Κοινωνία και πολιτική στον 21ο αιώνα

Κοινωνία και πολιτική στον 21ο αιώνα
Αρθρο  του Μιχάλη Σωτηρίου
Αρθρο
του Μιχάλη Σωτηρίου

Στην Εφημερίδα των Συζητήσεων της Βουλής (1873) έχει καταγραφεί μια ιστορία που διηγήθηκε ο Δημήτριος Γ. Βούλγαρης. Συμφωνα με αυτή, κάποτε η Φιλοσοφική σχολή του Λονδίνου ανέθεσε σ’ ένα ονομαστό καθηγητή της να διερευνήσει το θέμα “τί είναι η αλήθεια”.

Αυτός ξεκίνησε την έρευνα απο τη Ρώμη, όπου ρώτησε τον Πάπα τί είναι, κατα τη γνώμη του, η αλήθεια. Αυτός, πιστεύοντας στο δόγμα του αλάνθαστου, απάντησε πώς μόνο ο Καθολικός κατέχει την Αλήθεια.

Στη συνέχεια, ο καθηγητής πήγε στην Ανατολή και ρώτησε τον τότε Πατριάρχη πού έδωσε την απάντηση ότι την Αλήθεια την κατέχει ο Ορθόδοξος.

Ο Σεϊχουλισλάμης των Οθωμανών απάντησε πώς την Αλήθεια κατέχει μόνο όποιος διαβάζει το Κοράνι. Ανάλογη απάντηση έδωσε και ο Χαχάμης των Εβραίων.

Όπως είναι φανερό, ο καθηγητής δεν πήρε μια ικανοποιητική γι’ αυτόν απάντηση. Έτσι, προχώρησε στην Περσία και την Ινδία, οι θρησκευτικοί ηγέτες των οποίων απάντησαν με παρόμοιο τρόπο.

Το πρώτο συμπέρασμα, λοιπόν, που έβγαλε ο καθηγητής ήταν ότι η Αλήθεια είναι ενσωματωμένη  στο τί πιστεύει ο κάθε λαός. Αυτό τον λύπησε γιατί, άν ίσχυε, δεν έβλεπε δυνατότητα συννενόησης των ανθρώπων.

Μιά μέρα, καθώς βρισκόταν κοντά στο Γάγγη ποταμό ξέσπασε μιά φοβερή θύελλα. Για να προστατευθεί μπήκε σε μιά φτωχή καλύβα ενός παρία (.φτωχός και περιφρονημένος απο την κοινωνία). Μέχρι να περάσει η μπόρα ο καθηγητής ρώτησε κι αυτόν για την Αλήθεια. Η απάντηση που έδωσε ο παρίας ήταν: “την Αλήθεια τη βρίσκεις όταν εξετάζεις τις καταστάσεις και τους ανθρώπους  με απλή, ανοιχτή καρδιά, αφού πρώτα αφαιρέσεις το Εγώ σου”.

Συχνά στην ανθρώπινη ιστορία, χάνεται και αναζητούμε την Αλήθεια, σπάνια τη βρίσκουμε άν και νομίζουμε ότι την κατέχουμε. Υπάρχει δυνατότητα να καταλαβαίνουμε πότε χάνουμε την αλήθεια ή πότε δεν είναι αλήθεια αυτό που νομίζουμε ότι βρήκαμε; Άς προσπαθήσουμε, τουλάχιστον, με τη βοήθεια μεγάλων διανοητών.

Η Αλήθεια αρχίζει να χάνεται, με ευθύνη του καθενός μας. Τότε που, όπως ο Νίτσε επεσήμανε (1886-87), ο κίνδυνος των κινδύνων για τους λαούς της Ευρώπης είναι το να επικρατούν οι απόψεις: “τίποτε δεν έχει νόημα”, “όλα και όλοι είναι ίδιοι”. Δηλαδή, τότε που χάνεται η διάκριση ανάμεσα στο Καλό και το Κακό. Τότε, λοιπόν, χάνονται η Συμπόνοια, η Αγάπη,η μεγαλοπρέπεια της Ψυχής, οι έννοιες της Ποιότητας και της Αξίας. Τότε είναι που χάνεται ο Λόγος, η Τέχνη, η Αξιοπρέπεια, ο Σεβασμός του εαυτού μας μας και του Άλλου. Τέλος, χάνεται η οικογενειακή και κοινωνική συνοχή.

