… και τώρα σειρά έχει η Κύπρος!

… και τώρα σειρά έχει η Κύπρος!

Από το 2014 η Κύπρος στο επίκεντρο

Από τις αρχές του 2014, στο φόντο της κλιμακούμενης διένεξης Ρωσίας – Δύσης στην Ουκρανία, αλλά και της ολοκληρωτικής αποσταθεροποίησης της Μ. Ανατολής στα χρόνια που ακολούθησαν την Αραβική Άνοιξη, οικονομικοί-πολιτικοί και στρατιωτικοί λόγοι έθεσαν την Κύπρο στο επίκεντρο των Αμερικανικών και Ευρωενωσιακών σχεδιασμών στην Αν. Μεσόγειο.

Του Γιάννη Χουβαρδά
Πολιτικού Επιστήμονα

Στα πλαίσια αυτών ο ενεργειακός πλούτος τόσο του νησιού όσο και της ευρύτερης περιοχής, επιλέχθηκε να ενισχύσει την προσπάθεια απεξάρτησης της ενεργειακής κατανάλωσης της ΕΕ από τους Ρωσικούς υδρογονάνθρακες (Υ/Α), ενώ το έδαφος και οι θάλασσες του ορίστηκαν ως βάση και ορμητήριο για τα στρατεύματα της Δύσης.

Τα “προβλήματα” …

Ωστόσο η άντληση και η εξαγωγή των Κυπριακών ενεργειακών πόρων από τις Δυτικές ιδιωτικές πολυεθνικές εταιρείες προϋποθέτει ένα περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας και ασφάλειας, το οποίο είναι αδύνατο να προκύψει στις συνθήκες διακρατικού ανταγωνισμού, διεθνών εντάσεων και κοινωνικών μοχλεύσεων που ανά τακτά χρονικά διαστήματα προκαλεί το Κυπριακό ζήτημα.

Αντίστοιχα η μετατροπή της Κύπρου σε προκεχωρημένο Δυτικό στρατιωτικό φυλάκιο παρεμποδίζεται από την ενδό-Νατοϊκή Ελληνό-Τουρκική διαμάχη, αλλά και από τις διαχρονικά καλές σχέσεις που διατηρεί η Κυπριακή Δημοκρατία με τη Μόσχα, ζητήματα που επίσης συνδέονται με το Κυπριακό ζήτημα.

Ως εκ τούτου η επίλυση του Κυπριακού, με τρόπο φυσικά που να προωθεί τους κεντρικούς της σχεδιασμούς, κατέστη σημαντικής σημασίας ζήτημα για τη Δύση. Συνακόλουθα Ουάσιγκτον και Βρυξέλες αύξησαν τις πιέσεις τους προς Αθήνα – Άγκυρα και Λευκωσία στην κατεύθυνση της άμεσης επίλυσης του ζητήματος.

Με δεδομένο το διαχρονικά φιλοδυτικό προσανατολισμό των ελίτ (μεγαλομέτοχοι μονοπωλιακών ομίλων και οι πολιτικοί-κοινωνικοί τους δορυφόροι) σε Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρο, αλλά και τον συντριπτικό βαθμό εξάρτησης  της πολιτικής ηγεσίας του ψευδοκράτους από την Άγκυρα, οι πιέσεις της Δύσης γρήγορα έδωσαν καρπούς.

… και οι βάσεις για τις “λύσεις”

Έτσι το Φλεβάρη του 2014 πραγματοποιείται η κοινή δήλωση Αναστασιάδη – Έρογλου, με την οποία διακηρύσσουν την πρόθεση τους για τη δημιουργία μιας ομόσπονδης Κύπρου, η οποία θα αποτελείται από δύο «συνιστώντα κράτη», τα οποία θα «ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους, χωρίς επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση». Πάνω σε αυτή τη βάση οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια για να φτάσουμε στις συνομιλίες της Γενεύης και του Κράνς-Μοντάνα το χειμώνα και το καλοκαίρι του 2017. Βασικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι ότι δεν έχει τέλος (open ended όπως έχει χαρακτηριστεί). Συνεπώς ακόμα και σε περίπτωση τελμάτωσης της, η επανεκκίνηση της συντελείται στο σημείο διακοπής της.

