ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ: ένας ευπατρίδης επαναστάτης

Θα αποτελούσε ελάχιστη απότιση φόρου τιμής και αιωνίας ευγνωμοσύνης  προς το πρόσωπο του Ευριπίδη Μπακιρτζή, η διοργάνωση ενός επιστημονικού Συνεδρίου από το Ανώτατο Πνευματικό μας Ίδρυμα, το ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ: ένας ευπατρίδης επαναστάτης

Του Παναγιώτη Νοτόπουλου,

Αν. Καθηγητή, ΤΕΙ Σερρών.

ΑΡΘΡΟ του Δρ. ΠάναγιώτηΝοτόπουλου
Αν. Καθηγητή, ΤΕΙ Σερρών.

Αποτελεί, αναμφίβολα, μεγίστη τιμή η,  έστω και καθυστερημένη, αναγνώριση εκ μέρους της πολιτείας της μεγίστης προσφοράς του άξιου τέκνου της Σερραϊκής γης, του ηρωικού στρατηγού Ευριπίδη Μπακιρτζή, το όνομα του οποίου κοσμεί για πάντα την ιστορία του λαού μας. Θεωρήσαμε χρήσιμο, επειδή για τις νεώτερες, ιδιαίτερα γενιές, ο Ευριπίδης Μπακιρτζής παραμένει ένας μεγάλος άγνωστος, να παραθέσουμε ορισμένα βιογραφικά, κυρίως, στοιχεία, ώστε να φωτιστεί η φυσιογνωμία  και η πορεία του ανθρωπιστή αυτού στρατηγού και πολιτικού, που οι θύελλες των μεταπολεμικών χρόνων στην Ελλάδα σκέπασαν τόσο την ζωή όσο και τον τραγικό του θάνατο με πολύ σκοτάδι …

Ευχαριστούμε, ιδιαίτερα τις εκδόσεις Επικαιρότητα, που με επιμέλεια του, συγκρατούμενου του Ευριπίδη Μπακιρτζή στην εξορία, Νίκου Μάργαρη μας έδωσε το βιβλίο ‘Ευριπίδης Μπακιρτζής’, που κυκλοφόρησε το 1981 και αποτελεί έναν ελάχιστο φόρο τιμής από το χρέος απέναντι σε αυτόν που αγάπησε την Ελλάδα, τον λαό της και δεν συμβιβάστηκε ποτέ μένοντας πιστός στα ιδανικά του.

 

Ένα σύντομο ιστορικό

Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής γεννήθηκε στις  Σέρρες τον Ιανουάριο του 1895. Ο πατέρας του Χρήστος Μπακιρτζής, γραμματέας στο ‘Ελληνικό Προξενείο’, πέθανε όταν ήταν μικρός και την ανατροφή του, καθώς και της αδελφής του Μαρίας, ανέλαβε η μητέρα τους Ευθαλία Μπακιρτζή το γένος Ζάκα, η οποία ήταν δασκάλα.

Ο Ευριπίδης είχε δύο ετεροθαλείς αδελφούς, εκ των οποίων ο ένας ήταν Μακεδονομάχος και ο άλλος εκτελέσθηκε από τους Βούλγαρους στις Σέρρες το 1916. Στις συντροφιές με τα παιδιά, ο Ευριπίδης ήταν αρχηγός και το κυριότερο παιγνίδι τους ο πετροπόλεμος με τα βουλγαρόπαιδα, που σιγά-σιγά πήρε άγρια μορφή και επειδή κάποια στιγμή απειλήθηκε η ζωή του μικρού Ευριπίδη από τους Βούλγαρους, η μητέρα του φοβήθηκε και φρόντισε το ταχύτερο να κατεβεί στην Αθήνα, όπου το 1908, ο Ευριπίδης  έδωσε  εξετάσεις στην Σχολή Ευελπίδων και πρώτευσε.

Εύελπις σε ηλικία δεκαεπτά ετών συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912–1913 και διακρίνεται στο Μπιζάνι. Επανέρχεται στη Σχολή με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού ‘επ’ ανδραγαθία’.

Αργότερα στον ελληνο-βουλγαρικό πόλεμο προάγεται πάλι ‘επ’ ανδραγαθία’ σε υπολοχαγό  και με αυτόν τον βαθμό αποφοιτά από την σχολή και τοποθετείται στο πυροβολικό της Μεραρχίας Σερρών.

