Η γλώσσα του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή υπέρ της αγγλικής γλώσσας συνηγορία

Η γλώσσα του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή υπέρ της αγγλικής γλώσσας συνηγορία

Κάποτε η πρώην υπουργός Εθνικής Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (βραβείο ισάξιο του Νόμπελ αξίζει σ’ αυτόν που εμπνεύστηκε τον εν λόγω μακαρονοειδή τίτλο) κ. Άννα Διαμαντοπούλου (σήμερα κομματικά ανέστια, όπως και πολλοί άλλοι πολιτικοί φίλοι και συνεργάτες της), από τη θέση της Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είχε τη φαεινή ιδέα να προτείνει την εισαγωγή της αγγλικής, ως υποχρεωτικής, μετά την ελληνική, γλώσσας στα σχολεία μας.

Το αποτέλεσμα της εν λόγω πρότασής της ήταν να προκαλέσει τα –λαϊκιστικά εννοείται- αντανακλαστικά ποικίλων κύκλων και παραγόντων της πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής, μηδέ του κόμματος στο οποίο ανήκε εξαιρουμένου. Μόλις δε που χρειάζεται να αναφέρουμε ότι το κόμμα αυτό, στη μακρά, κυβερνητική ιδίως, διαδρομή του, αποστρεφόταν τον λαϊκισμό και τις παραφυάδες του όπως ο διάβολος το λιβάνι.

Η βαθύτατα μεταρρυθμιστική αυτή εισήγηση -ιδίως για την εποχή που αποτολμήθηκε- της κ. Διαμαντοπούλου, όπως ήταν μάλλον φυσικό, απορρίφθηκε μεν, τότε, μετά πολλών επαίνων, χωρίς καν να προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση μεταξύ των ενδιαφερομένων, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν ήταν ορθή και αναγκαία για την ουσιαστική αναβάθμιση της χρονίως πάσχουσας παιδείας μας.

Να σημειωθεί, επί τη ευκαιρία, ότι στον τομέα της παιδείας η κ. Διαμαντοπούλου έθεσε ανεξίτηλα τη σφραγίδα της, όπως, άλλωστε, κάθε συνεπής μεταρρυθμιστής υπουργός –και, για να είμαστε ειλικρινείς, δόξα τω Θεώ, δεν είναι λίγοι αυτοί, ιδίως κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, στον τόπο μας. Για του λόγου το αληθές, να θυμηθούμε μόνο το γεγονός ότι, επί της υπουργίας της, συνέβη (και αυτό) να διανεμηθούν στους μαθητές, αντί σχολικών βιβλίων, φωτοτυπίες τους…

Αυτόν καιρό η αγγλική γλώσσα επανήλθε, ως μείζον μάλιστα ζήτημα, στην επικαιρότητα με έναν τρόπο, θα λέγαμε, αρνητικό, πράγμα που φυσικά κάθε άλλο παρά της αξίζει. Αφορμή γι’ αυτό το γεγονός υπήρξε η καταγγελία ανώτατου συνδικαλιστικού στελέχους των εφοριακών ότι ο νόμος για τον πολυσυζητημένο ΕΝ.Φ.Ι.Α. (Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων –για όσους δεν εμπέδωσαν ακόμη το εύηχο αρκτικόλεξο) συντάχθηκε (ως σχέδιο) πρώτα –άκουσον!- στην αγγλική και κατόπιν μεταφράστηκε στην ελληνική για να εισαχθεί στη Βουλή και να γίνει νόμος του κράτους.

Μολονότι προσωπικά δεν έχω ιδιαίτερη σχέση και εξοικείωση (εξ αυτού, βέβαια, δεν έπεται ότι δεν διάκειμαι ευνοϊκά απέναντί της) με την αγγλοσαξονική κουλτούρα, ομολογώ ότι αδυνατώ να αντιληφθώ πού έγκειται το –σοβαρό μάλιστα- πρόβλημα. Επίσης δεν αντιλαμβάνομαι γιατί –αν όντως αληθεύουν τα καταγγελλόμενα- θα πρέπει ο αρμόδιος υπουργός Οικονομικών κ. Γκίκας Χαρδούβελης να δώσει εξηγήσεις (ή καλύτερα να απολογηθεί) στη Βουλή, όπως ζήτησε ο πρώην υπουργός, δήμαρχος Αθηναίων και ήδη ανεξάρτητος βουλευτής κ. Νικήτας Κακλαμάνης με σχετική ερώτησή του.

