Καπνοί και ερείπια αυτό σημαίνει τώρα Σερραι!

ΤΟ ΣΑΤΑΝΙΚΟΝ ΣΧΕΔΙΟΝ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ- ΔΙΩΡΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΑΝΑ ΤΗΝ ΝΕΚΡΟΥΠΟΛΙΝ

Καπνοί και ερείπια αυτό σημαίνει τώρα Σερραι!

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία στις 19 Ιουλίου 1913, φέρει την υπογραφή του Βασίλη Μεσολογγίτη και αποτελεί ένα οδοιπορικό στη “νεκρόπολη” των Σερρών δύο μόλις εβδομάδες μετά την πυρπόληση της πόλης, ενώ μεταφέρεται και συνομιλία του δημοσιογράφου με κάτοικο βουλγαρικής καταγωγής, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των βασανιστηρίων που είχαν υποστεί οι Έλληνες πρόκριτοι της περιοχής.

Δεν είναι υπερβολή. Αι Σέρραι δεν υπάρχουν πλέον. Εκεί όπου προ ολίγου ακόμη υπερήφανος ηγείρετο η ωραιοτέρα και πατριωτικωτέρα και η ευανδροτέρα και αρχοντικωτέρα πόλις της Ανατολικής Μακεδονί­ας και απετέλει ζωής και ευδαιμονίας σονέττο, απλούνται τώρα ερείπια, κυριαρχεί η σκιά της δυστυχίας και του θανάτου.

Και υπό την σκιάν αυτήν και παρά τα ερείπια 15 χιλιάδων ανθρώπων πάσης ηλικίας και παντός φύλου και πάσης τάξεως στερούμενοι των πάντων γελούν και κλαίουν.

Γελούν διά την απελευθέρωσίν των από του Βουλγαρικού ζυγού και την εθνικήν των αποκατάστασιν.

Κλαίουν διά την ατομικήν των καταστροφήν.

Δεκαπέντε περίπου ημέραι επέρασαν από της αποφράδος και ευτυχής εκείνης ημέρας κατά την οποίαν από το έν άκρον της πόλεως εξήρχοντο αι Βουλγαρικαί ορδαί αφήνουσαι όπισθεν τας φλόγας και από το άλλο εισήρχετο ο Ελληνικός στρατός ευρίσκων έμπροσθέν του φλόγας. Και όμως εις τας φυσιογνωμίας των Σερραίων διακρίνω τας γραμμάς του τρόμου και της ημιπαραφροσύνης αδρότατα διαμεμειγμένα με τας γραμμάς της ανακουφίσεως και της χαράς.

Οι δυστυχείς! Διήλθον ώρας μακράς, εξ εκείνων αι οποίαι βαθέως συγκλονίζουν την ψυχήν και αφί­νουν εις αυτήν βαθύτατα ίχνη…

Από δύο ωρών περιέχομαι την νεκρούπολιν πατώνεις ερείπια, τα οποία φράσσουν τους δρόμους.

Τι καταστροφή είναι αυτή! Το θέαμα της Μαρτινίκας ή της Μεσσήνης εις τας οποίας εξέσπασε τόσον αγρία η οργή του Εγκελάδου δεν υποθέτω ότι θα ήτο θλιβερώτερον αυτού που παρουσιάζουν αι Σέρραι, δεν νομίζω ότι θα έδιδε πληρεστέραν την εικόνα της καταστροφής.

Περιπατώ και περιπατώ, κουράζομαι περιπατών διά μέσου της νεκρουπόλεως και όμως τα ερείπια δεν τελειώνουν. Ερείπια. Ερείπια. Ερείπια.

Τα κουρασμένα βήματα εμού και του συνοδοιπόρου μου αντηχούντα θλιβερώς επί των ερειπίων, απο­τελούν τον μόνον κρότον που διαταράσσει την σιγήν του θανάτου που βασιλεύει εκεί.

Από καιρού εις καιρόν κοπάδια κοράκων πετούν από τούτου του σωρού των λίθων εις τον άλλον. Αποτελούν την μόνην έκφανσιν της ζωής μέσα εις την νεκρούπολιν – και την απαισιωτέραν έκφανσιν.

