Για τα φράγκα

“Για καθίστε, ρε μάγκες. Έχουμε τον μεγαλύτερο αιγιαλό στον πλανήτη. Να μην βγάλουμε κανένα φράγκο, να βρει και κανένας άνθρωπος δουλειά, να μειωθούν οι φόροι, να περνάμε καλύτερα; Να τα έχουμε μονίμως έτσι, επειδή γουστάρει ο Τσίπρας, ο Κουβέλης ή ο κάθε αριστερός;”

Άδωνις Γεωργιάδης, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, πρώην υπουργός.

euro-475x275Αν μπορέσει κανείς να ξεπεράσει (μια κουβέντα είναι, βέβαια) το ζήτημα της αισθητικής και ιδίως της ακουστικής (εκείνο το –απροσδιόριστης σύνθεσης και υφής- μέταλλο της φωνής που αχρηστεύει ακόμη και τα πιο ανθεκτικά ακουστικά τύμπανα, αν και αυτοί που τον φιλοξενούν κάθε τόσο φαίνεται να μην έχουν πρόβλημα, αφού αυτό που προέχει γι’ αυτούς είναι τα κατά το δυνατόν υψηλότερα νούμερα της θεαματικότητας – ακροαματικότητας), θα συμφωνήσει ότι ο πολιτικός λόγος του πρώην υπουργού και ήδη κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας κ. Αδώνιδος Γεωργιάδη έχει σε κάθε περίπτωση ξεχωριστό και πολυεπίπεδο ενδιαφέρον. Που μπορεί να εντοπιστεί ακόμη και σε μια χαρακτηριστική περικοπή του, όπως η προαναφερόμενη.

Προσωπικά, δεν πρόκειται να υποβάλω σε «μικροσκοπική» ανάλυση τον πολιτικό λόγο του κ. Γεωργιάδη. Άλλωστε είναι κάτι που ομολογώ ότι υπερβαίνει τις δυνατότητες αλλά και τις αντοχές μου. Γι’ αυτό ας το επιχειρήσουν άλλοι αρμοδιότεροι. Στο σημερινό σημείωμά μου, παίρνοντας ως αφορμή την παραπάνω δήλωσή του, απλώς θέλω να υπογραμμίσω και να σχολιάσω κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία που αποτυπώνονται ανάγλυφα σ’ αυτήν και προσδιορίζουν όχι μόνο το δικό του (πολιτικό) στίγμα αλλά και της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής της οποίας αυθεντικός εκφραστής και διαπρύσιος κήρυκας είναι ο κ. Γεωργιάδης.

Οποιαδήποτε σχέση και αν έχει κανείς με τα χρήματα (τα φράγκα κατά τον κ. Γεωργιάδη), οφείλει να παραδεχθεί ότι χωρίς αυτά («δει δη χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν έστι γενέσθαι των δεόντων» είχε προειδοποιήσει, σε ανύποπτο χρόνο, ο αρχαίος Αθηναίος ρήτωρ, πολιτικός και στρατηγός Δημοσθένης), σε τούτον τον εν πολλοίς μάταιο κόσμο δεν κάνεις βήμα. Αλλά και για να περάσει κανείς στον άλλο, τον μεταθανάτιο, ήδη από την εποχή του ψυχοπομπού Χάροντα (για να διασχίσει με τη βάρκα του τον Αχέροντα, έπρεπε να πληρωθεί προηγουμένως τον οβολό του και έτσι ο Κέρβερος, το μυθικό τέρας που φύλαγε τις Πύλες του Άδη του επέτρεπε την είσοδο), πάλι χρήματα χρειάζεται. Αλλιώς μπορεί να μείνει στα αζήτητα.

