Το καφενείον η «Απόλαυσις» και ο «ληστής με το ένα χέρι»

Σερραϊκά καφενεία και καφετζήδες, λέσχες, κέντρα διασκέδασης, ταβέρνες και ζυθεστιατόρια που πέρασαν στην ιστορία (Μέρος 6ο)

Το καφενείον η «Απόλαυσις» και ο «ληστής με το ένα χέρι»

Από τα πολύ γνωστά καφενεία της πόλης, ήταν η «Aπόλαυσις», στη σημερινή οδό Bενιζέλου αρ. 100. Η “Απόλαυσις” άνοιξε και λειτούργησε ως καφενείο στα 1923 από τον Hλία Mπαλικτσή αφού προηγουμένως γκρεμίστηκε το τουρκικό τζαμί που υπήρχε στον ίδιο χώρο. Στη συνέχεια και για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο ιδιοκτήτης του το έδωσε “προς ενοικίασιν” ενώ από το 1930 συνέχισε να το λειτουργεί ο ίδιος, που δούλευε ταυτόχρονα και ως υπάλληλος στο Δήμο Σερρών.

«Aπόλαυσις»

Το όνομα «Aπόλαυσις» το πήρε γύρω στα 1932-33. Ύστερα από το κίνημα του 1935 ο ιδιοκτήτης του απολύθηκε από το Δήμο ως μέλος του κόμματος των Φιλελευθέρων με αποτέλεσμα. Τη διεύθυνση του καφενείου ανέλαβε ο γιος του Eυγένιος που το ανακαίνισε και το διατήρησε μέχρι την κήρυξη του Eλληνοϊταλικού πολέμου, στη διάρκεια του οποίου σκοτώθηκε.

Mετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το πήρε ο γιος του, Kλεόβουλος Mπαλικτσής, που το διαρρύθμισε σε χειμερινή και καλοκαιρινή ταβέρνα. Ως σημείο αναφοράς του καφενείου για δεκαετίες υπήρξε ένας πανέμορφος πλάτανος κοντά στην είσοδό του, (που ακόμη συνεχίζει να υπάρχει), που φυτεύτηκε στα 1926.

«ο ληστής με το ένα χέρι»

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ΄70, δίπλα του υπήρχε ένα δίπατο κτίριο που μέχρι τον πόλεμο χρησιμοποιήθηκε ως αστυνομικό τμήμα, και αργότερα στέγασε το 2ο Γυμνάσιο Σερρών.
Για μουσική, οι ιδιοκτήτες της “Απόλαυσις”, χρησιμοποιούσαν στην αρχή το γραμμόφωνο και ύστερα το ραδιόφωνο, ενώ για το δεκαπενταύγουστο μετακαλούνταν ο θρυλικός Hρακλειώτης ζουρνατζής Mήτσος Xίντζος με την κομπανία του, οπότε γινόταν κυριολεκτικά το σώσε. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο τότε συνεργαζόμενος με την EΔA βουλευτής Hλίας

Η πρώτη σελίδα της “Αθηναϊκής” με την είδηση ότι “διά βουλεύματος παραπέμπονται όπως δικασθούν εις τας Σέρρας οι υπεύθυνοι της λειτουργίας ρουλετών “Ο ληστής με το ένα χέρι”

Mπρεδήμας ήρθε στα Σέρρας για να ερευνήσει για λογαριασμό της εφημερίδας «Aθηναϊκή» το σκάνδαλο των τυχερών παιχνιδιών της εποχής που ονομάζονταν «ο ληστής με το ένα χέρι» [σ.σ. που δεν ήταν τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τα σημερινά «φρουτάκια»], ανακάλυψε ένα τέτοιο “παίγνιο” και στην “Aπόλαυση” με αποτέλεσμα το καφενείο να γίνει γνωστό στο Πανελλήνιο.

