Η διάψευση των μεγάλων προσδοκιών

Από το όνειρο της παγκόσμιας ειρήνης στον εφιάλτη ενός νέου παγκοσμίου πολέμου (Μέρος 1ο)

Η διάψευση των μεγάλων προσδοκιών

Πάνε 26 χρόνια από τη διάλυση της ΕΣΣΔ και το τέλος του ψυχρού πολέμου. Εκείνη την περίοδο οι νικήτριες ελίτ της δύσης (οι μεγαλομέτοχοι μονοπωλιακών ομίλων και οι δορυφόροι τους) και οι παλινορθωμένες ελίτ των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, προέβαιναν σε βαρύγδουπες δηλώσεις για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Του Γιάννη Χουβαρδά
Πολιτικού Επιστήμονα

Διακήρυτταν ότι η υποχώρηση του σοσιαλισμού και η επικράτηση της ελεύθερης αγοράς, οδηγούσαν νομοτελειακά σε ένα κόσμο με περισσότερη ειρήνη, ευημερία, δημοκρατία και δικαιοσύνη. Αυτό το αφήγημα στηρίχθηκε σχεδόν από όλες εκείνες τις πληθυσμιακές ομάδες, που με τις τοποθετήσεις τους επηρεάζουν τη συμπεριφορά του κοινωνικού συνόλου (επιστήμονες, καλλιτέχνες κ.α).

Ως επακόλουθο ο απλός κόσμος βομβαρδιστικέ με άρθρα, εκπομπές και εκδηλώσεις, που τον καλούσαν να δεχτεί τους «μύθους» των ελίτ ως πραγματικότητα.

Τέτοιου είδους αντιλήψεις επίσης καλλιεργήθηκαν από την πλειοψηφία των αριστερών, προοδευτικών ακόμη και κομουνιστικών οργανώσεων της εποχής. Αυτές οι δυνάμεις είχαν από παλιότερα υιοθετήσει την άποψη, ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι παραγωγός  φτώχειας, αυταρχικότητας και συγκρούσεων. Ως εκ τούτου πανηγύρισαν την ανατροπή του.

Από την άλλη πλευρά οι διεθνείς δυνάμεις που έμειναν πιστές στην υπεράσπιση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ο αιώνα, ταλανιζόταν από μια βαθιά ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική κρίση. Αυτή δεν τις επέτρεψε να διαμορφώσουν ανταγωνιστικό αντίλογο απέναντι στις δοξασίες των ελίτ.

Κάτω από την πίεση αυτών των παραμέτρων οι λαοί ανέχτηκαν και ως ένα βαθμό χειροκρότησαν την υποχώρηση του σοσιαλισμού. Παράλληλα πείστηκαν ότι το συμφέρον της αγοράς είναι και συμφέρον της κοινωνίας.

Σε παγκόσμιο επίπεδο προέκυψε μια ευρεία συναίνεση γύρω από τις αγοραίες μεταρρυθμίσεις.

Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τον «παράδεισο» που ευαγγελίζονταν οι ελίτ.

Η εποχή των μεγάλων προσδοκιών ξεκινούσε…

Στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες τα γεγονότα έτρεξαν με γρηγορότερους ρυθμούς, αφού οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να βάλλουν εμπόδιο στις αγοραίες μεταρρυθμίσεις είχαν παροπλιστεί.

Η διοικητική γραφειοκρατία του σοσιαλιστικού κράτους είχε διαλυθεί, ενώ οι συνδικαλιστικές και πολιτικές οργάνωσης της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων είχαν αποδιοργανωθεί ή απαγορευθεί. Έτσι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές και οι κρατικές επιχειρήσεις αυτών των χωρών ιδιωτικοποιήθηκαν αμέσως. Ως επακόλουθο η δραστηριότητα τον οικονομικών μονάδων άλλαξε χαρακτήρα.

Από μέσα ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών μεταβλήθηκαν σε μέσα κερδοσκοπίας των ιδιοκτητών τους. Νέοι ιδιοκτήτες τους έγιναν μεμονωμένα άτομα. Επρόκειτο κυρίως για πρώην ανώτερους κρατικούς αξιωματούχους και οικονομικούς διευθυντές, οι οποίοι οικειοποιήθηκαν τον πλούτο των χωρών τους έναντι εξευτελιστικού τιμήματος. Συνακόλουθα άλλαξε το κριτήριο αξιολόγησης του οικονομικού προϊόντος.

Χρήσιμα αγαθά και υπηρεσίες δε θεωρούνταν αυτά που ικανοποιούσαν τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά αυτά που μπορούσαν να πωληθούν έναντι υψηλού κέρδους. Αντίστοιχα το κράτος μεταβλήθηκε από εργαλείο ανάπτυξης της κοινωνικοποιημένης οικονομίας σε εργαλείο προώθησης της ελεύθερης αγοράς.

Με αυτό το κριτήριο αξιολογούνταν πλέον οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι κρατικοί οργανισμοί.

