο, όπου θα αναπαραστήσουν την ιεροτελεστία του εθίμου. Στη συνέχεια θα ρίξουν το αμίλητο νερό μέσα στο υδροφόρο αγγείο, θα το σκεπάσουν με ένα κόκκινο πανί,  θα το κλειδώσουν και θα το αφήσουν να το δούνε τα άστρα, να «ξαστριστεί». Έπειτα με τραγούδια και χορό θα ανοίξουνε τον Κλήδονα, θα βγάλουνε τα ριζικάρια και κάθε ανύπαντρη κοπέλα θα ακούσει το στοιχάκι της, που θα φανερώσει το μέλλον της, την τύχη της.

Τέλος στον ίδιο χώρο, θα ανάψουν οι φωτιές του Αι Γιαννιού με προσάναμμα τα μαγιάτικα στεφάνια,   με τραγούδια και χορό με γέλια και πειράγματα.

Θα χαρούμε να σας έχουμε κοντά μας σε αυτή την πρώτη αναβίωση του εθίμου, ύστερα από τόσα χρόνια.

Λίγα λόγια για το έθιμο

Το δρώμενο του Κλήδονα αποτελεί μια ιδιαίτερη εθιμική εκδήλωση, για την οποία αντλούμε πληροφορίες από τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς (Όμηρο, Ησίοδο, Ηρόδοτο, Αισχύλο, Σοφοκλή), αλλά και από τους βυζαντινούς Μιχαήλ Ψελλό (11ος αι.), Θεόδ. Βαλσαμώνα, Ιω. Ζωναρά (12ος αι.) και Ιωσήφ Βρυέννιο (15ος αι.) . Η λέξη κλήδονας προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κληδών, που σημαίνει τον μαντικό ψίθυρο, την προφητική ρήση, και γι” αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει τον οιωνό, το προμήνυμα, τη φήμη, το μάντεμα.

Στη νεοελληνική αντίληψη το έθιμο αυτό εξελίχθηκε σε μια όμορφη και ενδιαφέρουσα ιεροτελεστία, περισώζοντας τους ερωτικούς χρησμούς. Ο Κλήδονας ζωντανεύει τη μέρα του Αι-Γιαννιού, στις 24 Ιουνίου, συνδέθηκε με την εορτή των γενεθλίων του  Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου και  συμπίπτει με τη θερινή τροπή του ήλιου.

Ο Κλήδονας τελείται το βράδυ της 23ης Ιούνη, παραμονής της γιορτής του Αι Γιάννη. Μαζεύονται λοιπόν  οι ανύπαντρες κοπέλες  στο σπίτι που θέλει να φιλοξενήσει τον Κλήδονα. Επιλέγουν  μία «Μαρία» ή «Δέσποινα» της συντροφιάς, τη «Διαλεχτή» που να έχει και τους δύο γονείς στην ζωή (να είναι αμφιθαλής), και  παίρνοντας τις στάμνες τους, ξεκινούν  όλες μαζί, για να πάνε να φέρουνε το αμίλητο νερό  (με τελετουργική σιωπή)  από 3  βρύσες-πηγές ή το αμίλητο θαλασσινό νερό (νησιά) από σαράντα κύματα. «Κόρες με τ΄ άστρα κίνησαν στη βρύση για να πάνε, να παρ΄ αμίλητο νερό στον κλήδονα να πάνε».

Αφού γεμίσουν τις στάμνες με το αμίλητο νερό, πρώτη η «διαλεχτή» και από πίσω οι άλλες, παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής χωρίς να μιλούν.

Όταν γυρίσουν  στο σπίτι,  όλες μαζί οι κοπέλες αδειάζουν το αμίλητο νερό μέσα σε ένα πήλινο δοχείο, «τραγούδα»,  και ρίχνουν μέσα τα  «σημάδια» τους, τα «ριζικάρια» τους (δαχτυλίδια, χτένια, αλυσίδες, νομίσματα, κ.τ.λ.).  Σκεπάζουν το δοχείο  με κόκκινο ύφασμα, που το δένουν καλά με ένα κορδόνι και λένε όλες μαζί:

«Κλειδώνουμε τον Κλήδονα με τ΄Αι Γιαννιού τη χάρη,  κι όποια ΄ναι καλορίζικη, πρωί θα ξενεφάνει (θα φανερωθεί)».

Τοποθετούν το υδροφόρο αγγείο κάτω από δέντρα ή ανάμεσα σε λουλούδια, κυρίως κάτω από μια κόκκινη  τριανταφυλλιά, μια και το κόκκινο είναι το χρώμα του ήλιου.

Έπειτα αφήνουν το πήλινο δοχείο με τα ριζικάρια κάτω από ξάστερο ουρανό, να «ξαστρίσει» και όλες μαζί λένε:

Αστρίζουμε τον κλήδονα με τα΄Αι Γιαννιού τη χάρη, να φανερώσει αύριο τον καλοριζικάρη».

