Χρόνια Πολλά-Καλές γιορτές με στίχους του Γ. Σουρή για το … 1894!

Το anexartitos.gr εύχεται στους αναγνώστες του Χρόνια Πολλά, με υγεία το 2015!!!

Πρωτοχρονιάτικά σατιρικά στιχουργήματα του Σουρή, από τον «Ρωμηό» του νέου έτους 1-1-1894,  αναδημοσιεύουμε σήμερα. Θέμα του η πολιτική, οικονομική και κοινωνική επικαιρότητα, σχεδόν όμοια με τη σημερινή: φόροι, δάνεια, οικονομικά μέτρα, φτώχεια του απλού κόσμου, αλλά και τα …κακά του ρωμαίικου! 

“Ο Ρωμηός”

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή του νέου χρόνου
και μην ακούτε της βρισιαίς του κάθε φαμφαρόνου.
‘Στη ράχη φορτωθήκαμε τη Μαύρη μας τη Μοίρα
να ψάλωμε τα κάλαντα ‘στους μαχαλάδες γύρα.

Δέστε καράβι μια φορά εις τη γερή μας πλάτη,
oπού την ώρα κι’ είκοσι μπορεί να πέρνη μίλια…
θα πάμε να το δείξωμε κι απάνω ‘στο Παλάτι
για να χαρή κι ο Βασιλιάς μαζί με τη φαμήλια.

Αυτά τα θεοκάραβα, που τζάμπα τ’ αγοράσαμε
και του Σεβάχ θαλασσινού τα βάσανα ‘περάσαμε,
μας λεν πως θα τα βγάλουνε εις την δημοπρασία
και για τους τόκους θα γενούν εσπερινή θυσία.

Αλλ’ έννοια σας, μωρέ παιδιά, κι αν μας τα κατασχέσουν
τα ξακουστά καράβια μας ποτέ δεν θα ξεπέσουν,
και δίχως καν να βγάζουνε καπνό απ’ τα φουγάρα
θα ‘ναι φοβερ’ αδιάκοπη σε καθεμιά μαγάρα.

Χαρά σ’ εμάς, χαρά σε σας, χαρά ‘στην Βασιλεία…
τα τρία θεοβάπορα θα μας καλοκαρδίσουν…
επαναστάται τα ζητούν κι’ από την Βραζιλία
Το Ρίον Ιανέιρον μ’αυτά να βομβαρδίσουν.

Αλλ’ έννοια σας, μωρέ παιδιά, κι εμείς δεν τα πουλούμε,
πάντα με τα κανόνια των τον κόσμο θα χαλούμε,
και κάλλιο τ’ άδεια πιάτα μας να γλείφωμε σαν γάταις
και μόνο μέλι άγριο να τρώγωμε κι ακρίδες,
παρά χωρίς πολεμικαίς να ζήσωμε φρεγάταις,
που σκιάζουνε τους κοκοβιούς, της γόπες και μαρίδες.

Αρχιμηνιά κι’ αρχιχρονιά και μπουμ μια μπαταρία
κι Αη Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
νέα διαμαρτύρησι των δανειστών μας δείχνει
και βαρελότα δεξιά κι’ αριστερά μας ρίχνει.
Βασίλη μου, τι γίνεσαι; Βασίλη, τι θα γένης;…
Βασίλη, πόθεν έρχεσαι;… Βασίλη, πού πηγαίνεις;…

-Από την Λόντρα ‘πέρασα κι’ οι φίλοι σας Εγγλέζοι
εσκύβανε με συλλογή σ’ ένα μακρύ τραπέζι…
μεγάλος θρήνος και βρυγμός… της τρίχαις των μαδούν
και μήτε καν ζωγραφιστούς δεν θέλουν να σας δουν.
Κουράγιο, τους εφώναξα, υπομονή κομμάτι
κι’ ο Λόρδος ντούρος στέκεται απάνω στην βαλβίδα,
κι’ αυτοί μ’ αγριοκύτταξαν με γουρλωμένο μάτι
κι’ ούτε πουδίγκαις μούδωσαν μ’ Ελληνική σταφίδα,
και μούπαν αντιπρόσωπο τον Τσέστων πως θα στείλουν
να μάθη τι σας ώφειλαν και πόσα σας οφείλουν.