Η Κυπριακή Δημοκρατία υποβιβάζεται σε κοινότητα

Ως εκ τούτου μέχρι σήμερα έχει παράξει σημαντικά πολιτικά αποτελέσματα:

  1. Το Κυπριακό από διεθνές πρόβλημα κατοχής μιας κυρίαρχης χώρας, υποβαθμίζεται σε διαμάχη δύο κοινοτήτων, η οποία θα λυθεί μέσω της συνεννόησης των δυνάμεων που έχουν κατοχυρωμένα συμφέροντα στο νησί. Έτσι η Κυπριακή Δημοκρατία υποβιβάζεται σε κοινότητα, ενώ παρακάμπτεται το ζήτημα της κατοχής. Επιπλέον η λύση δεν αναζητάται στα πλαίσια του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε, αλλά σε ελεγχόμενες από τη Δύση πενταμερής διασκέψεις, όπου εκπροσωπούνται η Ελλάδα, η Τουρκία, η Μ. Βρετανία και οι δύο κοινότητες, ενώ ως παρατηρητής μετέχει και η Ε.Ε.
  2. Οι Βρετανικές βάσεις μένουν και εξετάζεται η δημιουργία νέων από άλλες δυνάμεις.
  3. Η Κύπρος δε θα έχει στρατό. Η ασφάλεια της παραδίδεται σε πολυεθνικό σχήμα.
  4. Ο Πρόεδρος της χώρας θα ορίζεται εναλλάξ από τις δύο κοινότητες (π.χ ανά 6 μήνες).
  5. Η κάθε κοινότητα θα μπορεί να ασκεί βέτο στις αποφάσεις της κεντρικής κυβέρνησης.
  6. Το ομοσπονδιακό δικαστήριο θα απαρτίζεται από ισάριθμα μέλη των δύο κοινοτήτων και σε ενδεχόμενο αδιέξοδο στη λήψη απόφασης τη λύση θα δίνει ξένος δικαστικός.
  7. Η διαχείριση σοβαρών εσωτερικών κρίσεων επαφίεται σε διεθνή αστυνομική δύναμη.

Η διχοτομική λύση και οι εύθραστες συμφωνίες

Όπως προκύπτει απ’ όλα τα παραπάνω οδηγούμαστε σε μια σαφέστατα διχοτομική λύση, η οποία σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιεί τα αποτελέσματα της Τουρκικής εισβολής – κατοχής. Με αυτή δεν επιτυγχάνεται μία κοινή ζωή για τους δύο λαούς, αντιθέτως θεσμοθετείται και επίσημα το γεγονός πως θα ζούνε χώρια στα πλαίσια ενός κρατικού συνεταιρισμού τύπου Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

Ταυτόχρονα η περιορισμένη κυριαρχία του νέου κράτους, όπως προκύπτει από την έλλειψη βασικών εργαλείων άσκησης της (στρατός, αστυνομία), αλλά και την επικείμενη αδυναμία του να τοποθετηθεί και να δραστηριοποιηθεί σε σύνθετα ζητήματα, εξαιτίας της δυνατότητας της κάθε κοινότητας να μπλοκάρει ή να αλλάζει κεντρικές αποφάσεις, όχι απλά θα παρεμποδίζει την πολιτική ένωση των δύο κοινοτήτων στα πλαίσια του ενιαίου κεντρικού κράτους, αλλά θα ενισχύει την αυτοτελή πολιτική τους έκφραση στα πλαίσια των αυτόνομων κρατιδίων τους, υποδαυλίζοντας αποσχιστικές τάσεις (όπως και συμβαίνει στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη).

Με λίγα λόγια δεν πρόκειται να τερματίσει την διά-κοινοτική αντιπαράθεση. Παράλληλα το ασταθές διεθνές περιβάλλον, συνδυασμένο με την αναβάθμιση του ρόλου που θα διαδραματίζει ο ξένος παράγοντας στη χώρα και την περιορισμένη κυριαρχία του νέου κράτους, καθιστούν ιδιαίτερα εύθραυστη την όποια συμφωνία. Μια χειμαζόμενη από την διά-κοινοτική αντιπαράθεση ομοσπονδία θα μπορούσε να καταστεί πολύ πιο εύκολα πεδίο γεωπολιτικών παιγνίων ανάμεσα σε μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις (όπως επίσης συμβαίνει στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη), με δραματικές συνέπειες για τους κατοίκους του νησιού.