Όταν προβάλλει η αυγή και πριν να ανατείλει ο ήλιος, η διαλεχτή παίρνει μέσα το αγγείο. Το απόγευμα συγκεντρώνονται πάλι στο σπίτι η συντροφιά των κοριτσιών, αλλά τώρα μπορούν να έρθουν μαζί και παντρεμένες φίλες τους και συγγενείς και γείτονες και αγόρια και ηλικιωμένοι, για να αποτελέσουν μια κοινωνία μαρτυρίας και παρατήρησης στην μαντική που θα ακολουθήσει. Τα κορίτσια ξεκλειδώνουν τον κλήδονα λέγοντας όλες μαζί:

Ανοίγουμε τον κλήδονα με τ΄Αι Γιαννιού την χάρη, κι όποα έχει ριζικό καλό ας έρθει να το πάρει».

Η αμφιθαλής Μαρία, που στην Στενήμαχο ήτανε κοριτσάκι 12 ετών και ντυμένη νυφούλα, όπως μας αναφέρει ο μεγάλος λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος (Τα Καλοκαιρινά),   κάθεται στο κέντρο σαν μικρή Πυθία και βγάζει από το μαντικό νερό ένα- ένα τα ριζικάρια της συντροφιάς. Προτού τ΄ ανασύρει απαγγέλει ένα δίστιχο και από την σημασία του δίστιχου κρίνεται και η τύχη του κάθε κοριτσιού, ενώ η ομήγυρη σχολιάζει και δίνει την δική της κλήδονας-ερμηνεία στην μαντεψιά.

Δεν είναι όμως αυτός ο μόνος τρόπος για την πρόγνωση του μελλοντικού συζύγου.

Ο μεγάλος ποιητής μας ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημα του «Φωτιές του Αι Γιάννη» μας παραθέτει μία άλλη εκδοχή του λαογραφικού βιώματος, τη μολυβδομαντεία. Ανήμερα, στις δώδεκα το μεσημέρι, κορίτσια και παντρεμένες περίμεναν με τις βαθιές κουτάλες στο χέρι, πάνω από φωτιά που έβραζε το λιωμένο μολύβι. Στο πρώτο χτύπημα της καμπάνας (που συνηθιζότανε τα μεσημέρια στην Σμύρνη) ρίχνανε το μολύβι μέσα στο υδροφόρο αγγείο και αυτό έπαιρνε διάφορα σχήματα, που μόνο οι «μολυβούδες» ξέρανε να τα εξηγήσουμε.

Γιώργος Σεφέρης  «Φωτιές του Αι Γιάννη», αποσπασματική παράθεση των στίχων του :
 « Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν΄ αλλάξει. Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό, κάτω από τ΄αστέρια, κι ας ανάβουν οι φωτιές. Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέπτη τα μεσάνυχτα, βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέπτη…μέσα στην μοναξιά και την σιωπή…Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες, μέσα στη ζεστή νύχτα…και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν. Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια /…Τη νύχτα εκείνη του Αι-Γιάννη, όταν έσβησαν όλες οι φωτιές και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τα΄αστέρια…».
Βιώματα ή νοσταλγικές θύμισες της Σμύρνης, όπου ο Σεφέρης έζησε ως τα 14 χρόνια του; Ο ποιητής είχε δημοσιεύσει το 1953 μια σύνθεση εμνευσμένη από το έθιμο του Αι Γιάννη, από τις φωτιές και την μαντεία του. (Δημοσιευμένα στον τόμο των «Ποιημάτων» του, Πέμπτη έκδοση, Αθ.1964, σελ 119 και 29).

Αφού τελειώνουν όλα τα ριζικάρια και οι προβλέψεις για το μέλλον των κοριτσιών,  τα κορίτσιαζυμώνουν με το νερό του Κλήδονα, με αλεύρι  και μπόλικο αλάτι,  ένα μικρό πιτοπούλι που το λένε “αλμυρόπιτα”  και το ψήνουν. Τρώει κάθε κοπελιά ένα κομμάτι κι όπως διψούν πολύ τη νύχτα βλέπουν στον ύπνο να τους δίδει νερό εκείνος που θα πάρουν. Πριν το φάνε κάνουν την ευχή:
«Με τ΄Αι-Γιαννιού τη Χάρη τρώγω το ζυγάρι, να΄ρθει να με ξεδιψάσει ο νιος που θα με πάρει».

Η γιορτή  ολοκληρώνεται με τις φωτιές του Αι Γιαννιού. Η μεγάλη εθιμική φωτιά που ανάβει  τέτοια μέρα σ΄όλη σχεδόν την Ελλάδα, έρχεται σαν ωρίμασμα μιας ανάγκης, όπου πρέπει να κάψουμε ό,τι περίσσεψε από τον χειμώνα, να κάνουμε μια «κάθαρση», πριν περάσουμε στο καλοκαίρι.

Όταν ο λαός μας μιλεί για τις φωτιές του Αι Γιαννιού, σκέφτεται και τον προστάτη τους άγιο και πιστεύει πως θα βοηθήσει κι εκείνος στη γεροσύνη και τον καθαρμό που πάμε ζητώντας. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια που λέμε, όταν πηδάμε τη φωτιά.

«Άγιε μου Γιάννη, το κεφάλι μου να γιάνει!

«Άγιε μου Γιάννη, πέτρα στο κεφάλι μου, σίδερο στα πόδια μου και δροσιά στο σώμα μου!

Δόμνα Καβακίδου

Θεατρολόγος