Από την ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ στην ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ή περί Α(ΝΑ)ΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ λόγος

Από την ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ στην ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ή περί Α(ΝΑ)ΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ λόγος

voultepsiΣοφία Βούλτεψη, κυβερνητική εκπρόσωπος: «Δεν έχει σημασία τι έλεγε η ΝΔ το 2011 για τη ΔΕΗ…τότε η ΝΔ ήταν αντιπολίτευση».

Από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ

Μερικοί (και δεν είναι λίγοι), ίσως επειδή δεν θέλουν ή δεν μπορούν (δυσκολεύομαι να προσδιορίσω ποια εκ των δύο εκδοχή είναι επικρατέστερη) να διαθέσουν τον πολύτιμο ελεύθερο χρόνο τους σε κάτι πιο ενδιαφέρον και παραγωγικό, συνηθίζουν να ανασκαλεύουν συστηματικά το (πρόσφατο ή και το απώτερο) παρελθόν για να ανασύρουν από τα κιτάπια του -επιλεκτικά είναι αλήθεια πολλές φορές- διάφορες παλιές, πονεμένες, ιστορίες. Έρχονται κατόπιν, εν είδει εκδικητικής ποινής, για να τις θυμίζουν στους πρωταγωνιστές τους και να τους κάνουν την καρδιά περιβόλι. Όπως, ας πούμε, τι έλεγε η Νέα Δημοκρατία, όσον αφορά διάφορα θέματα που βρίσκονται σήμερα στην επικαιρότητα (π.χ. η εκποίηση της ΔΕΗ), όταν ήταν στην αντιπολίτευση.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από προθέσεις και στόχους, δεν νομίζω ότι όλοι αυτοί, που παρελθοντολογούν ασύστολα, προσφέρουν τις υπηρεσίες εκείνες που έχει ανάγκη η χώρα. Ιδίως δε σε εποχές, όπως η σημερινή, που προσπαθεί, με νύχια και με δόντια, να βγάλει το κάρο από τη λάσπη, όπως θα έλεγε κι ο –συν τοις άλλοις λυρικός, όταν μάλιστα βρεθεί μπροστά σε μικρόφωνο ή (τηλεοπτικό) φακό- υπουργός κ. Αργύρης Ντινόπουλος. Η επίδοσή τους αυτή, εκτός από τον εύκολο κι ανέξοδο λαϊκισμό που καλλιεργεί για εσωτερική κατανάλωση, αποπροσανατολίζει κιόλας τον κόσμο από τα πραγματικά προβλήματά του.

Αναρωτιέται κανείς τι θέλουν ακριβώς να μας πουν οι ρήτορες μ’ αυτές τις υπομνήσεις τους. Ότι μια αντιπολίτευση, αντάξια του ρόλου και της αποστολής της, δεν μπορεί τάχα να διατυπώνει πολιτικό λόγο πρόσφορο και ικανό να συγκινήσει τον εν πολλοίς αδιάφορο, κάποτε δε και οργισμένο, ψηφοφόρο, έτσι ώστε, στις εκάστοτε εκλογικές μάχες, να κερδίσει, αν όχι την εύνοια, έστω την προσοχή του;

Αλλά και το άλλο πού το βάζετε; Αν, δηλαδή, η αντιπολίτευση δεν εκμεταλλευτεί, τώρα, τη μοναδική ευκαιρία που της παρουσιάζεται για να του χαϊδέψει (του ψηφοφόρου) τ’ αυτιά, υπερθεματίζοντας σε όλα αδιακρίτως και ακόπως, υπάρχει περίπτωση, λέω, αυτή η αντιπολίτευση, μ’ αυτή την καθυστερημένη νοοτροπία και τη ματαιόπονη πρακτική, να γίνει, στο ορατό μέλλον τουλάχιστον, κυβέρνηση αυτοδύναμη ή έστω μέλος κάποιας συγκυβέρνησης, επιφορτισμένης πάντως με την υψηλή αποστολή της ημετέρας σωτηρίας; Αρκεί τάχα ο περιορισμός στην επίκληση της εξ ύψους βοηθείας;