Οι αξιώσεις της Αγκυρας

Ωστόσο τόσο στις συνομιλίες της Γενεύης όσο και του Κράνς-Μοντάνα οριστική συμφωνία δεν κατέστη εφικτή, λόγο της άρνησης της Άγκυρας να δεχτεί την απόσυρση των κατοχικών στρατευμάτων και την επιμονή της να αναγνωρισθεί ως εγγυήτρια δύναμη του νησιού.

Οι συγκεκριμένες αξιώσεις είναι ενταγμένες στο γενικότερο σχεδιασμό της Τουρκίας να κυριαρχήσει στην Αν. Μεσόγειο και να αναδυθεί ως μεγάλη περιφερειακή ή και παγκόσμια δύναμη. Συνακόλουθα δύσκολα μπορούν να γίνουν δεκτές από τη Δύση, η οποία θέλει για τον εαυτό της τόσο τον έλεγχο της Κύπρου, όσο και της ευρύτερης Αν. Μεσογείου, ενώ δυσανασχετεί με την όλο και διευρυνόμενη μετά το 2016 συνεργασία Ρωσίας-Τουρκίας.

Δύο πρόσθετοι λόγοι ωθούν στη “λύση”

Όμως την ίδια περίοδο, η ανάδυση του Ιράν σε περιφερειακή δύναμη ικανή να προβάλλει ισχύ στην Αν. Μεσόγειο, η διεύρυνση της Ρωσικής ναυτικής-στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία και η επικείμενη εξάπλωση της σε Αίγυπτο-Λιβυή, αλλά και η αδυναμία των ΗΠΑ να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των παλιών τους συμμάχων στη Μ. Ανατολή (Αίγυπτος, Σ. Αραβία), κατέστησαν επείγουσα για τη Δύση την ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος για δύο πρόσθετους λόγους.

  • 1ον) Ώστε να αποκρουσθεί η εξάπλωση της Ρωσό-Ιρανικής επιρροής στην Αν. Μεσόγειο.
  • 2ον) Ώστε να ενισχυθεί η ασφάλεια του Ισραήλ.

Επ’ αυτού είναι χαρακτηριστικές οι προ λίγον ημερών δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Γ. Μίτσελ στην ιστοσελίδα Hellas Journal, στις οποίες ανέφερε:

«Αυτό που πραγματικά προσπαθούμε να κάνουμε είναι οι ΗΠΑ να είναι περισσότερο παρούσες…στη συνεργασία με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ. Νομίζω ότι είναι καλό να δούμε την Ανατολική Μεσόγειο ως σύνορο και ένα πολύ ευάλωτο σύνορο. Έχουμε την ενισχυμένη παρουσία της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, νομίζω ότι πρέπει να μας απασχολήσει το γεγονός ότι το Ιράν θέλει επίσης ένα παράθυρο στη Μεσόγειο».

Δυτικές πιέσεις …

Ως εκ τούτου εντείνονται οι Δυτικές πιέσεις προς όλες τις πλευρές για την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων. Σε αυτά τα πλαίσια στις 26/10 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά μετά το “ναυάγιο” του Κράνς-Μοντάνα συνάντηση μεταξύ των κυρίων Ακιντζί-Αναστασιάδη στην κατοικία της Ειδικής Αντιπροσώπου του ΓΓ του ΟΗΕ, ενώ έχει προγραμματιστεί και δεύτερη συνάντηση για τις 31/10. Παράλληλα εντός των προσεχών ημερών θα βρίσκεται στη Λευκωσία η απεσταλμένη του γγ του ΟΗΕ, Τζέιν Χολ Λουτ, για νέο κύκλο διερευνητικών επαφών.