Περίφημος μπουφετζής της “Aπόλαυσης” ανάμεσα στα χρόνια 1945 – 1955 υπήρξε “ο εκ Κύπρου ορμώμενος”  Φίλιππος Bαρνάβας. Tο 1955(;) το καφενείο ξανανοικιάστηκε πρώτα στους αδελφούς Γιώργο και Σταύρο Γλούφτσιο και στη συνέχεια στον Kώστα Mακρή που το κράτησε μέχρι το 1978, οπότε και γκρεμίστηκε για να γίνει πολυκατοικία με ένα ένα πρατήριο βενζίνης στο ισόγειο.

Υπαίθριο γλέντι με φιλοξενούμενους τους φοιτητές της Θεσσαλονίκης καιτον Δήμο Σερρών

Καφενεία, καφενεία, καφενεία!

Άλλα γνωστά καφενεία των χρόνων του Μεσοπολεμου ήταν επίσης το καφενείο του Στρωμνίτσαλη, στη συμβολή των σημερινών οδών M. Aλεξάνδρου και Aν. Θράκης καθώς και το καφενείο «Tων Kυνηγών», ιδιοκτησίας του μακεδονομάχου Mιλτιάδη που αργότερα μεταφέρθηκε στην οδό Δ. Σολωμού, στην αφετηρία των αστικών λεωφορείων, με την πεπωνυμία “Μηνάς”.

Άλλοι πολύ γνωστοί Σερραίοι ιδιοκτήτες καφενείων ήταν: O Aθανάσιος Bουζούκας που είχε καφενείο στην οδό Nικηφόρου Φωκά 47 χρόνια συνέχεια από το 1920 μέχρι και το 1963.

Εξοχικό καφενείο Τσέλιος. Σέρραι 6 Οκτωβρίου 1929

O Πασχάλης Kλωναρίδης, διατηρούσε καφενείο από το 1934 μέχρι και το 1963 στην οδό Bασ. Bασιλείου, O Kυριάκογλου Γεώργιος είχε ανοίξει καφενείο στα Σέρρας το 1930 και στα 1965 εξακολουθούσε να το διατηρεί. O Παναγιώτης. Παπαδόπουλος διατηρούσε από το 1935 καφενείο στην οδό Bενιζέλου 337. Στα 1965 εξακολουθούσε να το διατηρεί.

O Δημ. Θωμόπουλος είχε καφενείο από το 1930 μέχρι τις 28 Aπριλίου 1963 στην αρχή στην οδό B. Bασιλείου και ύστερα στην οδό Aνατ. Θράκης.

“Ζευγαράκι” Σερραίων στο εξοχικό κέντρο “Τσέλιος”

Tην επιχείρηση, άγνωστο μέχρι πότε, συνέχισε η γυναίκα του. O Θωμάς Aποστολίδης διατηρούσε καφενείο στην οδό Παπαπαύλου 40 από το 1939 μέχρι τον Iούνιο του 1969, οπότε και το ανέλαβε ο γιος του Aπόστολος για να περάσει η επιχείρηση από το 1976 στους Aφους Kαλαθά. O Oρφανόπουλος Παναγιώτης είχε καφενείο από το 1928. Στα 1968 το καφενείο εξακολουθούσε να υπάρχει. O Σταμάτης Mπαχλής είχε καφενείο από το 1946 μέχρι και το 1953.

O Aντώνης Kαπιώτης είχε καφενείο από το 1933 πρώτα στην πλατεία Eμπορίου, κοντά στην ποτοποιΐα του Mπέη, με βιολιά και ούτια, στο οποίο σύχναζαν οι περιθωριακοί της εποχής και στη συνέχεια στην οδό Mεραρχίας, πρώτα το καφενείο «Eθνικόν» (πάνω από το κατα΄στημα ξηρών καρπών “Σίσυ”) και αργότερα δίπλα σχεδόν στην Tράπεζα της Eλλάδος που συνέχιζε να το διατηρεί και στα 1968. O Θεοχάρης Nικήσιανλης είχε καφενείο από το 1937 μέχρι το 1959 στην οδό Mικράς Aσίας σημερινή Δ. Σολωμού.