Τα κοράκια προσελκύονται από την δυσοσμίαν θνησιμαίων, την οποίαν φέρει αποπνικτικήν εδώ κ’ εκεί εις τα οσφραντικά μας νεύρα το δροσερό αεράκι του δειλινού. Κάτω από μερικά ερείπια υπάρχουν αν­θρώπινα πτώματα. Τα πτώματα γερόντων και γραιών και ασθενών που δεν ημπόρεσαν να σωθούν διά της φυγής και ή σφαγμένοι ή καμένοι ευρέθησαν υπό τα ερείπια.

Εις πολλά μέρη της νεκρουπόλεως ούτε δρόμος ούτε σπίτι ξεχωρίζουν. Ένα στρώμα από λίθους και χώματα μαύρα και ξύλα απηνθρακωμένα απλούται. Και ανάμεσα απ’ αυτούς τους σωρούς εγείρονται εδώ κ’ εκεί τοίχοι παραδόξων σχημάτων ως φαντάσματα, μαυρισμένοι από τον καπνόν και κοκκινισμένοι από τες βόμβες.

Αλλού πάλιν υψούνται όλοι οι εξωτερικοί τοίχοι μερικών σπητιών καμένων από τα παράθυρα, των οποίων φαίνεται ο ουρανός. Οι τοίχοι αυτοί ντυμένοι το μαύρο χρώμα της καπνιάς φαίνεται ως να κλαί­ουν τη μαύρη μοίρα της αρχοντιάς της πόλεως.

Ω! τώρα νοιώθω βαθειά μέσα μου την συγκίνησιν του μεγάλου Γαλάτου ποιητού που ησθάνετο προ των ερειπίων. Ο οδηγός μου μου λέγει από καιρού εις καιρόν.

– Να εδώ ήταν το σπήτι του τάδε προκρίτου, εδώ η δείνα εκκλησία, εδώ τούτο το κοινοτικό κτίριο, εδώ εκείνο το σχολείο…

Βλέπω, βλέπω και η συγκίνησίς μου αυξάνει διαρκώς.

Το αρχοντόσπιτα είχαν αι Σέρραι! Σωστά παλάτια μερικά. Σπίτια που ημπορούσαν ν’ αντικρύσουν και τα καλλίτερα μέγαρα της Θεσσαλονίκης. Από τα ερείπια φαίνεται τι ήσαν, φαίνεται τι ευμάρειαν και τι πλούτον περιείχαν.

Και αι εκκλησίαι! Ω η θέα αυτών αποδεικνύει όλην την βαρβαρότητα και την θηριωδίαν των Βουλ­γάρων. Από τας εκκλησίας τας 23 που εκάησαν μένουν ολίγοι τοίχοι και οι τέσσαρες λίθοι των αγίων τρα­πεζών όρθιοι ως διά να διακηρύξουν ότι οι Βούλγαροι έλαβον άλλοτε ποτε τον χριστιανισμόν διά να τον μεταχειρισθούν όπως οι σκύλλοι τα άγια.

Εις τα ερείπια του Μητροπολιτικού ναού του πανσέμνου, ο οποίος εφημίζετο διά το γλυπτόν επίχρυ­σον εικονοστάσιόν του, το σπανίας εκκλησιαστικής τέχνης, βλέπω τους εκ ψηφιδωτών… γραικούς αγίους λογχισμένους εδώ και εκεί υπό των βουλγαρικών λογχών.

Τα ερείπια του γυμνασίου, με την πολύτιμον βιβλιοθήκην του, του παρθεναγωγείου των αστικών σχο­λών, των νηπιαγωγείων, των σωματείων και συλλόγων και του νοσοκομείου, και ως ερείπια ακόμη μου διαγράφουν και μου βαθμολογούν την ελληνικότητα και την πρόοδον των Σερρών εις τον πολιτισμόν.

Και καταλήγω εις την ακρόπολιν των Σερρών, τον Κουλάν, όπως λέγουν εις τας Σέρρας, τα ερείπια δηλ. του Πύργου, τον οποίον, αν ενθυμούμαι καλώς εκ της ιστορίας έκτισεν ο στρατηγός του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου Ορέστης.

Απ’  εκεί η πόλις-ερείπια εκτείνεται υπό τους πόδας μου θλιβερωτάτη την θέαν. Και φαίνεται ως εν πα­νοράματι τι έμεινε και τι κατεστράφη εις την πόλιν. Έμεινε τίποτε και κατεστράφη το παν.