Έτσι, όπως και στην εποχή του Νίτσε, αλλά και σε άλλες εποχές όπως και η δική μας, ο άνθρωπος έχασε, αφαίρεσε ή του πήραν σημαντικό μέρος της αξιοπρέπειάς του. ΄Χάθηκαν, σταδιακά, οι πνευματικές αξίες που δίνουν νόημα στη ζωή, επικράτησε η επιδίωξη της ευκολίας στην  υλοποίηση των επιθυμιών και των απαιτήσεων. Ό,τι δεν πετυχαίνει με ευκολία, αναζητεί την πανουργία, υλοποιεί τον πειρασμό της χρήσης βίας σε όλες τις μορφές της (φανερές, άμεσες, έμμεσες). Ίσως, γι’ αυτό και σε εύκολες για τον άνθρωπο εποχές ευημερίας, ισότητας, άνετης ζωής αναπτύσσεται ο φθόνος για τους άλλους, το μίσος, η μνησικακία, η ανυπομονησία για επιτυχία και απόκτηση υλικών αγαθών “εδώ και τώρα”, η υπερβολικη πολυτέλεια, το κίτς.

Τότε, όμως, αρχίζει η αναταραχή των κοινωνιών, η αστάθεια των κυβερνήσεων, η αμφισβήτηση των πάντων, η αμφιβολία, η χρήση αναιτιολόγητης βίας, η αναζήτηση κάτι “νέου” ή  “κάτι διαφορετικού”, έστω και αρνητικού.

Αυτό το φαινομενικά παράδοξο και αντιφατικό γεγονός παρατηρήθηκε απο τον Γάλλο Ορτέγκα υ Γκασσέτ στη δεκαετία του 1930. Τότε, η Δημοκρατία στην Ευρώπη ενώ παρουσίαζε χαρακτηριστικά μιάς “απελευθερωμένης” κοινωνίας και μια έντονη πνευματική καλλιέργεια αλλά ταυτόχρονα, άρχισε να δημιουργείται ένας νέος τύπος ανθρώπου σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.Δηλαδή και στους πλούσιους και στους φτωχούς, το ίδιο στους λιγότερο ή περισσότερο μορφωμένους. Ο Ορτέγκα ονόμασε αυτό το φαινόμενο “η εξέγερση των μαζών” και μας προειδοποίησε ότι αποτελεί άμεσο κίνδυνο για τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και τη Δημοκρατία. Αυτός ο άνθρωπος της μάζας παραιτούνταν ή αδιαφορούσε απο τις πνευματικές αξίες θεωρώντας ότι η ζωή οφείλει να είναι εύκολη και με υπεραφθονία αγαθών, ο πνευματικός μόχθος δεν είναι απαραίτητος, δεν υπάρχουν εξωτερικοί ή εσωτερικοί περιορισμοί, δέν ακούει ούτε κάν την δική του κοινή λογική, νοιώθει ότι όλα επιτρέπονται αυθαιρετώντας, να ενδιαφέρεται μόνο για τους δικούς του ανθρώπους ή τον εαυτό του. Αισθάνεται ισχυρός μόνο όταν αποφεύγει την αυτοκριτική, προβάλλει όλα τα κακά στους άλλους.

Αυτή η αίσθηση ισχύος  τον κάνει να διψά για μικρή ή μεγάλη εξουσία χωρίς τα απαραίτητα προσόντα και εχέγγυα. Σε ό,τι κάνει νοιώθει ότι έχει πάντα δίκιο έστω και χωρίς ρεαλιστικά επιχειρήματα. Είναι ο άνθρωπος της μόδας, του Φαίνεσθαι και όχι του Είναι, η κοινωνικοπολιτική του θεωρία και πράξη είναι διαφορετικές δηλαδή τον χαρακτηρίζει αμετροέπεια λόγων και πράξεων. Ενημερώνεται μονομερώς, εθίζεται στα καθημερινά αρνητικά συμβάντα, αλλοτριώνεται χάνοντας τις βασικές πνευματικές του αξίες, αγνοεί ή  αρνείται την Πτώση του.

Τότε είναι που ο δρόμος για το Δημοκρατικό Κοινοβούλιο είναι γεμάτος από τα προαναφερθέντα αρνητικά χαρακτηριστικά και συμπεριφορές. Έτσι, επιβιώνουν ο μακιαβελλισμός, η συναλλαγή, η διαπλοκή, ο στείρος ανταγωνισμός, η εξάρτηση από τους φορείς των θεσμών της Δημοκρατίας. Και, παρά την εξάρτηση από την εξουσία, με τους δυνατούς, με τους νικητές, διολισθαίνουμε σε μια οδυνηρή προσωπική μοναχικότητα.