Αλλά κι όταν, ελέω (σοφής, εννοείται) λαϊκής ετυμηγορίας, γίνει κυβέρνηση, υπάρχει περίπτωση να συνεχίσει, χωρίς να έχει αποφασίσει να αυτοχειριαστεί, να του επαναλαμβάνει όσα, και με την ίδια πάλι ευκολία και γλυκύτητα, του έλεγε ούσα στην αντιπολίτευση; Δεν θα ισοδυναμούσε, άραγε, κάτι τέτοιο με αδιανόητη αφροσύνη και ολοκληρωτική αναίρεση του ρόλου και της αποστολής της ως βασικού θεσμικού ιμάντα του δημοκρατικού μας πολιτεύματος;

Στην ισχυρή Ελλάδα της σεμνότητας και της ταπεινότητας (για μην ξεχνάμε δηλαδή σε ποια χώρα βρισκόμαστε) η απάντηση στα προηγούμενα, καθώς και σε άλλα συναφή, ερωτήματα είναι απλή για να μην πω αυτονόητη. Ναι, η αντιπολίτευση νομιμοποιείται εξ επαγγέλματος να λέει, για το ίδιο ζήτημα, άλλα ως αντιπολίτευση και άλλα (κυρίως να πράττει) ως κυβέρνηση. Τι δεν καταλαβαίνετε, για να χρησιμοποιήσω μια χαρακτηριστική έκφραση του συρμού. Άλλο το ένα κι άλλο το άλλο, πώς να το πει κανείς πιο απλά για να γίνει κατανοητό από τον καθένα που δηλώνει, αν μη τι άλλο, συνεπής οπαδός της κοινής λογικής;

Το πολύ πολύ, όταν, πάλι ελέω σοφής -ή μήπως όχι και τόσο σοφής αυτή τη φορά;- λαϊκής ετυμηγορίας, επιστρέψει στα τιμημένα έδρανα της αντιπολίτευσης, να επανέλθει δικαιωματικά και στα πάλαι ποτέ ειρημένα και υπεσχημένα, για να αποδείξει έτσι, σε όσους τουλάχιστον δεν τους έχει εγκαταλείψει εντελώς η μνήμη τους, ότι ασκεί με την ίδια πάντα παρρησία και συνέπεια τον θεμελιώδη θεσμικό (αντιπολιτευτικό) ρόλο της.

Συμπερασματικά θα έλεγα, χωρίς να διατηρώ την παραμικρή επιφύλαξη, ότι έχει απόλυτο δίκιο η κυβερνητική εκπρόσωπος κ. Σοφία Βούλτεψη όταν αναλαμβάνει να υπερασπισθεί τόσο απερίφραστα και μαχητικά τη συγκεκριμένη αντιπολιτευτική κορώνα της –συγκυβερνώσας πια- Νέας Δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, σε ό, τι τουλάχιστον με αφορά, αδυνατώ να αντιληφθώ πού εντοπίζουν κάποιοι το πρόβλημα και ειδικότερα την αντίφαση ή και τον κυνισμό ακόμη που έσπευσαν, ελαφρά τη καρδία, να της αποδώσουν.

Εννοείται, βέβαια, ότι η επίμαχη δήλωσή της, πέραν του ότι από μόνη της εκτοξεύει την α(να)ξιοπιστία του σύγχρονου πολιτικού λόγου (και ιδίως αυτών που τον εκφέρουν) στους αιθέρες, επιπλέον δε, έρχεται να εξηγήσει, με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και πειστικότητα, πώς και γιατί, ως χώρα και κοινωνία, καταφέραμε να κατρακυλήσουμε πιο βαθιά στου Κακού τη σκάλα, μην έχονταςπιο κάτου άλλο σκαλί, για να μιλήσουμε με την ποιητική γλώσσα του Παλαμά (από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου).

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr

 07/07/2014