Την ίδια ώρα η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης Δύσης-Τουρκίας προκαλεί αισιοδοξία σε Αθήνα-Λευκωσία ως προς το ενδεχόμενο η Δύση να αυξήσει τις πιέσεις προς την Άγκυρα προς όφελος των Ελληνό-Κυπριακών συμφερόντων. Πρόσθετα σε αυτό συμβάλλει η διεύρυνση των συμφωνιών του Κυπριακού κράτους με πετρελαϊκές εταιρείες όπως η Exxon Mobil (ΗΠΑ) και η Total (Γαλλία), οι οποίες δυσανασχετούν με τις αποσταθεροποιητικές Τουρκικές ενέργειες στην Κυπριακή ΑΟΖ, αλλά και η συζήτηση που έχει ανοίξει σχετικά με το ενδεχόμενο διεύρυνσης των τριμερών αμυντικών σχημάτων Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ & Ελλάδα-Κύπρος-Αίγυπτος με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και της Γαλλίας.

…και προτεραιότητες

Ωστόσο η συγκεκριμένη ανάγνωση της πραγματικότητας αγνοεί ή παρακάμπτει εσκεμμένα τόσο τις πραγματικές προτεραιότητες της Δύσης στην περιοχή, οι οποίες όπως προαναφέρθηκε αφορούν τον περιορισμό της Ρωσό-Ιρανικής επιρροής και την ασφάλεια του Ισραήλ, όσο και τις προθέσεις της έναντι της Τουρκίας.

Σε προηγούμενο άρθρο αναφέραμε πως η συνολική αλληλεξάρτηση συμφερόντων μεταξύ Δύσης-Τουρκίας είναι τόσο μεγάλη ώστε η ολική μεταξύ τους ρήξη καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση –πλην δραματικών εξελίξεων στο Διεθνές Σύστημα-.

Δύση και Τουρκία

Έτσι οι δύο πλευρές είναι αναγκασμένες να συνεργάζονται και να αντιπαρατίθενται ταυτόχρονα, με τη Δύση να επιδιώκει το αδυνάτισμα των Ρωσό-Τουρκικών σχέσεων και την ευθυγράμμιση της Άγκυρας στις κεντρικές της επιλογές και την Τουρκία να ευελπιστεί μεταξύ άλλων στη στήριξη της Δύσης στο Κουρδικό ζήτημα και στο ενεργειακό παιχνίδι στην Αν. Μεσογείου. Το τελευταίο αφορά την με ίσους όρους συμμετοχή της Τουρκοκυπριακής πλευράς στην εκμετάλλευση των Κυπριακών Υ/Α και την όδευση του σχεδιαζόμενου αγωγού EAST-MED μέσω του Τουρκικού εδάφους.

Όσον αφορά το πώς βλέπει η Δύση την Τουρκία οι δηλώσεις του κ. Μίτσελ είναι και πάλι χαρακτηριστικές:

«Ξέρετε, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πρώτα απ’ όλα να σταθεροποιήσουμε τη σχέση με την Τουρκία. Νομίζω ότι έχουμε διανύσει πολύ δρόμο τις τελευταίες μέρες με την απελευθέρωση του πάστορα Μπράνσον. Ελπίζουμε να απομακρύνουμε την τουρκική κυβέρνηση από (την αγορά) των (ρωσικών) “S-400” και να κρατήσουμε την Τουρκία όχι μόνο σε τροχιά προς την πολιτική Δύση, αλλά και προς τη στρατηγική Δύση. Και νομίζω ότι αυτό είναι προς το συμφέρον και της Τουρκίας».

Καρότο και… μαστίγιο

Σε αυτά τα πλαίσια μια αναθέρμανση των συνομιλιών στο Κυπριακό με τρόπο που να αναγνωρίζει τις Τουρκικές ενεργειακές στοχεύσεις μπορεί να λειτουργήσει ως “καρότο” στην προσπάθεια της Δύσης να αναθερμάνει τις σχέσεις της με την Άγκυρα, αλλά και να καθησυχάσει τις πολυεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες όσον αφορά την ασφάλεια των επενδύσεων τους, διευκολύνοντας τη συνέχιση των εργασιών τους.