Τον Μάιο του 1916, μετά την παράδοση του 4ου Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την είσοδο των Βουλγάρων στην Μακεδονία, ο Μπακιρτζής μαζί με τον Γ. Κονδύλη κατεβαίνει στην Καβάλα, από εκει στην Θάσο και στην συνέχεια στην Θεσσαλονίκη, όπου συμμετείχε στην ίδρυση της ‘Εθνικής Άμυνας’ και ανέλαβε διοικητής πυροβολαρχίας και διοικητής μοίρας πυροβολικού.

Λαμβάνει μέρος σε όλους τους πολέμους του 1917-1918 καθώς και στην νικηφόρα μάχη του Σκρα. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο τιμήθηκε με πολλά Ελληνικά και διεθνή παράσημα, όπως το Ελληνικό του Σωτήρος, το Αγγλικό DSO, το Γαλλικό Legion d’Honneur και με το αντίστοιχο Σερβικό.

Με την λήξη του πολέμου, ως αριστούχος της Σχολής Ευελπίδων, πήγε με υποτροφία στο Παρίσι το 1918, όπου φοίτησε στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία και πρώτευσε ανάμεσα σε τριακόσιους ογδόντα διακεκριμένους από όλα τα συμμαχικά κράτη.

Αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα με την κήρυξη του πολέμου και πολέμησε στην Μικρά Ασία. Στην μάχη του Σαγγάριου παρασημοφορήθηκε ενώ μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου το 1922 ενώ είχε ήδη φθάσει στον βαθμό του ταγματάρχη, συμμετείχε στην Επαναστατική Επιτροπή του Πλαστήρα που ανέτρεψε τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ μετά την Μικρασιατική καταστροφή.

Με την είσοδο των επαναστατικών δυνάμεων στην Αθήνα πήγε στον Έβρο, συνέπραξε στην αμυντική γραμμή του Μετώπου και υπήρξε ο εκπαιδευτής της περίφημης Στρατιάς Έβρου. Αργότερα, με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη, ως αρχηγός του πυροβολικού στο Ασβεστοχώρι της Θεσσαλονίκης ασχολήθηκε με την επανασύσταση και αναδιοργάνωση του Ελληνικού Στρατού.

 

Το αντεπαναστατικό κίνημα των Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου

Τον Οκτώβριο του 1923 εξερράγη το αντεπαναστατικό κίνημα των Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε στην οργάνωση και την εκδήλωση του κινήματος μια ομάδα μοναρχικών αξιωματικών, γνωστή ως “Οργάνωση Ταγματαρχών”, που βρισκόταν σε άμεση επαφή με τον Ι. Μεταξά.

Οι κινηματίες προσκαλούσαν την Επαναστατική Κυβέρνηση να διαλυθεί και είχαν κατορθώσει να προσεταιριστούν τις περισσότερες στρατιωτικές μονάδες στην Μακεδονία και την Θράκη, περιοχές που είχε αναλάβει να κινητοποιήσει ο Γ. Ζήρας, καθώς και όλες τις στρατιωτικές φρουρές της Πελοποννήσου, που οι αξιωματικοί τους ήταν, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, αντιβενιζελικοί. Ακόμη, εκδηλώθηκαν υπέρ του Κινήματος και μονάδες του Ε΄ Σώματος Στρατού στην Ήπειρο.

Αριστερά ο Μάρκος Βαφειάδης, στη μέση, ο επιτελάρχης της ΟΜΜ του ΕΛΑΣ Κωνσταντίνος Λαγγουράνης και δεξιά ο Ευριπίδης Μπακιρτζής.

Πιστές στην Επαναστατική Κυβέρνηση έμειναν οι φρουρές της Αθήνας , της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας και των Ιωαννίνων, καθώς και το Ναυτικό. Η Επαναστατική Κυβέρνηση, που αρχικά αιφνιδιάστηκε, αντέδρασε πολύ γρήγορα και δυναμικά.

Ο Νικόλαος Πλαστήρας αφού χαρακτήρισε το Κίνημα «προδοτική πράξη», κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο και κινητοποίησε τις στρατιωτικές μονάδες που είχαν μείνει πιστές στη κυβέρνηση. Η επίκληση ενότητας και η επίκληση των εκλογών, που είχαν προκηρυχτεί για το Δεκέμβριο του ίδιου έτους αλλά και η αποφασιστικότητα που έδειξε η κυβέρνηση, μετά την αρχική εφεκτική στάση του πρωθυπουργού Στ. Γονατά, απομόνωσαν τους Κινηματίες.

