Έγκλημα και τιμωρία – σκέψεις για την ποινή του θανάτου

Η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Θανατικής Ποινής αποτελεί μία πρωτοβουλία του Παγκόσμιου Συνασπισμού για την Κατάργηση της Θανατικής Ποινής, που συνενώνει 38 μη κυβερνητικές οργανώσεις του κόσμου, ανάμεσά τους και τη Διεθνή Αμνηστία. Εορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Οκτωβρίου. Με την ευκαιρία αυτή αναδημοσιεύω κείμενο που γράφτηκε πριν από οχτώ χρόνια. όσοι πιστοί αναγνώστες, σπεύσατε:

Έγκλημα και τιμωρία – σκέψεις για την ποινή του θανάτου

Αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν αποτέλεσαν δύο πρόσφατα, αναμφίβολα συνταρακτικά περιστατικά, τα οποία εκ πρώτης όψεως είναι μεταξύ τους ασύνδετα, αφού το καθένα έχει τη δική του ιδιαιτερότητα και διάσταση.

Του Νίκου Φαλαγκάρα [nicfalag@yahoo.gr]
Του Νίκου Φαλαγκάρα
[nicfalag@yahoo.gr]

Πλην όμως, κοινός τόπος και σημείο αναφοράς τους είναι η θανατική ποινή: είτε ως αξίωση επαναφοράς της, είτε ως αποδοκιμασία και έκφραση αποτροπιασμού για την επιβολή της, αλλά και για τις συνθήκες εκτέλεσής της.

Το πρώτο είναι το στυγερό και πρωτοφανές για σύγχρονα ελληνικά δεδομένα πολλαπλό έγκλημα στο Αγρίνιο. Μπορεί να καταλάγιασε ο σχετικός θόρυβος γύρω από το θέμα, τον οποίον προκάλεσαν, ως συνήθως, ειδικοί τε και μη, όμως αυτό δεν αποδυναμώνει τη σοβαρότητά του.

Το άλλο η δι’ απαγχονισμού και υπό το φως της τηλεοπτικής κάμερας εκτέλεση του πρώην ηγέτη του Ιράκ Σαντάμ Χουσεϊν (έπονται στην αγχόνη και άλλα ηγετικά στελέχη του ανατραπέντος με τις αμερικανο-βρετανικές λόγχες καθεστώτος του), υπό το άγρυπνο βλέμμα και την καθοδήγηση προφανώς των κατοχικών δυνάμεων.

Στην πρώτη περίπτωση, κάποιοι θέτουν το ζήτημα (μάλλον για αξίωση πρόκειται) της επαναφοράς της ποινής του θανάτου, θεωρώντας ότι έτσι θα αποδοθεί ουσιαστικότερη δικαιοσύνη και θα ικανοποιηθεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα, το οποίο εν προκειμένω εμφανίζονται να εκφράζουν.

Στη δεύτερη, (το ζήτημα) τίθεται υπό άλλους όρους, βέβαια, και σε διαφορετικό επίπεδο, άπτεται όμως της ίδιας (ανθρώπινης) αξίας. Η επιβολή και οι συνθήκες εκτέλεσης της εσχάτης των ποινών, ακόμη και όταν αφορά έναν άνθρωπο, όπως Σαντάμ, που όντως βαρύνεται με πολλά και σοβαρά ανομήματα, δεν είναι δυνατόν να επιδοκιμάζεται σε καμία περίπτωση από κανέναν.

Ιδίως δε, από κορυφαίους παράγοντες της διεθνούς κοινότητας, όπως είναι νέος Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε., Μπαν-Κι-Μουν, ο οποίος έσπευσε να συνηγορήσει υπέρ αυτής της απεχθούς πράξης, εγκαινιάζοντας τον ύπατο θεσμικό του λόγο και ρόλο κατά τον ατυχέστερο τρόπο. Εκτός και αν η κίνησή του αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως επίδοση διαπιστευτηρίων στην αμερικανική υπερδύναμη, η οποία μέχρι τώρα στο Ιράκ και την ευρύτερη περιοχή μόνο σφαγές και αποσταθεροποίηση έχει επιφέρει.

Η εσπευσμένη εκτέλεση μιας θανατικής ποινής, σε μια χώρα που τελεί υπό καθεστώς κατοχής και εμφυλίου πολέμου, αναδεικνύει αρκετά θέματα έναντι των οποίων η διεθνής κοινότητα οφείλει να τοποθετηθεί και να αναλάβει τις ευθύνες της.

Πολύ δε περισσότερο, όταν το δικαστήριο που την εξέδωσε ήταν αμφισβητούμενης αξιοπιστίας και αμεροληψίας (δολοφονίες συνηγόρων, αποκλεισμός ενδίκων μέσων). Επομένως δεν λειτούργησε ως θεσμικό όργανο κράτους δικαίου που παρέχει τις ελάχιστες εγγυήσεις, αλλά υπό το βάρος και μέσα στο κλίμα της κατοχικής πραγματικότητας.