Έμειναν: η τουρκική και η εβραϊκή συνοικία, εξοχικοί τινες συνοικισμού, το διοικητήριον, αι φυλακαί και τίποτε άλλο. Κατεστράφησαν όλαι αι ελληνικαί συνοικίαι, δηλ. όλαι αι Σέρραι.

Ω τι αντίθεσις η από τους ύψους της ακροπόλεως θέα των ερειπίων και των πέριξ.

Η φύσις με τα δύο χέρια εσκόρπισε τα ηδονικά θέλγητρά της. Έστρωσε εις ένα χλοερό τάπητα την πρασινάδα άφθονον, ωραίαν, σπαργώσαν. Οι Βούλγαροι έστρωσαν πλησίον αυτής με τα δύο χέρια τον όλεθρον και την καταστροφήν, ερείπια καπνισμένα. Τραγικωτέρα αντίθεσις μεταξύ πλαισίου και εικόνος σπανίως συναντάται. Τοιαύται αντιθέσεις μόνον εις τας αρχαίας τραγωδίας υπάρχουν.

Εις την εναποληφθείσαν πόλιν, εις το εναπολειφθέν τίποτε, εις τον μεταξύ του Τουρκικού τεμένους Εσκή Τζουμά και του Διοικητηρίου δρόμον συνωθούνται αι χιλιάδες των θυμάτων της Βουλγαρικής θη­ριωδίας ωσεί επρόκειτο να συγκροτήσουν συλλαλητήριον.

Είνε η ώρα καθ’ ην δίδεται υπό της Ελληνικής φιλευσπλαχνίας και αλληλεγγύης ο άρτος ο επιούσιος. Και τα ατυχή θύματα σπεύδουν να εξασφαλίσουν την μόνην των τροφήν.

Εκεί εις την θύραν ενός δωματίου του πρώτου πατώματος του Διοικητηρίου, όπου διανέμεται ο άρτος αυτός, είδα ανθρώπους έως χθες ευπορούντας, έως χθες με χιλιάδας λιρών, να διαγκωνίζωνται προς χει­ρώνακτας, γεωργούς και χαμίνια διά να λάβουν τον άρτον των, και να τον σφίγγουν υπό την μασχάλην των όταν τον ελάμβανον, και να φεύγουν ευχαριστημένοι.

Πρόκριτος του οποίου η μεγάλη οικία, παλάτι σωστό εκάη εις τας Σέρρας και το τσιφλίκι κατεστράφη εις τον κάμπον υπό των ιδίων Βουλγάρων μου έλεγε με καυσίγελων.

Έχω πέντε ηγμέραις που τρώγω μόνον ψωμί και νερό και Άγιος ο Θεός…

– Είνε, κύριε Μπάουτσερ, «σανιάν» το μπιφτέκι και επιτυχημένη η «σος πικάν» που τρώγετε εις τα αριστοκρατικά εστιατόρια της Σόφιας;

Εις τα τουρκικά και εβραϊκά σπήτια, εις καλύβας, εις χάνια, εις το μοναδικόν ξενοδοχείον των Σερρών που εσώθη, εις κάθε στέγην που ευρίσκεται εις την πόλιν ερείπια έχουν συγκεντρωθή, στιβαχθή, συσφιχθή όλοι οι Άστεγοι.

Έτυχε να εισέλθω εις ένα μέγαρον κάποιου Τούρκου βέη. Όλα τα δάπεδα του μεγάρου, από του ισογείου μέχρι της σοφίτας είναι κεκαλυμμένα υπό στρωμάτων εφαπλωμάτων κουβερτών, είναι μεταβε­βλημένα εις απέραντα κρεβάτια.

Εις ένα δωμάτιον δεν είναι μόνον μία οικογένεια, – θα ήτο πολυτέλεια αυτό, – αλλά δύο τρεις ή και πε­ρισσότεραι. Ασφαλώς αι σαρδέλλαι μέσα εις τα κουτιά των ευρίσκονται ανετώτερον τοποθετημέναι παρά οι ατυχείς Σερραίοι εις τας οικίας.

