Η επικείμενη επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη και το θέμα των αρπαγέντων κειμηλίων του 1917 από τους Βουλγάρους

Η επικείμενη επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη και το θέμα των αρπαγέντων κειμηλίων  του 1917 από τους Βουλγάρους

Θεολογος-ΠατριάρχηςΑνοικτή Επιστολή προς τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγο

Η επικείμενη επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη τον Απρίλιο του 2015 στις Σέρρες και το θέμα των συληθέντων χειρογράφων και κειμηλίων των Μονών Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Αχειροποιήτου Παγγαίου (Εικοσιφοίνισσας) από τους Βουλγάρους.

[Του Βασιλείου Γιαννογλούδη]
Καθηγητή 4ου Λυκείου Σερρών – Αντιπροέδρου της ΕΜΕΙΣ

Σε δύο μόλις χρόνια κλείνει ένας αιώνας από την αρπαγή του των χειρογράφων της μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Αχειροποιήτου Παγγαίου (Εικοσιφοίνισσας) από το Βουλγαρικό στρατό στα τέλη Ιουνίου του 1917.

Με την έλευση του 1917 εξελίσσονταν με ένταση ο Μεγάλος Πόλεμος (αργότερα έμεινε γνωστός ως ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) ανάμεσα στις κύριες δυνάμεις της Συνεννόησης, πιο γνωστή ως Αντάντ, (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) και στις Κεντρικές δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία). Τον ίδιο χρόνο στην Ελλάδα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη ο Εθνικός Διχασμός ανάμεσα στις δυνάμεις που διέβλεπαν ότι  η Ελλάδα για να διαφυλάξει την ακεραιότητά της έπρεπε να συμμετέχει στις πολεμικές αναμετρήσεις στο πλευρό της Αντάτ (κεντρικός εκφραστής ο Ελ. Βενιζέλος) και στις δυνάμεις που τύποις υποστήριζαν την ουδετερότητα και στην πραγματικότητα συντάσσονταν με την Γερμανία (κεντρικός εκφραστής ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος).

Ήδη μέσα στο 1916, κατόπιν απαίτησης των Γερμανοβουλγάρων και συγκατάθεσης από το βασιλιά της Ελλάδος Κωνσταντίνο, είχαν καταληφθεί από στρατιωτικές δυνάμεις τους η Αν. Μακεδονία (Σέρρες, Δράμα και Καβάλα). Οι Βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής από την αρχή, κατάσχοντας αποθήκες τροφίμων και απαγορεύοντας γεωργικές εργασίες του πληθυσμού, επέβαλλαν αφενός ένα τεχνητό λιμό με σκοπό την αρπαγή περιουσιακών στοιχείων και αφετέρου επεδίωξαν την αλλοίωση της πληθυσμιακής σύνθεσης της Αν Μακεδονίας, τα σύνορα της οποίας είχαν διαμορφωθεί με τη συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913, με εκπατρισμούς γηγενών και προσφύγων Ελλήνων ακόμη με την φυσική εξόντωση τους λόγω ασιτίας ή/και καταναγκαστικών έργων.

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου-ΣερρώνΚαι δεν έφταναν μόνο αυτά. Προσπάθησαν να εξαφανίσουν τα γραπτά τεκμήρια που συνέδεαν την περιοχή με τον Ελληνισμό από την εποχή του Βυζαντίου. Ακόμα και πριν την συνθήκη του Αγ. Στεφάνου στις 3/3/1878, η Βουλγαρία είχε στρατηγική επιδίωξη τη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας, που κάλυπτε τη Βόρεια Ελλάδα και έφτανε έως και τη Θεσσαλονίκη. Στους χώρους των Υπουργείων Εξωτερικών των μεγάλων δυνάμεων/Κρατών της και στα διεθνή Forum οι Βούλγαροι κυκλοφορούσαν προπαγανδιστικές στατιστικές μελέτες και χάρτες που έδειχναν την, κατά την άποψη τους, ιστορική επιρροή τους στο χώρο της Μακεδονίας στηριζόμενοι στην σλαβοφωνία (όχι όμως και στο φρόνημα) των κατοίκων. Όμως κάποια μοναστήρια (όπως της μονής Παναγίας Αχειροποιήτου Παγγαίου και Προδρόμου Σερρών με την Ιστορία, τους κώδικες και τα χειρόγραφα τους που άρχιζαν από τη μέση και το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας αντίστοιχα) και Μητροπόλεις (όπως π.χ. των Σερρών που ο αρχαίος κώδικας της άρχιζε από το 1600), ήταν για τον δυτικό επιστημονικό χώρο απτές πραγματικότητες που συνηγορούσαν ενάντια στις επιδιώξεις της, να υιοθετηθεί από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις η στρατηγική της Μεγάλης Βουλγαρίας.