Στην πόλη της Θεσσαλονίκης, το Κίνημα δεν είχε προλάβει να εκδηλωθεί. Αξιωματικοί πιστοί στην κυβέρνηση, όπως ο Γεώργιος Κονδύλης, ο Ευριπίδης Μπακιρτζής, ο Στ. Σαράφης, ο Δ. Ψαρρός κ.ά. είχαν πληροφορηθεί τις κινήσεις των συνωμοτών και πρόλαβαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Στη συνέχεια, αντιμετώπισαν τις στρατιωτικές δυνάμεις που οδηγούσε εναντίον της πόλης ο Συνταγματάρχης Ζήρας και τις ανάγκασαν να παραδοθούν. Ο ίδιος ο Ζήρας κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία.

Στο νότο, οι Λεοναρδόπουλος και Γαργαλίδης, αφού συγκέντρωσαν στρατιωτικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο, πέρασαν τον Ισθμό και βάδισαν προς την Αθήνα. Τελικά, όμως, κυκλώθηκαν από κυβερνητικά στρατεύματα και αναγκάστηκαν να παραδοθούν, στις 27 Οκτωβρίου, άνευ όρων. Οι δύο ηγέτες του Κινήματος, Γεώργιος Λεοναρδόπουλος και Παναγιώτης Γαργαλίδης, καταδικάσθηκαν από στρατοδικείο σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε και αργότερα αμνηστεύθηκαν.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, που στη διάρκεια του Κινήματος βρισκόταν στην Κόρινθο, κατόρθωσε να διαφύγει κρυφά στην Ιταλία

Το 1926, ο Μπακιρτζής όντας αντισυνταγματάρχης, καταδικάστηκε σε θάνατο, διότι ήταν από τους πρωτεργάτες του στρατιωτικού κινήματος Τζαβέλα–Μπακιρτζή, αλλά δεν εκτελέσθηκε. Το 1928, επανήλθε στο στράτευμα και το 1930-31 με τον βαθμό του συνταγματάρχη χρημάτισε στρατιωτικός ακόλουθος στην Σόφια και στο Βουκουρέστι, όπου τιμήθηκε με τους ανώτερους Ταξιάρχες της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε την διεύθυνση του 2ου Επιτελικού Γραφείου.

Το 1935 συνταγματάρχης πλέον, έλαβε μέρος σε νέο αποτυχημένο πραξικόπημα. Συνελήφθη και καταδικάστηκε για δεύτερη φορά σε θάνατο, για την συμμετοχή του στο ‘κίνημα’, αλλά η ποινή του τελικά μετατράπηκε σε απόταξη από το στράτευμα και εξορία στον Άγιο Ευστράτιο, όπου παρέμενε για ένα χρόνο, στην συνέχεια υποβιβάζεται στο βαθμό του στρατιώτη και εξορίζεται στα Αντικύθηρα, όπου οι συνθήκες κράτησής του ήταν πολύ άσχημες και επικίνδυνες για την υγεία του.

Το 1937 μετάγεται στην Αθήνα και η κυβέρνηση Μεταξά του ζητά να συνεργαστεί με την δικτατορία και του προσφέρει υψηλή θέση στο ΓΕΣ. Αρνείται και του επιτρέπουν  να φύγει αμέσως στο Βουκουρέστι, δίχως να έχει το δικαίωμα να μετακινηθεί από εκεί. Μάλιστα, του στερούν τον μισθό και τα χρήματα του Μετοχικού Ταμείου και ευτυχώς είχε συμπαραστάτη τον γαμπρό του ιατρό Αλέξανδρο Δημητριάδη.

Στο Βουκουρέστι έγραψε τρεις εξαιρετικές μελέτες που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο βιβλίο ‘Ευριπίδης Μπακιρτζής’, από τις εκδόσεις Επικαιρότητα, με επιμέλεια του συγκρατούμενού του στην εξορία Νίκου Μάργαρη: Η στρατιωτική αξία της Ελλάδος, Οι χώρες του κάτω Δούναβη και Η νέα Τουρκία. Ειδικότερα για την τελευταία αυτή μελέτη ο πρεσβευτής της Τουρκίας στο Βουκουρέστι του διαβίβασε τα συγχαρητήρια της κυβέρνησής του.

 

Πόλεμος- Κατοχή

Ο Μπακιρτζής επέστρεψε, με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 1941 και παρουσιάστηκε στο Στρατολογικό γραφείο Θεσσαλονίκης για να ενταχθεί στον πόλεμο με το βαθμό του απλού στρατιώτη, κάτι που δεν έγινε δεκτό από την Κυβέρνηση. Με την έναρξη της κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση, ανακατεύεται σε όλες τις   αντιστασιακές ζυμώσεις, συμμετέχει ή έρχεται σ’ επαφή με όλες, σχεδόν, τις αντιστασιακές οργανώσεις και σε κλιμάκια κατασκοπείας.