Συνεπώς δεν πρέπει να μας προκαλούν εντύπωση γεγονότα όπως, η ανοχή που επέδειξε η Δύση στην παρεμπόδιση από Τουρκικά πλοία της δραστηριότητας της πιο αδύναμης πολιτικά Ιταλικής πετρελαϊκής εταιρείας ENI στην Κυπριακή ΑΟΖ, το συμβόλαιο που υπέγραψε η Τουρκική εταιρεία ΤΡΑΟ με την αμερικανική Rowan για γεωτρήσεις «στη Μεσόγειο», αλλά και η τελευταία δήλωση του Αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών με αφορμή την τελευταία έκδοση Τουρκικής NAVTEX στην Κυπριακή ΑΟΖ, κατά τη οποία για ακόμη μία φορά επισημάνθηκε πως οι ΗΠΑ

«Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι οι πόροι πετρελαίου και φυσικού αερίου του νησιού, όπως και όλοι οι πόροι του, θα πρέπει να μοιράζονται ισομερώς μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης».

Μάλιστα για να πειστεί η Άγκυρα για την επανεκκίνηση των συνομιλιών η Κυπριακή κυβέρνηση (λογικά κατόπιν πιέσεων της Δύσης, διαφορετικά είναι ανεξήγητο!) φαίνεται πως εγκαταλείπει και την ιδέα της δικοινοτικής ομοσπονδίας και αντι-προτάσσει την προοπτική μιας «χαλαρής και αποκεντρωμένης συνομοσπονδίας», η οποία θα προσφέρει ακόμη μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας στα συνιστώντα κρατίδια.

Η συγκεκριμένη πρόταση συνδυασμένη με την προοπτική των ενεργειακών παραχωρήσεων στην παρούσα φάση φαίνεται να ικανοποιούν την Άγκυρα και μάλλον αυτός είναι ο λόγος που τελικά ενδίδει στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Μένει να δούμε αν για την Τουρκία τα συγκεκριμένα ανταλλάγματα, τα οποία αναβαθμίζουν το γενικότερο ρόλο της σε όλο το νησί, αρκούν ώστε να ενδώσει και στο θέμα των εγγυήσεων και των κατοχικών στρατευμάτων ή θα παραμείνει στη γραμμή μη παράδοσης στη Δύση της πλήρους κυριαρχίας που ασκεί στο κατεχόμενο απ’ αυτή τμήμα του νησιού.

Τριμερείς αμυντικές συνεργασίες

Παράλληλα η στήριξη που προσφέρουν οι ΗΠΑ στις τριμερείς αμυντικές συνεργασίες της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο αφορά πρωτίστως τη διαμάχη τους με τη Ρωσία και το Ιράν και λιγότερο τις διαφωνίες τους με την Τουρκία. Στη βάση όσων παρατέθηκαν παραπάνω προκύπτει πως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως το “μαστίγιο” της Δύσης απέναντι στην Άγκυρα μόνο σε περίπτωση που η τελευταία αποφάσιζε να προβεί σε κάποια εξωφρενική για τα συμφέροντα της Δύσης ενέργεια στην περιοχή.

Αντίθετα προς το παρόν παρατίθενται ως δέλεαρ στην Τουρκία, ώστε η τελευταία να αποδεχθεί κάποιο συμβιβασμό με τη Δύση και να μετάσχει και αυτή στο σύστημα ασφαλείας που οικοδομεί η Δύση στην περιοχή. Πρόσθετα προς αυτή την κατεύθυνση λειτουργεί και η επαναπροσέγγιση Ισραήλ-Τουρκίας με στόχο την ομαλοποίηση των σχέσεων τους ύστερα από μια περίοδο παρατεταμένης κρίσης.

Οι δεσμοί Τουρκίας, με Ισραήλ και Αίγυπτο

Σε κάθε περίπτωση ο ανταγωνισμός της Τουρκίας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο είναι συγκυριακός και όχι στρατηγικός όπως συμβαίνει με την Ελλάδα και την Κύπρο. Το Ισραήλ και η Αίγυπτος λειτούργησαν για πολλά χρόνια ως σύμμαχοι της Τουρκίας, σε περιόδους που η Δύση βρισκόταν στο αποκορύφωμα της ισχύος της στην περιοχή και η Άγκυρα αποτελούσε έναν από τους βασικότερους κρίκους στο τότε σύστημα ασφάλεια που αυτή είχε οικοδομήσει.