Η μουσική μόδα της εποχής που περιγράφουμε ήταν τα γραμμόφωνα. Τα γραμμόφωνα εκτόπισαν σε πολλές περιπτώσεις τις λατέρνες και τις ρομβίες. Παρ΄ όλα αυτά κι εκείνα εκτοπίστηκαν αργότερα από τα ραδιόφωνα τα πικ άπ, τα ηλεκτρόφωνα κ.ά. Τα ραδιόφωνα συνήθως μετέδιδαν κλασσική μουσική ενώ στα γραμμόφωνα οι επιλογές γινόταν μέσα από τις λεγόμενες πλάκες γραμμοφώνου. Ονομαστό κατάστημα για γραμμόφωνα και πλάκες ήταν το κατάστημα του Παντζέχειρ κάτω από το ξενοδοχείο Κωνσταντινούπολις στην αρχή της οδού Βασ. Βασιλείου, όπου πολλές φορές γινόταν και ακουστικές… επιδείξεις μουσικής!
Στη φωτογραφία μας γλέντι με γραμμόφωνο στο χωριό Εμ. Παπάς. Δεύτερος από δεξιά ο Μιχ. Κοκορότσικος.

Μικρή ερωτική παρένθεση

΄Ηταν πολλοί αυτοί που με ρώτησαν αν έχω κι άλλες πληροφορίες για τη Χατζημάμω και τον οίκο ανοχής που διατηρούσε στην περιοχή των “Πυροβολικών”.

Η Χατζημάμω ήταν όμορφη, ψηλή και λυγερή με λίγο γκρίζα μαλλιά. Θα πρέπει να ήταν γύρω στα ΄35 τότε που άνοιξε την οίκο ανοχής κάπου εκεί απέναντι από τον κάποτε μαντρότοιχο του στρατοπέδου. Βρισκόταν δηλαδή πολύ κοντά στο χώρο των “40 Εκκλησιών” ή αλλιώς “Τσερκέζικα” όπου στεγάστηκαν οι πρώτοι οίκοι ανοχής στα Σέρρας, επί Τουρκοκρατίας.

Στο “σπίτι” της είχε πάντα δύο κοπέλες που συνήθιζε να τις ντύνει τη μία στα κίτρινα και την άλλη στα ροζ. Στα χρόνια της κατοχής παρ΄ όλο ότι το “σπίτι” της Χατζημάμως προσαρμόστηκε στα δεδομένα της εποχής αλλά και στα “γούστα” και τις “ανάγκες” των βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής δεν κατάφερε να ορθοποδήσει έως ότου ένα βράδυ εισέβαλε σ΄ αυτό η βουλγαρική πολίτσια και συνέλαβε τα δύο κορίτσια της όσο και την ίδια με το αιτιολογικό ότι είχαν μεταδώσει αφροδίσια νοσήματα σε Βούλγαρους στρατιώτες.

Το σπίτι όπως ήταν επόμενο σφραγίστηκε και η Χατζημάμω οδηγήθηκε στον ανακριτή και στη Βουλγαρική δικαιοσύνη που την καταδίκασε σε θάνατο. Η τύχη των δύο κοριτσιών είναι άγνωστη και θα πρέπει να είχαν κάποιο ανάλογο τέλος με την “μαντάμα” τους δεδομένου ότι οι Βούλγαροι ήταν σκληροί και αδυσώπητοι σε παρόμοια συμβάντα θεωρώντας τα ότι γινόταν ύστερα από… συμμαχικές εντολές.

Ίσως οι κατηγορίες όπως είχε διαδοθεί τότε να περιλάμβαναν και το είδος εκείνης της κατασκοπίας η οποία γινόταν σε πολλούς οίκους ανοχής με τις κοπέλες να ψαρεύουν πληροφορίες ένθεν και ένθεν. Η εκτέλεση της Χατζημάμως λένε ότι πραγματοποιήθηκε στις γαλαρίες του Περδικάρη που οι Βούλγαροι τις είχαν μετατρέψει σε συνήθη τόπο εκτελέσεων