ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Έτσι φτάσαμε στην διάλυση!

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Έτσι φτάσαμε στην διάλυση!

[Του Σπύρου Σουρμελίδη]

του Σπύρου Σουρμελίδη
του Σπύρου Σουρμελίδη

Τον Σεπτέμβριο του 1983 θεσμοθετείται μια μεγάλη αλλαγή στην Ελλάδα: Το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το κοινωνικό κράτος παίρνει σάρκα και οστά, ο έλληνας (κυρίως ο φτωχότερος) αποκτά πρωτοβάθμια υγεία που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε.

Το 2011 το ΕΣΥ κατέρρευσε υπό το βάρος απίστευτων χρεών και ελλειμμάτων. Το Μνημόνιο Νο2 επισημοποίησε την πλήρη κατάρρευση και διάλυση του Κοινωνικού Κράτους. Μέσα σε 28 χρόνια φτάσαμε, από το όραμα, στην ανυποληψία και την διάλυση. Νοσοκομεία χωρίς υλικά και φάρμακα, αλλά και Ασφαλιστικά Ταμεία που δεν μπορούν να πληρώσουν ούτε την υγεία ούτε και τις συντάξεις.

Γύρω από το ΕΣΥ και τα Ασφαλιστικά Ταμεία στήθηκε ένας χορός τρισεκατομμυρίων, από τον οποίο είναι αλήθεια πως ωφελήθηκαν πολλοί. Πρωτίστως οι εταιρίες φαρμάκων, οι ιδιοκτήτες κλινικών και νοσοκομείων, γιατροί, αλλά και το …πολιτικό σύστημα που κυβέρνησε τα προηγούμενα 30 χρόνια. Μαζί τους και το τραπεζικό σύστημα το οποίο ειδικά μετά το 1990, κέρδιζε σε βάρος των αποθεματικών των Ταμείων.

Η πολιτική εξουσία επί σειρά ετών έδωσε την δυνατότητα στην φαρμακοβιομηχανία να κερδίζει κάθε χρόνο δισεκατομμύρια ευρώ, δυσανάλογα παραπάνω από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, με ομοειδή ή και μεγαλύτερο πληθυσμό. Έδωσε την δυνατότητα επίσης σ ένα μεγάλο μέρος του ιατρικού κόσμου, να έχει ένα μεγάλο μερίδιο από τα υπερκέρδη. Συγχρόνως όμως αξιοποίησε τα λεφτά των Ασφαλισμένων, ώστε να καλύπτει κενά και μαύρες τρύπες, με τέτοιο τρόπο που το ίδιο το πολιτικό σύστημα έβγαινε πολλαπλώς ωφελημένο.

Ολα αυτά στηρίχτηκαν πάνω σε ωραία παραμύθια: Υγεία για τον λαό, τριμερής χρηματοδότηση για τις συντάξεις. Τα δύσκολα ερωτήματα, που αφορούν την πορεία και την διαδικασία της καταστροφής, δυστυχώς δεν θα απαντηθούν ποτέ. Δεν αρκούν οι Εξεταστικές Επιτροπές για το συγκεκριμένο εθνικό έγκλημα. Η κλοπή μέσω του Ασφαλιστικού σε συνδυασμό με την κλοπή μέσω του ΕΣΥ, ήταν από τις βασικές αιτίες της χρεοκοπίας της χώρας, του υπερδανεισμού και των ελλειμμάτων.

Το όραμα που έγινε φάντασμα

Το φάντασμα του ασφαλιστικού πλανάται πάνω από την χώρα, τους ασφαλισμένους, όπως και πάνω από τους πολιτικούς και τα κόμματα, μετά την περιπέτεια του 2001. Όλοι έβλεπαν το πρόβλημα, όλοι έλεγαν πως πρέπει να λυθεί, αλλά κανείς δεν αναλάμβανε το κόστος, που υποτίθεται πως ήταν μόνο πολιτικό. Στην πραγματικότητα, το λεγόμενο πολιτικό κόστος στάθηκε η αφορμή για να μην λύνεται το πρόβλημα, ώστε να συνεχίζεται το πάρτυ των δις και τρις, αφού ήταν πολύ το χρήμα. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ (οι βασικοί υπεύθυνοι και ως εμπνευστές του συστήματος που σήμερα κατέρρευσε και ως διαχειριστές) με διάφορες προφάσεις κάθε φορά κουκούλωναν το πρόβλημα με επιμέρους ρυθμίσεις, αποφεύγοντας την ριζική αλλαγή του συστήματος και της λειτουργίας του Κοινωνικού Κράτους.

