Κώστας Καραμανλής: «Εμείς» και «οι άλλοι»

Κώστας Καραμανλής: «Εμείς» και «οι άλλοι»

Ο βουλευτής Σερρών της Νέας Δημοκρατίας, Κώστας Καραμανλής σε άρθρο του στο NEWS247.gr για την ανάγκη να πατήσουμε γερά στα πόδια μας και ως λαός να φτιάξουμε μόνοι μας το μέλλον μας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Του Κώστα Καραμανλή, βουλευτή Σερρών ΝΔ*

Μπαίνοντας ξανά σε προεκλογικό κλίμα, πριν κορυφωθούν οι κομματικές συγκρούσεις, είναι ώρα να σκεφτούμε κάποια πράγματα για τη χώρα μας. Η κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια και η κορύφωσή της τους τελευταίους μήνες – όταν ένα ολόκληρο έθνος έφθασε να είναι καθηλωμένο μπροστά σε τηλεοράσεις, υπολογιστές, κινητά και ραδιόφωνα και να παρακολουθεί εναγωνίως τις εξελίξεις στις Βρυξέλλες – δεν είναι μόνο μια μεγάλη εθνική περιπέτεια. Είναι και μια συνεχής μάχη ανάμεσα αφενός στο κομμάτι του εαυτού μας που έχει μάθει ότι πάντα και για τα πάντα φταίνε «οι άλλοι», και αφετέρου στο άλλο κομμάτι μας που ωριμάζει βίαια, συνειδητοποιώντας πώς πραγματικά λειτουργεί ο κόσμος και ποια είναι τα προβλήματα της πατρίδας μας.

Τις μέρες που το αποκλειστικό θέμα συζήτησης σε κάθε γωνιά της χώρας ήταν πρώτα το δημοψήφισμα και, στη συνέχεια, το αν θα παραμείνουμε στο ευρώ ή όχι, συνομίλησα με πολλούς  συμπολίτες μας που απεύχονταν το μοιραίο και ευελπιστούσαν ότι μια πορεία 36 ετών στην Ευρώπη δεν θα διακοπεί απότομα.  Στα 41 μου χρόνια, δεν έχω ζήσει πιο δραματικές και στενόχωρες στιγμές. Όπως τόσοι Έλληνες, έχασα κυριολεκτικά τον ύπνο μου ανησυχώντας για το μέλλον της πατρίδας μου και των παιδιών μου.

Μέσα σε αυτήν την ανησυχία, όλοι μας προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε πώς φτάσαμε ως εδώ. Σε μια χώρα που όλοι κατηγορούμε τους  άλλους για τα δικά μας αδιέξοδα, ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσουμε ότι οι ευθύνες είναι μάλλον περισσότερο δικές μας παρά των Ευρωπαίων. Κατηγορούμε τους «άλλους», έχουμε θυμώσει μαζί τους – όχι άδικα σε πολλές περιπτώσεις – και ορισμένοι πιστεύουν ακόμα και ότι έχει εξυφανθεί από αυτούς μια συνωμοσία εναντίον μας. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι κανείς «άλλος» δεν μας φταίει που επί δεκαετίες ζήσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, σε μια μέθη καταναλωτισμού. Αποσυνδέσαμε τον πλούτο από την παραγωγή. Για άλλη μια φορά υπερτιμήσαμε τις υλικές και ψυχικές δυνατότητές μας.

Όταν ήρθε η αλήθεια  το 2009 και μας χτύπησε την πόρτα, οι Έλληνες τής γυρίσαμε την πλάτη και είπαμε «λεφτά υπάρχουν»…  Όταν πάλι – πριν λίγους μήνες– κληθήκαμε να επιλέξουμε ποια Ελλάδα θέλουμε, αποφασίσαμε να πάμε με αυτούς που θα έσκιζαν τα μνημόνια. Ο αντιμνημονιακός λόγος απεδείχθη άλλωστε ο πιο εύκολος δρόμος για την αλματώδη πολιτική αναρρίχηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και πριν από λίγες εβδομάδες, ψηφίσαμε πανηγυρικά ΟΧΙ χωρίς να καταλαβαίνουμε καλά-καλά τι ψηφίζουμε. Ο λαϊκισμός κέρδισε τον ορθολογισμό, όπως άλλωστε έχει ξαναγίνει πολλές φορές στη σύγχρονη ιστορία μας. Και σήμερα, ο Πρωθυπουργός παραιτείται και ζητάει να πάει η χώρα σε εκλογές, βάζοντας για άλλη μια φορά τις κομματικές επιδιώξεις πάνω από το εθνικό συμφέρον.  Οι «άλλοι» μάς φταίνε για όλα αυτά;