Για το λόγο αυτό επεδίωξαν με την αρπαγή των κωδίκων και χειρογράφων των ιστορικών Μονών και Μητροπόλεων, την εξαφάνιση του παραπάνω πολιτιστικού και ιστορικού πλούτου της περιοχής. Έτσι στις αρχές του 1917, η Βουλγαρική Κυβέρνηση στέλνει στην Αν. Μακεδονία τον «δημοσιογράφο» (όπως αποκαλύπτεται από επίσημα τηλεγραφήματα της εποχής, αλλά στην πραγματικότητα πανεπιστημιακό καθηγητή που γνώριζε πολύ καλά την ανυπολόγιστη αξία των κωδίκων και χειρογράφων) Βλαδίμηρο Σις (Vlαdimir Sisch) (για να καταγράψει τα μοναστήρια και τους θησαυρούς τους, με σκοπό την άμεση εκπόνηση και υλοποίηση σχεδίου αρπαγή τους. Η Ελληνική πλευρά μέσω της Ελληνικής Πρεσβείας της Σόφιας στις 26/12/1916 αντέδρασε στην αποστολή του Σις. Σε απάντηση αυτής της αντίδρασης το Βουλγαρικό ΥΠ.ΕΞ. απέστειλε από τη Σόφια, στις 2/21917 το παρακάτω έγγραφο, που είναι δημοσιευμένο στο βιβλίο «ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ της Διεθνούς Διασυμμαχικής Επιτροπής για τα έτη 1916-1918», εκδ. Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας, σ. 82. (με επιμέλεια του Νικολάου Ρουδομέτωφ).

 

ΡΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΤΑ
Αναφερόμενοι στην ρηματική Νότα της 26 Δεκεμβρίου παρελθόντος έτους υπ’ αριθ. 2892 το Βασιλικό [Βουλγαρικό] Υπουργείον των Εξωτερικών έχει την τιμή να φέρει εις γνώσιν της Ελληνικής Βασιλικής Πρεσβείας ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρεσχέθηκαν, πράγματι ο κ. Vl. Sisch αποστάλθηκε στη Μακεδονία με την εντολή των μελετών των αρχαίων μνημείων, χειρόγραφων και άλλων αντικειμένων, έργα τέχνης τα οποία να αναφέρονται μόνον στην ιστορία της Βουλγαρίας και να κρατήσει σημειώσεις δια το περιεχόμενό τους.
Επωφελούμενο της ευκαιρίας αυτής το Βασιλικό Υπουργείο δράττεται της ευκαιρίας να παράσχει στην Αξιότιμο Πρεσβεία τις πλέον θετικές εξασφαλίσεις, όσον αφορά όλες τις αρχαιότητες οι οποίες βρίσκονται στην Ελληνική Μακεδονία ότι θα είναι πλήρως προστατευόμενες και ότι οι στρατιωτικές βουλγαρικές αρχές κατόπιν διαταγής του Γενικού Επιτελείου Στρατού στην περιοχή πήραν όλα τα κατάλληλα αναγκαία μέτρα για να απαγορευθεί αυστηρά η εξαγωγή τους.

Δεν πέρασαν ούτε πέντε μήνες από την παραπάνω επίσημη διακοίνωση του Βουλγαρικού ΥΠ.ΕΞ. και τον Ιούνιο του 1917 ο βουλγαρικός στρατός οργάνωσε την μεγαλύτερη διαρπαγή κειμηλίων και χειρογράφων από τα ιστορικά μοναστήρια και τις Μητροπόλεις της Αν. Μακεδονίας.

Έκτοτε μερικά από τα χειρόγραφα επιστράφηκαν το 1923 από τη Βουλγαρία στη χώρα μας σύμφωνα με πρόβλεψη της συνθήκης του Νεϊγύ το 1919. Όμως τα περισσότερα και πιο σημαντικά βρίσκονται, μετά από πολλές εσωτερικές περιπέτειες στην Βουλγαρία, στο Κέντρο Σλαβικών και Βυζαντινών Ερευνών ” Ιβάν Ντούιτσεφ” στη Σόφια. Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές του Α.Π.Θ. Βασίλειος Άτσαλος, Χαράλαμπος Παπαστάθης και Βασίλειος Κατσαρός το 1990 τα ανακάλυψαν και μάλιστα τιμήθηκαν για το γεγονός αυτό από τον Δήμο Σερρών, στις 7/5/2011.