Ακόμα και σήμερα όμως εξακολουθούν να συμμερίζονται τις ίδιες ανησυχίες σε μια σειρά από κρίσιμα για την ασφάλεια τους ζητήματα, όπως η ανάγκη μετριασμού της Ιρανικής επιρροής στην περιοχή. Ως εκ τούτου οι μεταξύ τους σχέσεις θα μπορούσαν να αναθερμανθούν από μια ενδεχόμενη μετατόπιση της Τουρκίας προς τη στρατηγική της Δύσης, χάρη στην οποία θα αποδυναμωνόταν τόσο η ικανότητα της Μουσουλμανική Αδελφότητας να απειλεί το στρατιωτικό καθεστώς της Αιγύπτου, όσο και του Ιράν να απειλεί την κρατική υπόσταση του Ισραήλ.

Αντίστοιχα προς την ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει μια περεταίρω προσέγγιση των δύο χωρών με τη Ρωσία, η οποία είναι πολύ πιθανή λόγο του όλο και πιο ενεργού ρόλου που διαδραματίζει η Μόσχα για την ασφάλεια της περιοχής.

Σε μια τέτοια εξέλιξη οι σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ-Αιγύπτου θα μπορούσαν να εξομαλυνθούν κατόπιν παρότρυνσης της Μόσχας, στη λογική της οικοδόμησης ενός συστήματος ασφαλείας στην περιοχή, το οποίο θα δεσμεύεται απέναντι στην εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας και την ηγεμονία της στη βόρειο Μεσοποταμία, θα εγγυάται την ασφάλεια του Ισραήλ, θα αναγνωρίζει την εξουσία του στρατιωτικού καθεστώτος της Αιγύπτου και θα διαμοιράζει σε σφαίρες επιρροής την Αν. Μεσόγειο ανάμεσα στις τρεις αυτές χώρες.

Ως αντάλλαγμα η Μόσχα θα ζητούσε τον πρώτο λόγο στην εποπτεία της σταθερότητας στην περιοχή και τον όσο το δυνατό μεγαλύτερο αποκλεισμό της Δύσης από αυτήν, ενώ η ίδια θα εξανάγκαζε το Ιράν να μετριάσει τις ηγεμονικές του βλέψεις στη Μ. Ανατολή, προκαλώντας ανακούφιση στους παραπάνω τρεις ανταγωνιστές του.

Τα… συμφέροντα των ΗΠΑ οδηγούν σε …διχοτόμηση!

Συνοψίζοντας η χρονική συγκυρία πιέζει τις ΗΠΑ να ενσωματώσουν πλήρως την Κύπρο στο σύστημα ασφαλείας που οικοδομούν στην Αν. Μεσόγειο. Ως εκ τούτου επιδιώκουν το κλείσιμο του Κυπριακού ζητήματος, ασκώντας πιέσεις σε Αθήνα-Άγκυρα και Λευκωσία για την αποδοχή είτε της δικοινοτικής ομοσπονδίας, είτε της χαλαρής συνομοσπονδίας.

Παράλληλα η επιδίωξη τους να μην έρθουν σε πλήρη ρήξη με την Άγκυρα, καθιστά πιθανό το ενδεχόμενο σε περίπτωση μη συμφωνίας να κλείσουν το ζήτημα από μεριάς τους, αναγνωρίζοντας de facto ή de jure δύο ανεξάρτητα κράτη στο νησί. Σε αυτό το ενδεχόμενο αναμένεται να πιέσουν την Ελληνό-Κυπριακή πλευρά να αποδεχτεί αυτήν την πραγματικότητα και παράλληλα να αποσύρουν τα ανταλλάγματα που προσφέρουν στην Τουρκία, αυξάνοντας την πίεση σε αυτή σε άλλα μέτωπα.

Σε κάθε περίπτωση η λύση που μαγειρεύεται εντός των Ευρωατλανιτκών πλαισίων θα είναι διχοτομικού χαρακτήρα και επιζήμια για τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου, ενώ θα μπλέξει βαθύτατα το νησί σε γεωπολιτικά παίγνια ανάμεσα σε παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις, την ώρα που οι διεθνείς σχέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο μπαίνουν σε νέα φάση όξυνσης.

 

Γράψτε το σχόλιό σας...

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.