Την ίδια περίοδο οι δυτικές κοινωνίες ξεκινούσαν τη βαθύτερη προσαρμογή τους στις ανάγκες των μεγάλων μετοχικών επιχειρήσεων.

Ωστόσο εδώ οι μεταρρυθμίσεις υλοποιήθηκαν σταδιακά και αργά. Αυτό συνέβη διότι υπήρχε το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος», το οποίο συντηρούσε μια ολόκληρη γραφειοκρατία υπαλλήλων. Η τελευταία αρνούνταν να παραιτηθεί από τα προνόμια της και διαπραγματευόταν τη θέση της στη νέα κατάσταση, κωλυσιεργώντας τις μεταρρυθμίσεις.

Αντίστοιχη αντίσταση προέβαλαν, κύρια με συντεχνιακό τρόπο, οι λαϊκές συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Παράλληλα η επιστροφή της αν. Ευρώπης, της πρώην ΕΣΣΔ, της Κίνας και της Ινδοκίνας  στην ελεύθερη αγορά, δημιούργησε προϋποθέσεις ευρύτερης συνεργασίας στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία.

Αντίστοιχα επέδρασε και η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων στην Ινδία και σε άλλες χώρες από την ομάδα των αδεσμεύτων.

Σε αυτά τα πλαίσια το σύμφωνο της Βαρσοβίας και το Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας, προοριζόμενα να υπηρετούν άλλου είδους οικονομική οργάνωση διαλύθηκαν.

Αντίθετα ενισχύθηκε το ΝΑΤΟ, ενώ η ΕΟΚ αναβαθμίστηκε σε ΕΕ. Παράλληλα δημιουργήθηκαν νέα σχήματα περιφερειακής συνεργασίας γύρω από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Γαλλία κ.α. Τέλος οι σχέσεις Ρωσίας – Δύσης, Κίνας – Δύσης και Ρωσίας – Κίνας βελτιώθηκαν. Ως επακόλουθο όλων αυτών αυξήθηκε το διεθνές εμπόριο, ενισχύθηκαν οι ξένες επενδύσεις, διευκολύνθηκε η μετακίνηση του εργατικού δυναμικού.

Η αυγή της «παγκοσμιοποίησης», όπως καθιερώθηκε να λέγεται η σύγχρονη τάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου, ήταν γεγονός.

Όμως το πραγματικό πρόσωπο της νέας εποχής αποδείχτηκε πολύ διαφορετικό. Τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων ήταν άλλα από αυτά που είχαν εξαγγελθεί.

Στη Δύση βασικά κοινωνικά δικαιώματα άρχισαν να ξηλώνονται. Η κοινωνική ασφάλιση έγινε ακριβή. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης ανέβηκαν, Η σταθερή εργασία αντικαταστάθηκε από τη μερική απασχόληση. Ο ημερήσιος χρόνος εργασίας έγινε λάστιχο. Οι προνοιακές παροχές ελαττώθηκαν. Ακρίβυνε η παιδεία, η υγεία κ.α.

Δραματικότερη υπήρξε η κατάσταση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Η ανεργία επανεμφανίστηκε. Οι μισθοί και τα εργασιακά δικαιώματα εξαϋλώθηκαν. Οι τιμές των καταναλωτικών ειδών αυξήθηκαν.

Οι κρατικές παροχές (παιδεία, υγεία, μεταφορές, κατοικία, κοινωνική ασφάλιση, αθλητισμός, θέρμανση, πολιτισμός κ.α) συρρικνώθηκαν και εμπορευματοποιήθηκαν.

Η ραγδαία επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου αποτυπώθηκε και στη διόγκωση φαινομένων, όπως η μείωση του προσδόκιμου ζωής, η μαζική μετανάστευση, η γιγάντωση του κοινωνικού εκφυλισμού (πορνεία κ.α.) και η μείωση του πληθυσμού.

Ταυτόχρονα νέες συγκρούσεις συγκλόνισαν τον πλανήτη, αφού στο ιμπεριαλιστικό σύστημα η συνεργασία και ο ανταγωνισμός πάνε χέρι με χέρι. Τα κράτη από τη μια συνεργάζονται για να επιτύχουν το μέγιστο οικονομικό προϊόν και από την άλλη ανταγωνίζονται για το πώς θα αυτό θα μοιραστεί. Συνακόλουθα ο κόσμος χωρίστηκε σε σφαίρες επιρροής, με βάση το ποιες εταιρίες λυμαίνονται τα διάφορα μέρη του πλανήτη.

Συνεπώς η επέκταση της «παγκοσμιοποίησης» προχώρησε μέσα από έναν έντονο ανταγωνισμό για το εύρος αυτών των σφαιρών επιρροής. Παναμάς, Ιράκ, Πρώην Γιουγκοσλαβία, Κέρας της Αφρικής,  Ρουάντα, Κονγκό, Δυτική Αφρική, Καύκασος, είναι μερικά από τα μέτωπα που διαμορφώθηκαν σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Τη μερίδα του λέοντος από τη μοιρασιά σε παγκόσμιο επίπεδο πήραν οι Η.Π.Α και ακολούθησαν η Μ. Βρετανία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία κ.α. Αντίθετα η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία πήραν ένα πολύ μικρότερο κομμάτι. Ανάλογη μοιρασιά έγινε και ανάμεσα στις περιφερειακές δυνάμεις στα διάφορα σημεία του πλανήτη.