Το Κοινωνικό Κράτος το 2006 στοίχιζε, 40 δις ευρώ κατ έτος, αν και οι εισπράξεις του, δεν ξεπερνούσαν τα 25 δις, πολλές φορές ήταν και κάτω των 20 δις ευρώ. Η αιτία του υπερβολικού κόστους ήταν η απίστευτη κλοπή, μέσω ενός αδιαφανούς συστήματος προμηθειών, τιμολόγησης και συμφωνιών. Όπως και των χαριστικών ρυθμίσεων και απονομής συντάξεων ή επιδομάτων για λόγους ψηφοθηρικούς. Από κοντά δυστυχώς και τα κόμματα της Αριστεράς έριχναν την μπάλα στην εξέδρα, ζητώντας –και σωστά- να μην θιγούν τα δικαιώματα των αδυνάτων αποφεύγοντας όμως το πρόβλημα. Το ίδιο και τα Συνδικάτα μιλούσαν για τα υπάρχοντα δικαιώματα , βάζοντας τα πάντα στο ίδιο τσουβάλι, αποφεύγοντας να δουν ότι έρχεται μπόρα, την οποία δεν θα αποφύγουμε.

Το σκόπιμο χάος

Πίσω από τη λέξη Ασφαλιστικό στην Ελλάδα επικρατεί ένα αλλαλούμ, αφού οι πολιτικές ηγεσίες και οι άμεσα εμπλεκόμενοι φορείς (από γιατρούς και εταιρίες έως συνδικάτα) δεν θέλησαν ποτέ να διεξάγουν ένα ολοκληρωμένο διάλογο.

Αποσπασματικά, μιλούσαν ξεχωριστά για τις συντάξεις, ξεχωριστά για τα νοσοκομεία και  σχεδόν ποτέ για τα φάρμακα τις τιμές και το κόστος νοσηλείας που πλήρωναν τα Ταμεία.Σχεδόν ποτέ δεν μίλησαν για την διαχείριση των Ταμείων. Κανένας δυστυχώς ούτε τα συνδικάτα ή η Αριστερά δεν ζήτησαν έλεγχο της διαχείρισης του ΙΚΑ. Ασκούσαν κριτική, ζητούσαν παροχές, μιλούσαν γενικώς για κλοπές. Το αποτέλεσμα ήταν να μην γίνεται ποτέ αντιληπτό το συνολικό πρόβλημα και φυσικά οι πραγματικές αιτίες των προβλημάτων.

  1. Ο προϋπολογισμός επιβαρυνότανε κάθε χρόνο και περισσότερο με τις ανάγκες των ασφαλιστικών Ταμείων.
  2. Το κόστος εργασίας αυξανόταν συνεχώς στην Ελλάδα (αν και οι μισθοί έμεναν μικροί) εξαιτίας των ασφαλιστικών εισφορών τις οποίες πλέον δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν κυρίως οι μικρομεσαίοι.
  3. Η δημόσια διοίκηση, τα συνεχή προνόμια και η φάμπρικα των αναδρομικών εφ απαξ, των αναδρομικών επιδομάτων και των αναδρομικών ωφελημάτων για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, δημιουργούσε εκρηκτικά ελλείμματα.

Εμφανίστηκαν λοιπόν επιμέρους λύσεις, οι οποίες πολύ γρήγορα έγιναν μέρος του συνολικού προβλήματος. Το πρόβλημα φάνηκε πολύ νωρίς, το 1989, δηλαδή 6 μόλις χρόνια μετά την δημιουργία του ΕΣΥ.

Η κυβέρνηση Ζολώτα και μετά η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαπίστωσαν πως μεγάλοι ασφαλιστικοί οργανισμοί, όπως το Ι.Κ.Α., το Ν.Α.Τ., το Τ.Σ.Α. κ.λπ., αδυνατούσαν να καταβάλουν ακόμα και τις μηνιαίες συντάξεις. Συνταξιούχοι και ασφαλισμένοι ήταν καθημερινά στους δρόμους.

Για να πληρωθούν οι συντάξεις τα Ταμεία κατέφευγαν σε δανεισμούς από το τραπεζικό σύστημα, με δυσμενέστατους όρους και με την εγγύηση του Κράτους, δεδομένου ότι η αξιοπιστία τους ήταν πολύ χαμηλή. Εγιναν ρυθμίσεις, οι οποίες πράγματι ισορρόπησαν τις παροχές, τον τρόπο και τους όρους απόδοσης συντάξεων.