Σε ό,τι μας αφορά, ως γνωστόν η ποινή του θανάτου έχει καταργηθεί στον Ποινικό μας Κώδικα (άρθρο 86) με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 και άρθρο 1 παρ. 12 περίπτ. β΄ του Ν. 2207/1994 επικυρώθηκε δε η κατάργηση αυτή και με συνταγματική ρύθμιση (άρθρο 7 του Συντάγματος), αν και η εκτέλεσή της είχε de facto καταργηθεί (ο τελευταίος θανατοποινίτης, Β. Λυμπέρης, εκτελέσθηκε το 1972).

Η ρύθμιση αυτή αποτελεί, αφ’ ενός εκπλήρωση υποχρεώσεων που ανέλαβε (και) η χώρα μας έναντι Διεθνών Οργανισμών (Ο.Η.Ε., Συμβούλιο της Ευρώπης) και αφ’ ετέρου προϊόν πολιτικής και πολιτισμικής ωρίμανσης της κοινωνίας μας.

Διατηρείται, ωστόσο, στον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 8 και άρθρα του Εδικού Μέρους στη νέα μορφή του με τον Ν. 2287/1995), πάντως, για ορισμένα στρατιωτικά αδικήματα που διαπράττονται όμως σε καιρό πολέμου.

Μολονότι η ποινή του θανάτου, ως φιλοσοφικό, νομικό και κοινωνιολογικό ζήτημα, έχει απασχολήσει από την εποχή του Διαφωτισμού τους αντίστοιχους κλάδους της επιστήμης, αλλά και τις κοινωνίες, και έχουν δοθεί οι οριστικές απαντήσεις, με την απαραίτητη και πειστική τεκμηρίωση, εν τούτοις, στη χώρα μας, κάθε φορά που διαπράττεται ένα σοβαρό έγκλημα, βοηθούντων και των ηλεκτρονικών κυρίως μέσων ενημέρωσης, που σπεύδουν σε κυριολεκτικά ληστρική του εκμετάλλευση με τη συνακόλουθη διαπόμπευση των εμπλεκομένων, το ζήτημα επαναφέρεται. Θα έλεγα ότι αυτό γίνεται επί τη ευκαιρία και κυρίως υπό το βάρος και για τις ανάγκες της επίκαιρης και πρόσκαιρης φόρτισης που εκ των πραγμάτων προκαλείται στην κοινή γνώμη.

Γι’ αυτό, συνήθως, η όποια συζήτηση εξαντλείται εντός των περιορισμένων πλαισίων που διαγράφει αυτή η φόρτιση. Επομένως, δεν νομίζω ότι, από τέτοιες συγκυριακής τάξεως και ανάγκης «εκρήξεις», τίθενται εν αμφιβόλω τα επιχειρήματα και οι λόγοι που συνηγορούν υπέρ της κατάργησης της ποινής αυτής.

Σε μια συντεταγμένη και ευνομούμενη πολιτεία, η ποινή του θανάτου, από τους προβλεπόμενους σκοπούς της ποινής ως απάντηση στο έγκλημα, θεωρητικά τουλάχιστον, υπηρετεί μόνο αυτόν της γενικής πρόληψης, αφού ο καταδικασθείς, άπαξ και εκτελεστεί, παύει πλέον να ενδιαφέρει την έννομη τάξη της οποίας την ισορροπία, με την παράνομη συμπεριφορά του, διατάραξε πλήττοντας κάποιο σπουδαίο έννομο αγαθό.

Ειδική πρόληψη εν προκειμένω δεν μπορεί να νοηθεί. Από τη φύση της, ως ποινή, είναι απόλυτη, άκαμπτη και μη επανορθώσιμη στο πλαίσιο ενός ενδίκου ή μέσου ή της απονομής χάρης ή αμνηστίας.

Ούτε λοιπόν το δικαστικό σφάλμα έχει, στην προκειμένη περίπτωση, περιθώριο άλλης, ορθότερης, κρίσης, ούτε κάποιο ευεργέτημα από αυτά που σε πολλές περιπτώσεις χορηγούνται σε καταδικασθέντες και πράγματι αίρουν ζημιογόνες συνέπειες και αποκαθιστούν, έτσι, κλίμα ηρεμίας, ιδίως σε περιόδους εθνικών, πολιτικών και κοινωνικών κρίσεων.