Οι χώρες μέλη του ΝΑΤΟ και οι σύμμαχοι τους «έφαγαν» περισσότερο από τα απομεινάρια της παγκόσμιας «πίτας», σε αντίθεση με τις χώρες που υπήρξαν μέλη του συμφώνου Βαρσοβίας ή της ομάδας «αδεσμεύτων».

Το τίμημα της νέας μοιρασιάς του κόσμου πληρώθηκε και πάλι από τους λαούς. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο δισεκατομμύρια άνθρωποι παρέμειναν στην αθλιότητα και την καθυστέρηση, εξαιτίας της καταλήστευσης του πλούτου των χωρών τους από τις συμπράξεις ντόπιων και πολυεθνικών εταιρειών. Εντάθηκε η περιβαλλοντολογική καταστροφή.

Δημιουργήθηκαν εκατομμύρια νέοι πρόσφυγες και οικονομικοί μετανάστες.

Εκατομμύρια ήταν τα θύματα από τις πολεμικές επιχείρησης και τις μακροχρόνιες συνέπειες τους στην υγεία των κατοίκων.

Ωστόσο η νέα πραγματικότητα δεν αρκούσε για να αμφισβητηθεί το αγοραίο μοντέλο ανάπτυξης. Οι ελίτ αξιοποίησαν νέους «μύθους» για να δικαιολογήσουν τα κακώς κείμενα που προέκυψαν και να συντηρήσουν τη συναίνεση γύρω από τις μεταρρυθμίσεις.

Έτσι οι πολεμικές συγκρούσεις αποδόθηκαν σε διάφορους τοπικούς «τυράννους», όπως καθιερώθηκε να λέγονται όλοι οι ηγέτες που διαφωνούσαν με τη Δυτική ηγεμονία. Παράλληλα οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της δύσης σε μία σειρά από χώρες χαρακτηρίστηκαν ως ενέργειες προάσπισης της δημοκρατίας και της ειρήνης.

Την ίδια ώρα η Δύση καταλήστευε τον πλούτο των πρώην σοσιαλιστικών και αναπτυσσόμενων χωρών. Παράλληλα επωφελούνταν από τους ευνοϊκούς όρους δανεισμού που υπήρχαν στην παγκόσμια αγορά για να εξασφαλίζει νέες πηγές χρηματοδότησης. Έτσι τα κρατικά ταμεία γέμιζαν ρευστό. Αυτό το χρήμα αξιοποιήθηκε σε ένα μικρό βαθμό για να αναπληρωθούν οι ζημιές που προκαλούσε στο λαϊκό εισόδημα η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Παράλληλα η στασιμότητα που άρχισε να εκφράζεται στο βοιωτικό επίπεδο των κοινωνιών, αποδόθηκε στην ύπαρξη των «διογκωμένων» κρατικών παροχών. Ως λύση καταληχτικές η περαιτέρω εμπορευματοποίηση τους.

Τέλος τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες αποδόθηκαν, τόσο στις δήθεν μακροχρόνιες επιπτώσεις που είχε η λειτουργία του προηγούμενου συστήματος, όσο και στον τρόπο που συντελέστηκε η μετάβαση στην ελεύθερη αγορά.

Οπότε ευδοκίμησε ο «μύθος» ότι με τον καιρό και με ορθότερη κυβερνητική διαχείριση η κατάσταση θα αντιστραφεί. Στην κυριαρχία της παραπάνω αφήγησης συνέβαλε το γεγονός, ότι  οι λαοί της Δύσης ζούσαν σε καλύτερες συνθήκες.

Η αδυναμία των διεθνών αντιπάλων της αγοράς να συγκροτηθούν σε αξιόμαχη αντιπολίτευση και η τρομοκρατία που ασκούσε η Δύση (καταστρέφοντας τα κράτη που δε συμμορφωνόταν στις αποφάσεις της) σε όσους ανθρώπους ήθελαν να σκεφτούν διαφορετικά, διευκόλυναν την κυριαρχία των νέων «μύθων».

Η βασική συνισταμένη της νέας κοινωνικής αντίληψης συμπυκνωνόταν στη θέση:

Η «ευτυχία» που «σίγουρα» μπορεί να φέρει η αγορά, τελικά δεν είναι δεδομένη. Υπάρχει κίνδυνος διάφοροι αστάθμητοι παράγοντες να βλάψουν τις επιχειρήσεις και να φράξουν το δρόμο προς αυτήν. Από αυτούς τους παράγοντες πρέπει να προστατευθούμε…

Οι μεγάλες προσδοκίες συνεχίστηκαν στον καιρό του αλλόκοτου φόβου.

Ο 21ος αιώνας ξεκινούσε…