Αφησαν όμως ανέγγιχτα τα ουσιώδη προβλήματα, δηλαδή τα έσοδα και τον έλεγχο των εξόδων σε ολα τα κομμάτια του προβλήματος.

Ακόμα και η πρόταση Σπράου που εμφανίστηκε επι κυβερνήσεως Μητσοτάκη δεν ήταν μια συνολική πρόταση, αλλά αφορούσε μόνο τις συντάξεις.

Μετά το 1995, το πρόβλημα κτύπησε στα νοσοκομεία. Εγιναν και πάλι επιμέρους παρεμβάσεις για κάποιο έλεγχο- περιορισμό του κόστους χωρίς όμως να ληφθούν κάποια ουσιαστικά μέτρα. Δεν άλλαξε ο τρόπος επιλογής των διοικητών των νοσοκομείων, δεν άλλαξε ο τρόπος προμήθειας και ελέγχου των συμφωνιών, δεν άλλαξε ο χαοτικός τρόπος λειτουργίας των αποθηκών των νοσοκομείων. Δεν άλλαξε ούτε και ο τρόπος σύναψης συμφωνιών των Ταμείων με τα νοσοκομεία. Και φτάσαμε στο 2001.

Η κυβέρνηση Σημίτη ανακοινώνει πως υπάρχει πρόβλημα και πρέπει να γίνει μια μεγάλη μεταρρύθμιση.

Ο μόνος που πίστεψε πραγματικά σ αυτήν, ήταν ο Τάσος Γιαννίτσης. Σχεδόν σύσσωμη η τότε κυβέρνηση , την απέρριψε, την υπονόμευσε (και μέσω των συνδικαλιστών της) και την ακύρωσε.

Η ευθύνη όμως έπεσε στον λαό , κάτι που το λένε έως και σήμερα. Το προηγήθηκε της μεταρρύθμισης που δεν έγινε; Παρέμβαση της κυβέρνησης στις τιμές των φαρμάκων, η οποία, υπερδιπλασίασε το κόστος για τα Ταμεία, τα νοσοκομεία και τις τσέπες των ασφαλισμένων. Και επίσης το…χρηματιστήριο, που “κούρεψε” τα λεφτά των Ταμείων.

Η πρόταση Γιαννίτση δεν ήταν μια συνολική πρόταση για όλο το πρόβλημα. Προσπάθησε να διορθώσει το κόστος των συντάξεων, δηλαδή να μειώσει το κόστος δια των ορίων ηλικίας και ν αλλάξει κάπως το τρόπο απονομής των συντάξεων.

Δεν είχε όμως προηγηθεί καμία προσπάθεια περιορισμού της σπατάλης και της κλοπής. Το τραγικό ήταν, πως ακόμα και οι Βρετανοί αναλογιστές, στην δική της Αναλογιστική Μελέτη, έγραψαν πως δεν έχουν στοιχεία ούτε για τον αριθμό των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ.

Άλλο νούμερο έδινε το ΙΚΑ (3,5 εκ ασφαλισμένοι) άλλο η Στατιστική Υπηρεσία (1,5 εκ ασφαλισμένοι) και άλλο το υπουργείο Εργασίας (1,8 εκ ασφαλισμένοι).

Η άρνηση να λύσουν το πρόβλημα φάνηκε και από το γεγονός οτι ο τότε υπουργός Οικονομικών Ν. Χριστοδουλάκης είχε επιτρέψει να φτιαχτεί ενα Μητρώο (βάση δεδομένων) των ασφαλισμένων στον δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μαζί και των προστατευομένων μελών. Το Μητρώο αυτό κλειδώθηκε αμέσως (μετά από απίστευτες διαμαρτυρίες της ΑΔΕΔΥ) και το πέταγε ο ένας υπουργός στον άλλο σαν καυτή πατάτα.