Αυτό μπορεί να οδηγεί στην ένταξη σε ομάδες  βίας, τυφλής καταστροφικότητας. Μόνο, έτσι, νοιώθει προσωρινά ισχυρός, μεταφράζοντας αυτή την αίσθηση σε πράξεις εξόντωσης (φυσικής και μεταφορικής) του διπλανού του. Όλες τις υπόλοιπες χρονικές περιόδους φωλιάζει μέσα του η μνησικακία.

Αυτό το άτομο, η ομάδα, η κοινωνία, η “Δημοκρατία” οδηγούνται στο χαμηλότερο πήχη των ανθρώπινων αξιών. Και, είτε το καταλαβαίνει είτε όχι είναι έτοιμος να αποδεχθεί ώς ηγέτη, ώς κυβερνήτη ένα άτομο με τα δικά του χαμηλά ή ανώριμα χαρακτηριστικά, ένα τιμωρό-εκδικητή επι δικαίων και αδίκων. Ετσι, επικρατούν και λατρεύονται σε κάποιες χρονικές περιόδους άνθρωποι σα τον Καλιγούλα, το Νέρωνα, τον Χίτλερ, το Μουσολίνι και μέγα πλήθος άλλων σε όλη τη Γή.

Έτσι, ο αποστασιοποιημένος άνθρωπος  της μάζας μπορεί από θεατής στην Ρωμαϊκή εξέδρα του Κολοσσιαίου να βρεθεί και στην αρένα στη θέση των μονομάχων-δούλων.

Αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο με πολιτική πρακτική μή βασισμένη σε αρχές και αξίες αποτελεί τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του φασισμού που έχει εισχωρήσει όχι μόνο στην φανερή φασιστική-ναζιστική πτέρυγα αλλά, δυστυχώς, στην κοινωνία μας, και στις άλλες πτέρυγες του Κοινοβουλίου.

Άν κάποιοι ξαφνιάζονται με την παρατήρηση αυτή, άς ξαναδούν τα καθημερινά έργα και ημέρες των ανθρώπων, τους δρόμους και τους διαδρόμους (όχι πάντα υπέργειους) που οδηγούν στούς θεσμούς εξουσίας και όχι μόνο στη χώρα μας. Άς παρακολουθήσουν συνεδριάσεις Κοινοβουλίων. Παντού, σχεδόν, ενδημεί η μνησικακία και η εκδικητικότητα, η διάλυση και όχι η συνένωση. Άς θυμηθούν τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, που μετά απο τον πιο αιματηρό Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, οι Ευρωπαϊκές δημοκρατίες είδαν, σταδιακά, οι “σοσιαλιστικές” ιδέες φανατικών ηγετών (Χίτλερ, Μουσολίνι) να καταλήγουν με ζητωγραυγές των λαών τους σε “εθνικο”σοσιαλιστικές, σε γενοκτονίες, στον όλεθρο και την οδύνη.

Υπάρχουν, άραγε, αμυντικά μέσα απέναντι στον αφανή εκφασισμό της σύγχρονης κοινωνία; Μπορούμε να ανυψώσουμε τον πνευματικό και πολιτιστικό πήχυ παράλληλα με τον αγώνα για την ευημερία; Αν και είναι ζητούμενη η λύση, πρώτα χρειάζεται να γίνεται αντιληπτή και κατανοητή  η υπόγεια μορφή του φασισμού. Μια απάντηση έδωσε ο Τόμ Ρόμπιν (Αμερικανός  συγγραφέας) στον Θανάση Λάλα: “ο εξελιγμένος άνθρωπος διαθέτει το χιούμορ, τη φαντασία, τον ερωτισμό” και την επαναστατικότητα (με την έννοια της δημιουργικής ανατροπής και της υπέρβασης). Διαθέτει,επίσης, την πνευματικότητα, δηλαδή, την προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει και να κατανοήσει το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης, ψάχνοντας για την Αλήθεια στην ανθρώπινη ζωή.

Η δύσκολη αυτή πορεία αναζήτησης αυτών των εφοδίων του ανθρώπου, θα τον κάνει  περισσότερο σοφό  τον εαυτό του τον ίδιο και, έτσι, σταδιακά μπορούν οι κοινωνίες να επαναποκτήσουν τις βασικές κοινωνικές-πνευματικές  θετικές-ειρηνικές αξίες.