Η ανάγκη χρημάτων δεν αφορά μόνο τον καθένα μας ατομικά, αλλά και το κράτος που τα τελευταία χρόνια, όλως αιφνιδίως και αναιτίως κατά την επικρατέστερη εκδοχή, βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Και για να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του, εκτός από τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, την αμείλικτη φοροεπιδρομή που εξαπέλυσε (μόνο ο αέρας που αναπνέουμε μένει, προς το παρόν τουλάχιστον, αφορολόγητος), στο στόχαστρό του έβαλε και την (μη εισέτι καταπατηθείσα) περιουσία του. Για να βγάλει και κανένα φράγκο, όπως εν πάση ειλικρινεία εξομολογήθηκε ο κ. Γεωργιάδης.

Αλήθεια, τι θα τις κάνει τόσες (ατελείωτες και γραφικές, σύμφωνοι) ακτές η Ελλάδα, τη στιγμή που άλλες χώρες –ακόμη και γειτονικές- δεν έχουν, βρε αδερφέ, ούτε για δείγμα; (Το ίδιο, αλλά για εντελώς διαφορετικούς, βέβαια, λόγους, απορούν και κάποιοι άλλοι άσπονδοι φίλοι και σύμμαχοι από την απέναντι όχθη του Αιγαίου). Όταν της λείπουν τα πολύτιμα φράγκα. Και προκειμένου να τα εξοικονομήσει αναγκάζεται (με βαθύ πόνο ψυχής, είναι αλήθεια) να ψαλιδίζει τη γλίσχρα σύνταξη της γιαγιάς ή το συμβολικό επίδομα του αναπήρου.

Ο αντίλογος που εγείρεται ότι ο αιγιαλός είναι δημόσιο αγαθό και αναπόσπαστο μέρος του φυσικού και πολιτιστικού μας περιβάλλοντος, και ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής και οικονομικής συναλλαγής, όταν δεν είναι προσχηματικός και στρεψόδικος, είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων, κατάλοιπο παρωχημένων αντιλήψεων ή έμμονη παλαιοαριστερή ιδεοληψία και πλάνη. Αν είναι δυνατόν τέτοια, λαϊκιστικής κοπής, «επιχειρήματα» – εμπόδια, ιδίως στη μνημονιακή εποχή που αισίως διανύουμε, να φρενάρουν την επί θύραις ανάπτυξη και τη νέα μεταπολίτευση που επαγγέλλεται ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς.

Το ίδιο αβάσιμος και απορριπτέος επομένως είναι, θα λέγαμε, και ο άλλος ισχυρισμός που κατά κόρον προβάλλεται από τους ίδιους κύκλους ότι τάχα, αντί να υπάρξει αξιοποίηση, θα κακοποιηθεί ευρύτερα και ανεπανόρθωτα το περιβάλλον από την άναρχη και κατ’ εξοχήν κερδοσκοπική ανάπτυξη που θα επέλθει, ή τάχα θα δυσκολευτεί, αν δεν αποκλεισθεί κιόλας, η ελεύθερη πρόσβαση σ’ αυτόν του κοινού, λες και το κοινό, σε τέτοιες εποχές, άλλη δουλειά δεν έχει παρά να περιπλανιέται ασκόπως στις ακτές και τις παραλίες.

Συνοψίζοντας, αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι μπρος στα φράγκα που προσδοκούν οι συγκυβερνώντες (και περιχαρής και περήφανος προαναγγέλλει ο κ. Γεωργιάδης) ότι θα βγάλουν (μιλάμε για αναπτυξιακό οργασμό), όλα αυτά τα άσφαιρα «αντί» που εκτοξεύονται δεν είναι παρά (ενοχλητικές, αναμφισβήτητα) μικρολεπτομέρειες. Οι οποίες όμως μικρολεπτομέρειες, ιδίως αυτή την περίοδο της θερινής ραστώνης, ή των μπάνιων του λαού, για να  θυμηθούμε τη μνημειώδη και αξεπέραστη από τον χρόνο φράση του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου, εύκολα μπορούν να αντιμετωπισθούν. Και με το μικρότερο δυνατό κόστος.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

 23/07/2014