Δεν έγινε καμία προσπάθεια να υπολογιστεί επίσης: 
– Πόσο πλήρωναν τα Ταμεία για συντάξεις και πόσο για νοσήλια-φάρμακα; Ώστε να φανεί που είναι η μεγαλύτερη τρύπα.
– Πόσο στοίχιζαν στον προϋπολογισμό τα Ταμεία των υπαλλήλων του δημοσίου, των ΔΕΚΟ, των ΟΤΑ κλπ και πόσο τα Ταμεία των ιδιωτικών υπαλλήλων;

Η σύγκριση μάλλον δεν συνέφερε το πολιτικό προσωπικό της χώρας γι αυτό και το στοιχείο κρατιόταν επτασφράγιστο μυστικό.
– Πόσο στοίχιζαν οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης για αναδρομικά εφ απαξ και αναδρομικές συντάξεις; (Κάποια στοιχεία μιλούσαν για αύξηση 15% της συνολικής επιβάρυνσης του προϋπολογισμού για τα Ταμεία του δημοσίου).

  • – Ποιοι ακριβώς είναι οι ισολογισμοί και οι προϋπολογισμοί των ασφαλιστικών Ταμείων ;
  • – Πόσα είναι τα χρήματα που έπαιξαν στο Χρηματιστήριο , πόσα «χαρτιά» είχαν στα ντουλάπια τους αντί ρευστού;

Και επίσης:

  • Πόσοι ήταν οι ασφαλισμένοι στην Ελλάδα και σε κάθε Ταμείο ξεχωριστά;
  • Πόσοι ήταν οι ασφαλισμένοι στα Ταμείο του δημοσίου και στα Ταμεία του ευρύτερου δημόσιου τομέα και πόσοι στα ταμεία του καθαρά ιδιωτικού τομέα;
  • Ποια ακριβώς είναι η κατάσταση των Ταμείων; Πόσα είναι υγιή και πόσα είναι αυτά που πλέον δεν μπορούσαν να σωθούν.

Και δεν μιλάμε για ποιο σύνθετα προβλήματα όπως, πόσο π.χ επιβάρυνε το ασφαλιστικό σύστημα το κόστος παραγωγής στις διάφορες κατηγορίες επιχειρήσεων, πόση ήταν η ανταποδοτικότητα του συστήματος κλπ, κλπ.
Μετά την αποτυχία τους εγχειρήματος Γιαννίτση ο Δ. Ρέππας έκανε ένα μίνι ασφαλιστικό με κάποιες ρυθμίσεις, ώστε να μαζευτεί κάπως το πρόβλημα.

Η ΝΔ μετά το φιάσκο του ΠΑΣΟΚ το 2001 έτρεμε αλλά ήταν υποχρεωμένη από την ΕΕ και λόγω των τεράστιων ελλειμμάτων να ασχοληθεί με το θέμα. Με αφορμή το ασφαλιστικό των Τραπεζών, έδειξε ότι θα αρχίσει να ασχολείται με το ασφαλιστικό του δημοσίου για να απαλλαγεί από ένα σημαντικό τμήμα του κόστους. Στην πορεία όμως εμφανίσθηκε η Κομισιόν πιεστικά ζητώντας λύσεις. Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν μπορούσε να αποφύγει το πρόβλημα, αφού όλα ήταν και πάλι στο κόκκινο και με την Κομισιόν να πιέζει αφόρητα λόγω των ελλειμμάτων. Η κυβέρνηση Καραμανλή έδειξε μάλιστα ότι θα ξεκινήσει από την πηγή των μεγάλων ελλειμμάτων που είναι τα Ταμεία του Δημοσίου και με αφορμή τα Ταμεία των εργαζομένων στις Τράπεζες και στις ΔΕΚΟ.

Όμως μετά από μια «μυστική» σύσκεψη των αρμοδίων υπουργών, άρχισαν τα κόλπα με τον διάλογο για να πάρουμε μέτρα για την βιωσιμότητα του συστήματος μετά το 2020 και άλλα τέτοια. Δεν θέλησαν οι υπουργοί του Καραμανλή να αποδεχθούν ευθέως ότι το πρόβλημα δεν είναι για το 2020, αλλά ήταν επίκαιρο και καυτό. Αυτό που έγινε τελικώς ήταν και πάλι κάποιες ρυθμίσεις. Η αλήθεια όμως είναι πως η κυβέρνηση Καραμανλή, ενοποίησε Ταμεία, κατάργησε μερικούς “κουμπαράδες” δήθεν επικουρικά Ταμεία ιδίως σε Τράπεζες. Οι παρεμβάσεις Αλογοσκούφη δεν στάθηκαν ικανές να αλλάξουν την πορεία προς την καταστροφή.

