ΔΑΣΚΑΛΕ, ΓΙΑΤΙ;

Μέρα που 'ναι η σημερινή, σχολική μνήμη και μαζί σαν ένας μικρός προβληματισμός περί την παιδαγωγική το ακόλουθο κείμενο γραμμένο προ τετραετίας.

ΔΑΣΚΑΛΕ, ΓΙΑΤΙ;

«Θα σας λιώσω στο ξύλο, διαβόλοι! Τι νομίζετε! Θα σας αφήσω να κάνετε ό, τι θέλετε! Γράμματα! Γράμματα! Να μάθετε γράμματα!…».

Κωστής Παλαμάς, (από το διήγημα «Το σκολειό και το σπίτι», Άπαντα, εκδόσεις Γκοβόστης).

Η φράση που αποδίδεται στον Μ. Αλέξανδρο «στους γονείς οφείλομεν το ζην, στους δε διδασκάλους το ευ ζην», νομίζω ότι περιέχει μεγάλη δόση αλήθειας. Και για να μιλήσω προσωπικά, στη μαθητική μου διαδρομή, ευτύχησα να έχω δασκάλους, αντάξιους της αποστολής τους, που με έμαθαν, αν μη τι άλλο, να διαβάζω και να σκέφτομαι. Γι’ αυτό πάντα θα τους θυμάμαι με ευγνωμοσύνη.

Του Νίκου Φαλαγκάρα [nicfalag@yahoo.gr]
Του Νίκου Φαλαγκάρα
[nicfalag@yahoo.gr]

Αν τύχαινε να συναντήσω σήμερα κάποιον από τους δασκάλους που είχα (το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘60) στο Δημοτικό Σχολείο και οι οποίοι, για την εκπλήρωση του παιδαγωγικού τους έργου, χρησιμοποιούσαν ως αναγκαίο μέσο πειθαρχίας και σωφρονισμού το ξύλο (ομολογώ ότι αρνούμαι να πιστέψω ότι υπάρχει περίπτωση μια τέτοια μορφή βαρβαρότητας να βγήκε από τον Παράδεισο), θα του υπέβαλλα το εξής ερώτημα – παράπονο, που δεκαετίες τώρα με βασανίζει: δάσκαλε, γιατί; Γιατί η κάθε μας αταξία ή αποτυχία θα έπρεπε να επισύρουν σκληρές ποινές; Γιατί δεν μπορούσε τάχα να αναζητεί άλλον τρόπο, πιο ήπιο και πάντως όχι βίαιο, ώστε να ανταποκρίνεται με επιτυχία στον ρόλο του; Πώς αισθανόταν μετά τη βίαιη σκηνή και ιδίως το βράδυ πριν αποκοιμηθεί;

Δεν ξέρω αν θα ήταν σε θέση να μου δώσει πειστική απάντηση – εξήγηση για κείνη τη συμπεριφορά του. Σκοπός μου, βέβαια, δεν θα ήταν να τον φέρω σε δύσκολη θέση, ιδίως σε μια περίοδο της ζωής όπου επιχειρεί κανείς έναν γενικό και τελικό απολογισμό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα με ενδιέφερε ν’ ακούσω μια -με το χέρι στην καρδιά- απάντησή του. Θα του υπενθύμιζα πάντως μερικά γνωστά μεν αλλά αναγκαία πράγματα που, νομίζω, θα διευκόλυναν τη συζήτηση.

Η δεκαετία του ’60 είναι η εποχή που η Ελλάδα, μετά τη λήξη του οδυνηρού εμφυλίου πολέμου, προσπαθεί, όχι χωρίς εμπόδια και δυσκολίες, να επουλώσει τις βαθιές πληγές της. Η περιφέρεια της χώρας βιώνει συνθήκες και καταστάσεις, που, στη σημερινή γλώσσα, θα τις χαρακτηρίζαμε τριτοκοσμικές.

Το Μυρόφυλλο ανήκει σαφώς σ’ αυτήν την «προνομιακή» κατηγορία. Φτώχεια και των γονέων. Το Σχολείο μας, που, μετά το κλείσιμό του, ελλείψει μαθητών, σήμερα κάποιοι ευφάνταστοι δημοτικοί άρχοντες σχεδιάζουν να του αλλάξουν προορισμό, άρα να ακυρώσουν την ιστορία του, αριθμούσε τότε πάνω από εκατόν πενήντα μαθητές και μαθήτριες. Χάλαγε ο κόσμος στο κέντρο του χωριού από φωνές, παιχνίδια, γέλια, κλάματα κ.λπ.

Κι ο δάσκαλος; Κατά κανόνα, στην έμμονη προσπάθειά του να μας μάθει γράμματα ώστε να πάψουμε «να είμαστε διαβόλοι», όπως λέει ο Παλαμάς, με το πρώτο στραβοπάτημά μας, άρπαζε τη -συνήθως κρανίσια, για να αντέχει στη συχνή χρήση-, βίτσα, που (θέλοντας και μη) του προμήθευε κάποιος από μας, και άργαζε τις λιπόσαρκες και ξυλιασμένες παλάμες μας.