-Κι απ’ τη Γαλλία διάβηκα, την πρώτη φιλενάδα σας,
κι’ εκείνη σώνει και καλά γυρεύει την αρμάδα σας,
κι αν στέμματα στον Βασιληά ο Μοντολών προσφέρη
μα καθεμιά εφημερίς και Παρισιάνα τσούπα
με γλώσσα Παρισιάνικη και τεντωμένο χέρι
ψάλλει για σα, Μυλλόρδε μου, όσα δεν σέρν’ η σκούπα.

-Επέρασα για μια στιγμή κι’ από την Γερμανία,
την προσφιλή σας συγγενή και πρώτη συμπεθέρα,
κι’ εκείνη με μουγγρίσματα και με θυμού μανία
ζητεί των συμπεθέρων της να κόψη τον αέρα.
Σκασμός μωρέ Φλούχτηδες, ‘στους συμπεθέρους είπα,
κι’ αυτοί μου ‘κόψαν με φωναίς τη δυνατή μου φόρα,
κι’ εφώναξαν πως οι Ρωμηοί δεν έχουν διόλου τσίπα
κι’ όλοι των εβλαστήμησαν χίλιαις φοραίς την ώρα,
που τους κατέβη κι’ έκαμαν με τους Ρωμηούς χωριό
και τον μπελά των ‘βρήκανε με το συμπεθεριό.

-Αη Βασίλη, τι μας λες και πώς μας χολοσκάνεις;
φάγε μελομακάρουνα το στόμα να γλυκάνης.
-Αμμ τι να φάω και να πιω, που τίποτα δεν ‘βρίσκω,
και παίζει κι η κοιλίτσα μου μαζί σας Καραΐσκο;
Αχ! άφησέ με, Λόρδε μου με τα ψηλά φωκόλα,
και δώστε μου για γλύκυσμα φαρμακωμένη φόλα.

-Γεια σου, Μπουρλότε θαυμαστέ… μ’ ένα μεγάλο σκέρτσο
εσύ με τρόπο έφερες τον ένα κι’ άλλον τέρτσο…
Μυλλόρδε, πόδι κτύπησε… Μυλλόρδε, ντούρος σήκω,
κι όλους εσύ τους έφερες ‘στον πρώτο πρώτο λύκο,
κι ερούφηξες σιγά σιγά τα δανεικά των πλούτη
με το μεγάλο σφόλιο σου και με το μπαλαμούτι,
κι απ’ όσους έπαιξαν με σε κανείς δεν ήλθε σότος
κι απ’ όλους ονομάζεσαι μπαλαμουτιέρης πρώτος.

Μ’ εκείνα τα τερτίπια σου, Σωτήρα, τα καπάτσα
ως τώρα μόνο τα μισά τους ‘πήρες με τη φάτσα,
όμως σαν πρωτομάστορης και πρωτοκατεργάρης
μπορείς και τρία τάταρτα ‘στο μέλλον να τους πάρης,
κι’ αν με τα τέρτσα παίξουνε κι’ αν παίξουν με τα σότα
κι’ έτσι κι’ αλλοιώς στη ράχη των θα σκάσουνε μπουρλότα.

Αρχιμηνιά κι’ αρχιχρονά, και τούτο το καράβι
ας βλέπη κάθε μπουνταλάς και της Φραγκιάς κουτάβι.
Αρχιμηνιά κι’ αρχιχρονιά και μπουμ μια μπαταρία
κι Αη Βασίλης έρχεται από την Εσπερία.
Σκορπά χαρτί ‘στους δανειστάς και με τα δυό του χέρια,
κρατεί λιβάνι και κεριά και μαύρα βουλοκέρια,
πετά ‘στα μούτρα των Ρωμηών σουπιαίς και καλαμάρια,
βαστά και για της ράχαις των γαϊδουρινά σαμάρια.

Αρχιμηνιά κι’ αρχιχρονία… τον κόσμο τον τ’ αράξαμε
και με τη Μαύρη Μοίρα μας σία, παιδιά, κι’ αράξαμε,
και προς τιμήν της στρούγγας μας, του κράτους και του θρόνου
τέρτσους να ξαναφέρωμε τους δανειστάς του χρόνου.
Στους Ρωμηούς τους βόας-βους
πάντα χρόνους ακριβούς
και ‘στους ξένους τους γκαβούς
και μεγάλους παλαβούς
ένα κόσκινο βολβούς.