Το σκάνδαλο  των φαρμάκων

Ενα απο τα μεγαλύτερα προβλήματα για το ασφαλιστικό ήταν το κόστος των φαρμάκων. Κανένας ποτέ δεν θέλησε να μιλήσει γι αυτό το τεράστιο θέμα, το οποίο βούλιαξε το ΕΣΥ και χάρισε δις σ ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο σύστημα διαπλοκής.

Η φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα, το 1987 ήταν μόλις 193 εκατομμύρια ευρώ. Και το 2008 ήταν 8.676.000.000 δισεκατομμύρια ευρώ.

Το 2010 άγγιξε τα 10 δις ευρώ. (Τα στοιχεία αυτά στηρίζονται στα επίσημα στοιχεία του κράτους, στον ΕΟΦ, στα στοιχεία που δίνουν οι ίδιες οι φαρμακευτικές εταιρίες για τις πωλήσεις τους). Η χώρα μέσα σ αυτά τα χρόνια δεν αντιμετώπισε λιμούς, επιδημίες ή καταστροφές.

Η κατανάλωση παρά τους μύθους, δεν άλλαξε ποτέ σημαντικά. Οι φαρμακευτικές ανάγκες του πληθυσμού (πραγματικές και πλαστές, λόγω της συνταγογράφησης) δεν εκτινάχθηκαν ποτέ. Εκτινάχθηκε όμως η δαπάνη, το κόστος, τα λεφτά που πλήρωναν αφειδώς νοσοκομεία και Ασφαλιστικά Ταμεία. Μέσα από διάφορα τεχνικά τρικ, αξιοποιώντας την δυσκολία κατανόησης των τεχνικών παραμέτρων που καθορίζουν το φάρμακο, κυρίως όμως στήνοντας μια μηχανή καθορισμού τιμών ώστε να δημιουργούνται τεράστιες υπεραξίες, το πολιτικό σύστημα, χάρισε τρισεκατομμύρια στις φαρμακοβιομηχανίες, οδηγώντας μέσα σε 20 περίπου χρόνια στην απόλυτη κατάρρευση.

Συγχρόνως το πολιτικό σύστημα και η κρατική μηχανή, κρατώντας ως βασικό εργαλείο την τιμολόγηση, επέτρεψαν σε γιατρούς, ή και φαρμακοποιούς, καθώς και σε νοσοκομειακούς παράγοντες, να αυθαιρετούν, συνταγογραφώντας ανεξέλεγκτα. Ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) σε μελέτη του απέδειξε ότι το σύστημα υγείας στην Ελλάδα είναι το δεύτερο πιο αναποτελεσματικό και σπάταλο (μετά την Ιρλανδία) σε όλο τον κόσμο.

Η διαφορά φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα και στην Σουηδία (ένα από τα καλύτερα και ακριβότερα συστήματα υγείας) ήταν 4,5 δις ευρώ. Η Ελλάδα πλήρωσε το 2010, 8,5 δις ευρώ και η Σουηδία μόλις 4,1 δις ευρώ. Στον κάθε έλληνα (ασφαλισμένο-φορολογούμενο) του αναλογούν 810 ευρώ το χρόνο για φάρμακα, ενώ στον κάθε σουηδό μόλις 380 ευρώ το χρόνο.

Με τα χρόνια το σύστημα ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η στάση γιατρών που δημοσίως υποστηρίζουν πως δεν επιθυμούν να αλλάξει το σύστημα τιμολόγησης.

Οι μεγάλοι κερδισμένοι είναι δύο:

  1. -Οι φαρμακευτικές εταιρίες
  2. – Το πολιτικό σύστημα.

Το τελευταίο πρέπει κάποτε να απολογηθεί για την αλόγιστη δαπάνη που συνέβαλε στο χρέος της χώρας αλλά και στην διάλυση του ΕΣΥ. Τα υπερκέρδη των εταιριών δεν μπορεί να έμειναν μόνο στις εταιρίες.

Στο περιθώριο των συνεδρίων και των ημερίδων για το φάρμακο, η συζήτηση αφορά τα …έξοδα των εταιρών προς τρίτους. Η Βουλή καλείται να εξετάσει ως ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα, το πώς και το γιατί επετράπη αυτή η εκτίναξη της δαπάνης. Δεν ήταν ένα απλό λάθος, ήταν μια συνειδητή επιλογή, μια συνειδητή πολιτική που δυστυχώς εφαρμόστηκε από διαφορετικές κυβερνήσεις.