Μα πιο πολύ αβάσταχτος ήταν ο ψυχικός πόνος. Και ακόμα χειρότερα ο μόνιμος πια φόβος για το τι θα ακολουθούσε την αδυναμία μας, ας πούμε, να ολοκληρώσουμε σωστά τη διαίρεση στον πίνακα ή να κάνουμε όσο γίνεται λιγότερα ορθογραφικά λάθη.

Μάταια το Υπουργείο Παιδείας απηύθυνε κατά καιρούς εντολές για το πώς (δεν) έπρεπε να σωφρονίζονται οι μαθητές. Έτσι, σε εγκύκλιο του που στάλθηκε το 1854 “προς τους δημοδιδασκάλους και τας δημοδιδασκαλίσσας”…σε αυστηρό τόνο εντέλλεται να μην κακοποιούνται οι μαθητές.

Υπάρχουν κάποιοι δάσκαλοι, υπογραμμίζει οι οποίοι αντίθετα προς το πνεύμα και το γράμμα του “Οδηγού της Αλληλοδιδακτικής”, αντίθετα προς τις επανειλημμένες υπομνήσεις του Υπουργείου και, ακόμη, αντίθετα με όσα υπαγορεύουν ο ορθός λόγος και η διεθνής κοινωνία, εννοούν να κακομεταχειρίζονται τους μαθητές.

Τους ραβδίζουν και τους μαστιγώνουν, κάποτε τόσο σκληρά, ώστε τα ίχνη του ξυλοδαρμού να μένουν ανεξίτηλα στα σώματα “αυτών των αθώων πλασμάτων, τα οποία η κοινωνία ενεπιστεύθη εις αυτούς όχι βέβαια ίνα τα απολάβη ηκρωτηριασμένα και μεμωλωπισμένα”.

Αυτή η “ανοίκειος έξις”, συνεχίζει, η εγκύκλιος του Υπουργείου, δεν ταιριάζει ούτε σε βαρβάρους ούτε σε Έλληνες. … Να απέχετε, τους λέει, από τέτοιες ποινές απάνθρωπες και να αρκείστε στις ποινές που επιτρέπει ο νόμος: στη γονυκλισία, την πολύωρη ανάγνωση, την ασιτία, την ολιγοσιτία, την φυλάκιση (τους έκλειναν στα υπόγεια των σχολείων, σύμφωνα με σχετικό βαυαρικό νόμο) και στην έκθεση με προσαρτημένο πάνω τους μαυροπίνακα.

Κρεμούσαν στον τράχηλο του άτακτου, μας εξηγεί ο Ι. Π. Κοκκώνης, ένα ποινικό παράσημο, πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο το σφάλμα για το οποίο τιμωρούνταν ο μαθητής». (ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ εισαγωγή στο βιβλίο του Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ “ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΚΟΛΕΙΟΥ”, Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ).

Μερικές φορές, και χωρίς αυτό να «νομιμοποιεί» τη χρήση βίας στο σχολείο, μερικοί γονείς ενεθάρρυναν τους δασκάλους να δέρνουν τα παιδιά τους, αφού το ίδιο έκαναν κι οι ίδιοι στο σπίτι, αρκεί να μην τους προξενούσαν ανεπανόρθωτες βλάβες. Σωματικές, γιατί τις ψυχικές ούτε καν τις υποψιάζονταν. Όλα αυτά για να γίνουν άνθρωποι…

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει στην “ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ” για την πρώτη του επίσκεψη στο δημοτικό σχολείο:

«…Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο. Μα το χέρι μου ήταν σφηνωμένο βαθιά μέσα στη φούχτα του πατέρα μου κι αντρειευόμουν. Μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιά αυλή κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.

Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα. Ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:

-Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.

Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. Κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.

-Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου

-Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.

-Το κρέας δικό σου του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου. Μη τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάνε τον άνθρωπο.

-Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη. Έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα».

Το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή του κειμένου, γιατί, δηλαδή, το καταλληλότερο εργαλείο, για να γίνει ένα ανυπεράσπιστο, συν τοις άλλοις και φτωχό παιδί, άνθρωπος, χρήσιμος για τον εαυτό του και την κοινωνία, ήταν η βίτσα, παραμένει ανοιχτό και η αναμενόμενη απάντηση μετέωρη.

Το ότι ανάλογη, ίσως και χειρότερη, μεταχείριση μπορεί να είχε δοκιμάσει κι ο ίδιος ο δάσκαλος στη δική του μαθητική ζωή ή ότι έτσι επέβαλλε το περίπου εκ Θεού εκπορευόμενο «εθιμικό δίκαιο», θα ήταν απλώς πρόφαση και υπεκφυγή.

Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πάντως είναι ότι η βίτσα και γενικά η βία, ως μέσο σωφρονισμού, ιδίως στην εκπαίδευση, το μόνο που κατορθώνει είναι να διαμορφώνει πολίτες φοβισμένους και χωρίς αυτοπεποίθηση. Για να μπορούν να υποτάσσονται ευκολότερα σε κάθε εξουσία. Δηλαδή ανθρώπους ανελεύθερους και ταπεινωμένους.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

24/ 04/2012