Αποτέλεσε τον πρώτο στρατιωτικό σύνδεσμο μεταξύ Άγγλων και Ελλήνων, με την κωδική ονομασία ‘Προμηθέας Ι’ κατά την περίοδο της Κατοχής. Υπήρξε από τα ιδρυτικά στελέχη  και στρατιωτικός αρχηγός της αντιστασιακής πολιτικής οργάνωσης ΕΚΚΑ, μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Δημήτριο Ψαρρό.

Λίγο καιρό αργότερα προσχωρεί στην οργάνωση ΑΑΑ (Αγών–Ανόρθωσις–Ανεξαρτησία) του στρατηγού Στέφανου Σαράφη, και από εκεί στις τάξεις του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ. Ήταν διοικητής της ομάδας μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ.

Όταν ιδρύθηκε η Π.Ε.Ε.Α. στις 10 Μαρτίου του 1944, ανέλαβε προσωρινός της πρόεδρος. Στις 18 Απριλίου του ίδιου έτους, παραχώρησε την θέση του στον Αλέξανδρο Σβώλο και ο ίδιος ανέλαβε αντιπρόεδρος και γραμματέας επισιτισμού μέχρι την διάλυση της Π.Ε.Ε.Α. στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944.

 

Ο αντιπρόεδρος της ΠΕΕΑ, Ευριπίδης Μπακιρτζής

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τη γερμανική κατοχή το 1944

Στις 30 Οκτωβρίου 1944, τμήματα του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τους Μάρκο Βαφειάδη και Ευριπίδη Μπακιρτζή απελευθέρωσαν τη Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 30 Οκτωβρίου του 1944 από τους Γερμανούς κατακτητές, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση διότι, παρά την συμφωνία της Καζέρτας να παραδοθεί η εξουσία στους Άγγλους και τον Βρετανό αρχιστράτηγο Σκόμπι, όπως πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, εδώ η παράδοση έγινε στον ελληνικό στρατό της εποχής.

Έτσι παρά την εντολή του Σκόμπι, αλλά και του διοικητή του ΕΛΑΣ Στέφανου Σαράφη, να παραμείνουν οι αντάρτικες δυνάμεις στις παρυφές της πόλης και να περιμένουν την απόβαση των Βρετανών, οι ηγέτες της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας, Μάρκος Βαφειάδης και Ευριπίδης Μπακιρτζής, δεν τήρησαν τη συμφωνία.

Το πρωί της 30ης Οκτωβρίου επέτρεψαν την είσοδο στην πόλη στρατιωτικών τμημάτων του ΕΛΑΣ, που ήδη είχαν καταλάβει περιφερειακές συνοικίες της πόλης, από τις 26 Οκτωβρίου, περισφίγγοντας τον κλοιό των Γερμανών. Το πρωί, η διοίκηση των ανταρτικών ομάδων εγκαταστάθηκε στη βίλα Μοσκώφ, στην πάνω πόλη, ενώ ο Μάρκος Βαφειάδης έστειλε το περίφημο τηλεγράφημα προς το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, στο οποίο σε αδρές γραμμές έδωσε το κλίμα και τα ανοιχτά θέματα εκείνων των ημερών:

Ο Στρατηγός Ε. Μπακιρτζής, ο Καπετάνιος Μ. Βαφειάδης (Μάρκος) και ο Επιτελάρχης της Ο.Μ.Μ. μελετούν την επιχείρηση

Πράγματι η ατμόσφαιρα στην πόλη ήταν πανηγυρική. Η αποχώρηση και των τελευταίων Γερμανών στρατιωτικών ολοκληρώθηκε το απόγευμα χωρίς να κινδυνεύσει η πόλη, πέρα από την ανατίναξη μιας προβλήτας του λιμανιού.

Από το μεσημέρι, μόλις εξαφανίστηκε ο κίνδυνος από τους υποχωρούντες Γερμανούς, ο κόσμος ξεχύθηκε στην πόλη και υποδέχονταν με ενθουσιασμό τους παρελαύνοντες της 11ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ.

Από τις επιτροπές ετοιμάστηκαν τιμητικές αψίδες και στεφάνια για τους ελευθερωτές, που το απόγευμα έκαναν την εμφάνισή τους στους δρόμους της πόλης. Την ξεχωριστή αυτή εθνική έξαρση περιγράφει ο Γιώργος Ιωάννου ο οποίος έζησε ως παιδί την μεγάλη μέρα.