Αναρωτιέμαι πάντως αν θα υπήρχε η ίδια ευαισθησία και η συνακόλουθη «θερμή» αντίδραση στην περίπτωση κατά την οποία ο νόμος θα είχε συνταχθεί, στο πρωτότυπο, σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Ή απευθείας στην ελληνική, όπως συνηθιζόταν μέχρι τώρα και, προφανώς, αξιώνουν οι καταγγέλλοντες. Στην τελευταία περίπτωση, ίσως –το πολύ πολύ- να είχαν αποφευχθεί κάποια λάθη κατά την απόδοσή του στην ελληνική, οπότε το ενδιαφέρον, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα είχε περιορισθεί, ως μη ώφειλε, αποκλειστικά σ’ αυτά, αλλά στον ίδιο τον νόμο που ήρθε να φέρει τα πάνω κάτω στη φορολογία των ακινήτων, αλλά και στην ίδια τη ζωή των ιδιοκτητών τους.

Αλλά ας μην υποτιμούμε τόσο τις ικανότητες και τις δυνατότητες των μεταφραστών. Αφήστε δε που και χωρίς μετάφραση (εκ της αγγλικής) οι βουλευτές της (συγκυβερνώσας) πλειοψηφίας –τουλάχιστον αγγλομαθείς οι περισσότεροι –μερικοί δε εξ αυτών επιπλέον και αγγλοτραφείς- δεν θα είχαν καμία απολύτως δυσκολία (το απέδειξαν, άλλωστε, κατ’ επανάληψιν) να τον υπερψηφίσουν, χωρίς καν να δοκιμάσουν μία απλή και φευγαλέα (πού καιρός αλλά και με ποια διάθεση για εμβριθή μελέτη) ανάγνωση.

φόροιΣτο σημείο αυτό, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω, για μία ακόμη φορά, κι ας γίνω κουραστικός, την –άκρως διδακτική για τα πολιτικά και κοινοβουλευτικά μας ήθη- περίπτωση του –και τότε υπουργεύοντος- κ. Μιχάλη Χρυσοχοϊδη ο οποίος ομολόγησε (προ τιμήν του) δημόσια ότι ψήφισε το (πρώτο) Μνημόνιο χωρίς να το διαβάσει. Κι αυτό όχι να πει κανείς από αδιαφορία ή ραθυμία (φοβήθηκε τάχα τον όγκο των σελίδων), αλλά γιατί ο άνθρωπος είχε σοβαρότερα καθήκοντα να διεκπεραιώσει. Από την άλλη, βέβαια, εννοείται ότι είχε απεριόριστη (τυφλή, για να κυριολεκτήσουμε) εμπιστοσύνη στους σοφούς συντάκτες του, οπότε για ποιόν λόγο να υποβάλει εαυτόν στην ταλαιπωρία και την άσκοπη σπατάλη πολύτιμου χρόνου της ανάγνωσης, παραμελώντας έτσι, επί εθνική βλάβη, τα κύρια καθήκοντά του;

Υπό τα δεδομένα αυτά, λοιπόν, και αν ακόμη υποθέσουμε ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια η προαναφερόμενη καταγγελία, τίποτε δεν αλλάζει όσον αφορά την ουσία τού (με μέλλον) νόμου περί ΕΝ.Φ.Ι.Α. Το δυσάρεστο, πάντως, είναι ότι, τόσο αυτοί που τη διατύπωσαν, όσο και εκείνοι που εύκολα και άκριτα υιοθέτησαν τη βασιμότητα και κυρίως τη σοβαρότητά της, εντελώς άδικα και αστόχαστα, προσπάθησαν να στοχοποιήσουν και να απαξιώσουν (αν είναι ποτέ δυνατόν) μία γλώσσα με μακραίωνα και λαμπρή ιστορία. Τους διαφεύγει φαίνεται ότι η καλή γνώση της γλώσσας αυτής, τουλάχιστον στους καιρούς μας, αν μη τι άλλο, αποτελεί μέτρο ευπρέπειας και πολιτισμού.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

 

23/08/2014