Κυριαρχεί, λοιπόν, αυστηρά και αποκλειστικά ο τιμωρητικός χαρακτήρας της ποινής, αν όχι η εκδίκηση της οργανωμένης πολιτείας έναντι του παραβάτη του ποινικού νόμου. Βέβαια, και οι άλλες προβλεπόμενες ποινές ενέχουν τέτοιο χαρακτήρα, πλην όμως εκεί τα πράγματα αντισταθμίζονται και μετριάζονται, αφού ο δράστης του εγκλήματος αντιμετωπίζεται ως ένας άνθρωπος που παρανόμησε και του επιβλήθηκε μια ποινή, η οποία αποβλέπει, μετά τον σωφρονισμό του, στην επανένταξή του στο κοινωνικό σώμα.

Η ποινή του θανάτου αναμφίβολα αποτελεί κατάλοιπο άλλων σκοτεινών εποχών, κατά τις οποίες η ανθρώπινη ύπαρξη προσέγγιζε την αξία του μηδενός. Επιβιώνει εν τούτοις, δυστυχώς, και ισχύει σε 69 χώρες (πρωτοπόροι στις εκτελέσεις θανατοποινιτών Κίνα, Η.Π.Α. και Ιράν), ακόμη και για εγκλήματα μικρότερης απαξίας που στις χώρες, π.χ., της Ευρώπης τιμωρούνται με φυλάκιση. Οι δε τρόποι εκτέλεσής της ποικίλλουν, ανάλογα με το… πολιτισμικό επίπεδο εκάστης: από λιθοβολισμό μέχρι ηλεκτρική καρέκλα!

Είναι παρήγορο το γεγονός ότι όλο και περισσότερα κράτη προσχωρούν (μερικές φορές, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενα, ενόψει ένταξής τους σε υπερεθνικά σώματα: Τουρκία) στην (κοινή) λογική ότι η ποινή του θανάτου, είναι στις σημερινές συνθήκες, απαράδεκτη και αποδοκιμαστέα ως απάντηση της δημοκρατικά συγκροτημένης κοινωνίας σε οποιοδήποτε έγκλημα από οποιονδήποτε και αν διαπράττεται.

Το έγκλημα, ως έκνομη συμπεριφορά, (πρέπει να) ενδιαφέρει την πολιτεία και από την πλευρά του θύματος, αλλά και από την πλευρά του θύτη. Μια τέτοια σφαιρική θεώρηση, εκτός των άλλων, τη βοηθά ώστε να σταθμίζει και να καθορίζει, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την αντεγκληματική της πολιτική.

Η ίδια η ποινή του θανάτου, ως απάντηση στο έγκλημα και ιδιαίτερα στον δράστη του, αυτή καθαυτή, συνιστά ένα απεχθές έγκλημα που το διαπράττει, με ήσυχη τη συνείδηση, αυτή τη φορά, η οργανωμένη πολιτεία. Δηλαδή, τη στιγμή που αξιώνει, και δικαίως, από τους πολίτες της τον απόλυτο σεβασμό της ανθρώπινης αξίας, έρχεται, έστω σε ορισμένες περιπτώσεις, αντιφάσκοντας, να υπονομεύσει και να παραβιάσει η ίδια μιαν ύψιστη αρχή-θεμέλιό της, μετατρεπόμενη σε ύπατο δήμιο. Έτσι, όμως, υιοθετώντας το μακιαβελικό δόγμα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το ανάγει σε συστατικό στοιχείο και κριτήριο λειτουργίας της.

Αλλά, εύλογα, θα ρωτούσε κανείς, ακόμη και όταν ο σκοπός (υποτίθεται ότι) είναι άγιος (πράγμα υπό συζήτηση και σε κάθε περίπτωση), γιατί θα πρέπει να μην επιδιώκεται αυτό, αποκλειστικά και με συνέπεια, με τα ανάλογα μέσα, τουλάχιστον εκ μέρους της θεσμισμένης και αξιόπιστης πολιτείας, της οποίας η συμπεριφορά, εν πάση περιπτώσει, διαπαιδαγωγεί και παραδειγματίζει ανάλογα, θετικά ή αρνητικά, τα μέλη της;

Όσο για την εκτέλεση του Σαντάμ Χουσεϊν και ως επιμύθιο μεταφέρω μια φράση από το κύριο άρθρο της ιταλικής εφημερίδας «LA REPOUBBLIKA»: «Ο απαγχονισμός του Σαντάμ και η τηλεοπτική καταγραφή του συνιστούν επιστροφή στην παράδοση, στο θέαμα των σφαγών, δηλαδή των θανατικών ποινών που για χιλιετίες μετατρέπονταν σε δημόσιο θέαμα … Η δικαιοσύνη των κουκουλοφόρων δεν είναι νίκη των Ιρακινών, αλλά ένας νέος χομεϊνισμός, του οποίου οι μέθοδοι αγώνα δεν διαφέρουν και πολύ από αυτές της σανταμικής δικτατορίας».

ΝΙΚΟΣ ΕΠΑΜ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfala@yahoo.gr)
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
02/10/2008