 

Το τέλος

Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής παρέμεινε στη Β. Ελλάδα μέχρι την παράδοση των όπλων και για ένα χρονικό διάστημα στην Θεσ/νίκη κοντά στην αδερφή του. Οι μόνιμοι αξιωματικοί που είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ κρατήθηκαν μακριά από το νέο μεταπολεμικό στρατό και έτσι ο οδοστρωτήρας των διώξεων εισέβαλλε και στον στρατό με την διάκριση των μονίμων αξιωματικών σε ‘χρησιμοποιήσιμους’ και μη.

Ο Μπακιρτζής τοποθετήθηκε στην δεύτερη κατηγορία. Το καλοκαίρι του 46 τα σύννεφα του Εμφυλίου άρχισαν να διαγράφονται στον ελληνικό ουρανό και το δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου όλοι σχεδόν οι μόνιμοι αξιωματικοί που είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ και αποκλείστηκαν από το νέο μεταπολεμικό στρατό εκτοπίστηκαν με ‘φύλλα πορείας’ στα νησιά του Αιγαίου.

Τον Σεπτέμβριο του 1946, συνελήφθη ως αριστερός με άλλα ηγετικά στελέχη του ΕΛΑΣ (Σαράφης, Μουστεράκης) και εξορίστηκε στον Άγιο Κήρυκο, την πρωτεύουσα της Ικαρίας. Ενώ ήταν εξόριστος ο νομάρχης Αττικής τον έκρινε ‘επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια’ και διατάχθηκε η μεταφορά του στους Φούρνους, ένα μικρό νησάκι της Ικαρίας. Τον Φεβρουάριο του 1947, η ελληνική κυβέρνηση του επέτρεψε να καταθέσει στην επιτροπή του ΟΗΕ κλιμάκιο του οποίου ερευνούσε στην Ελλάδα την κατάσταση στην εμφυλιο-πολεμική περίοδο.

Αμέσως μετά την επίσκεψη που δέχθηκε βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιό του, στις 9 Μαίου 1947 με μία σφαίρα στην καρδιά.

Προτομή του Ευριπίδη Μπακιρτζή στη συμβολή του πεζοδρόμου Παν.Τσαλδάρη & Ερμού στο κέντρο της πόλης των Σερρών

Τα διαβήματα που έγιναν από την οικογένειά του και τους συνεξορίστους για να μεταφερθεί η σορός του στην Αθήνα για να διερευνηθούν οι συνθήκες  θανάτου και να ταφεί δεν καρποφόρησαν.

Το κράτος εκείνη την εποχή δεν διέθετε χρόνο πέρα από τα ‘τυπικά’ για εξιχνίαση περιστατικών που αφορούσαν πολίτες Β’ κατηγορίας και όταν ακόμη αυτοί ήταν ανώτεροι αξιωματικοί.

Οι αρχές βιάστηκαν να ανακοινώσουν ότι πρόκειται για αυτοκτονία και τον έθαψαν βιαστικά στους Φούρνους.

Την εποχή εκείνη η εφημερίδα Μάχη στο φύλλο της 12ης Μαΐου έγραφε:

 «Στο πρόσωπο του Μπακιρτζή το Λαϊκό Κίνημα δεν χάνει μόνο ένα σύμβολο, τον πρώτο πρόεδρο της Π.Ε.Ε.Α. αλλά και έναν πραγματικό αγωνιστή… Όσοι τον γνώρισαν από κοντά νοιώθουν τώρα την απέραντη θλίψη πού χάνουν έναν φίλο, πού ήξερε να είναι φίλος και έναν άνθρωπο αληθινά ανώτερο, που οι τρόποι του είχαν την αντανάκλαση μιας ψυχικής ευγένειας σπανιώτατης.»

Πρόταση – Φόρος τιμής στο πρόσωπό του

Θα αποτελούσε ελάχιστη απότιση φόρου τιμής και αιωνίας ευγνωμοσύνης  προς το πρόσωπο του Ευριπίδη Μπακιρτζή, η διοργάνωση ενός επιστημονικού Συνεδρίου από το Ανώτατο Πνευματικό μας Ίδρυμα, το ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας, αφιερωμένου τόσο στα ιστορικά στοιχεία της διαδρομής του αλλά και στις γεωπολιτικές και στρατηγικές αντιλήψεις του, που φανερώνουν όχι μόνον την τέλεια στρατιωτική του κατάρτιση αλλά και την μεγίστη θεωρητική του εμβρίθεια …