Εμείς οι Σερραίοι (Δημοτικό Συμβούλιο Σερρών, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Σερρών και Μελενίκου, Ε.Μ.Ε.Ι.Σ., Μητρόπολη Σερρών κ.α.) διαχρονικά με ψηφίσματα, έγγραφα σε Υπουργεία καθώς και με διοργάνωση συνέδριων, ημερίδων κ.α. τα διεκδικήσαμε και συνεχίζουμε να τα διεκδικούμε.

Με την ευκαιρία της, εντός του Απριλίου του 2015, επίσκεψης του Οικουμενικού Πατριάρχη στις Σέρρες κάνω έκκληση στον Σεβασμιώτατο μας

1) να εκφρασθεί δημόσια κοινή συναντίληψη για την ανάγκη της επιστροφής των χειρογράφων και κειμηλίων στους χώρους από τους οποίους αφαιρέθηκαν και να συζητήσουν τις δυνατότητες κοινής δράσης και ανάληψης πρωτοβουλιών για την επιτυχή κατάληξη του θέματος της επιστροφής και

2) την αναγνώριση από την Μητρόπολη μας του αγώνα του Παναγιωτάτου για την επιστροφή των χειρογράφων μας. Για το θέμα αυτό διευκρινίζουμε τα εξής: Σε αθηναϊκές εφημερίδες δημοσιεύτηκε στις 3 Νοεμβρίου 2004 η εξής είδηση: «Την πρόθεση του να επιστρέψει η Βουλγαρία πολύτιμα χειρόγραφα και κειμήλια που έκλεψαν τα Βουλγαρικά στρατεύματα τον Ιούνιο του 1917 από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και από τη Μονή Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου ανακοίνωσε – δήλωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας Γκεόργκι Παρβάνοφ προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Σύμφωνα με το Πατριαρχείο, ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας σε συνάντηση που είχε με τον Οικουμενικό Πατριάρχη την περασμένη Παρασκευή εκδήλωσε «την πρόθεση του να επιστρέψει και η χώρα του» στις μονές της Βόρειας Ελλάδας πολύτιμα χειρόγραφα και άλλα κειμήλια. Η συζήτηση μεταξύ των δύο έγινε με αφορμή την απόφαση του Βατικανού να επιστρέψει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τα ιερά λείψανα των αγίων Ιωάννου Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου». Δυστυχώς στην ιστοσελίδα της μητρόπολης δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυτή την δημοσίευση που αποτελεί ισχυρό έρεισμα της ευρύτερης προσπάθειας μας να πείσουμε και διεθνές επιστημονικό κοινό για το δίκαιο του αιτήματος μας. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται, λυπούμαι που το επισημαίνω δημόσια, ότι δεν αναγνωρίζεται από την Μητρόπολη μας ο αγώνας του Παναγιωτάτου για την επιστροφή των χειρογράφων μας. Εύχομαι σύντομα με πρωτοβουλία του Αγίου Σερρών και Νιγρίτης το όλο θέμα να αποκατασταθεί.

Τέλος να αναφέρουμε την σημαντικότατη περικοπή, από την ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Ι. Μονή Εικοσιφοινίσσης στις 1/11/2008, για το θέμα των αρπαγέντων χειρογράφων και τις υποσχέσεις πολιτειακών ηγετών της Βουλγαρίας: «καταθέτομεν την πολλήν και βαθείαν λύπην και πικρίαν ημών διά την απαραδειγμάτιστον λεηλασίαν, την ιερόσυλον λαφυραγώγησιν και τελείαν απογύμνωσιν της Μονής εκ των ιερών αυτής κειμηλίων και τιμαλφών της ευσεβείας αντικειμένων, δις μάλιστα γενομένην, παρ’ ομοδόξων επιδρομέων εκ του Βορρά και μη εισέτι θεραπευθείσαν διά της οφειλομένης επιστροφής των συληθέντων ενταύθα, όπου κατά πάντα λόγον δικαίου ανήκουν, παρά τας επανειλημμένας σχετικάς των εκείσε κρατούντων, πομφολυγώδεις, ως αποδεικνύονται, υποσχέσεις. Είθε ο την αδικίαν αποστρεφόμενος Θεός να φωτίση τους αφιλαδέλφως παρακρατούντας τα ιερά της Μονής κειμήλια συντόμως προς επιστροφήν τούτων και αποκατάστασιν της αδικίας»

(https://www.ecclesia.gr).