Και να συλλογίζεται κανείς ότι διατρέχομεν τον μήνα Ιούλιον. Και να συλλογίζεται ότι πολλοί από αυ­τούς που κοιμώνται τώρα εις το δάπεδον ανέπαυον προ ολίγων ημερών τα μέλη των εις θαυμάσια Αγγλικά κρεββάτια και πλούσια Ανατολικά διβάνια.

Το πρώτον κτίριον το οποίον συναντά κανείς ερχόμενος εις Σέρρας από τον σιδηροδρομικόν σταθμόν διά τον ωραίον δρόμον με τη θαυμασίαν δενδροστοιχίαν από γηραιούς πλατάνους και ιτέας η οποία καλύ­πτει αυτόν ολόκληρον υπό θόλον πράσινον, είνε αι φυλακαί.

Ένα κτίριο καινουργές και ωραίον, το οποίον παν άλλο ή ως φυλακή ομοιάζει έξωθεν. Είνε η Βαστίλ­λη των Σερρών!

Εις τας φυλακάς αυτάς εμαρτύρησαν επί εννέα μήνας εκ περιτροπής οι περισσότεροι των Σερραίων, εις τας φυλακάς αυτάς αντήχησεν ο επιθανάτειος ρόχθος των 17 προκρίτων Σερρών και των πέριξ που εσφάγησαν ως πρόβατα – και κάτι χειρότερα μάλιστα αφού εσφάγησαν όχι διά μαχαίρας που κόπτει αλλά διά ξιφολόγχης η οποία είνε προωρισμένη να τρυπά μόνον.

Εισέρχομαι εις την φυλακήν διά να ίδω το δωμάτιον εν τω οποίω εξετυλίχθη μία από τας αγριωτέρας τραγωδίας του παρόντος πολέμου. Είνε το πρώτον δωμάτιον προς τα αριστερά το βλέπον εις την αυλήν των φυλακών. Ανατριχιάζω από φρίκην εντός αυτού. Εις τους τοίχους υπάρχουν κηλίδες μεγάλαι αίματος και αποτυπώματα αιμάτινα δακτύλων, των δακτύλων των θυμάτων. Το δάπεδον μολονότι πλυθέν επανει­λημμένως είνε μαύρον από το αίμα, το οποίον σχηματίζει τρόπον τινα χάρτας εν αυτώ.

Και αι σανίδες του δαπέδου είνε κεντημέναι από την αιχμήν των ξιφολογχών, αι οποίαι διατρυπούσαι τα σώματα των ίχνη των επί των σανίδων και του τοίχου.

Εις το παραπλεύρως δωμάτιον είνε φυλακισμένος ένας Βούλγαρος συλληφθείς ως ενεχόμενος εις βια­σμούς παρθένων και εμπρησμούς και παρόμοια θεάρεστα βουλγαρικά έργα.

Ο κινητός σκοπός, ο οποίος με συνοδεύει, ένας ευγενέστατος κερκυραίος, μου λέγει:

– Να αυτός ο Βούλγαρος που είνε εκεί εις το παράθυρο είδε την σφαγήν.

Πλησιάζω εις το παράθυρον και τον Βούλγαρον, με την κτηνώδη μορφήν και με δύο μάτια βλοσυρά και αστράπτοντα.

– Δεν μου λες, του ερωτώ, ήσαν εσύ παρών όταν έσφαξαν τους προκρίτους εις το διπλανόν δωμάτιο;

– Ήμουν στην αυλή. Έβλεπα εις αυτό εκεί το παράθυρο.

– Ε τι έκαμον όταν τους έσφαζον;

– Εμούγκριζαν σαν αγελάδες. Δεν άκουσες πώς μουγκρίζουν οι άνθρωποι όταν τους σφάζουν!…

 

Το δημοσίευμα μαζί με πλήθος άλλων δημοσιευμάτων ελληνικών κυρίως εφημερίδων της εποχής εκείνης περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Αργύρη Τσιάπου “Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ (ΙΟΥΝΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1913)”, το οποίο δεν πωλείται, αλλά όποιος επιθυμεί να το διαβάσει μπορεί να το αναζητήσει στα ράφια της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Σιντικής (Σιδηρόκαστρο), της βιβλιοθήκης της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών (Ε.Μ.Ε.Ι.Σ.) και της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης on-line στον σύνδεσμο

(Οι φωτογραφίες είναι από το ανεξάντλητο αρχείο του συγγραφέα Βασίλη Τζανακάρη)