Και βέβαια, σε όλη αυτήν την εθνική περιπέτεια, όσοι τρέφονται από το διχασμό προσπάθησαν να μεταφέρουν και στο εσωτερικό της χώρας ένα νέο διαχωρισμό ανάμεσα σε «εμάς» και τους «άλλους». Από τη μια μεριά υποτίθεται πως ήταν αυτοί που έκαναν ό,τι τους έλεγαν οι «έξω», ξεπουλούσαν τη χώρα και έβαζαν σε δοκιμασίες το λαό. Κι από την άλλη, υποτίθεται πως ήταν αυτοί που δεν θα έσκυβαν ποτέ κεφάλι και είχαν για όλα εύκολες λύσεις… Αυτό, όμως, που αποδείχθηκε πανηγυρικά σήμερα είναι ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο ίσχυε. Κι ακόμα χειρότερα, στην πραγματικότητα υπήρχε παντελής έλλειψη  εναλλακτικής πρότασης για την έξοδο από την κρίση.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι και οι εταίροι μας δεν έχουν κάνει πολύ σοβαρά λάθη. Σε όλη τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, κάθε τόσο εμμένουν σε υπερβολικές και ακραίες θέσεις, οδηγώντας πολλούς Έλληνες στην αγκαλιά των κάθε λογής λαϊκιστών, που προκρίνουν της αυτοκαταστροφή της χώρας. Υιοθετούν σε μεγάλο βαθμό την τιμωρητική λογική και επιμένουν σε συνταγές όχι ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, αλλά «νουθεσίας» της ή χρήσης της ως παράδειγμα προς αποφυγήν για τρίτες χώρες.

Κι αν κάνουμε ένα βήμα πίσω κι εξετάσουμε την πορεία της νομισματικής ένωσης, θα διαπιστώσουμε ότι από το 2002 το ευρώ ευνόησε περισσότερο το Βορρά της Ευρώπης παρά το Νότο.  Το «φθηνό» ευρώ αντικατέστησε το «ακριβό» μάρκο και ο Νότος – με πρόσβαση σε χαμηλά επιτόκια – αγόραζε με αυτό ακριβά γερμανικά προϊόντα.  Έτσι, οι ανισότητες διευρύνθηκαν, διακινδυνεύοντας και τα πλεονεκτήματα της ένωσης.  Ο Βορράς συνεχώς γινόταν ισχυρότερος και πλουσιότερος, ενώ ο Νότος «μεθούσε» σε μια επίπλαστη ευμάρεια με δανεικά και έχανε σε ανταγωνιστικότητα. Οι Έλληνες – ανάλογα με την αγοραστική τους δύναμη – έπαιρναν διακοποδάνεια ή αγόραζαν πολυτελή αυτοκίνητα και εξοχικά.  Εύκολα αποκτήσαμε ένα πρόσκαιρο επίπεδο ζωής που δεν ανταποκρινόταν στο εθνικό παραγόμενο προϊόν.

Μέσα σε αυτή την αρρωστημένη πραγματικότητα, στα 5 χρόνια του μνημονίου που ακολούθησαν, η Ελλάδα έμοιαζε σαν το άτακτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας που έπρεπε να τιμωρηθεί. Από τη μια οι δανειστές ήθελαν να μας δώσουν ένα καλό μάθημα και από την άλλη η ψευτο-υπερηφάνεια μας και ο εγωισμός μας δεν μας άφηνε να δούμε τα πράγματα καθαρά και να σχεδιάσουμε εμείς ένα ελληνικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση (με τη σωστή δοσολογία περικοπών και δομικών μεταρρυθμίσεων), όπως με επιτυχία έκαναν άλλες χώρες του μνημονίου (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος).  Ας μην γελιόμαστε. Το γεγονός ότι είμαστε η μόνη χώρα που παραμένει υπό την ομηρία των μνημονίων είναι περισσότερο δείγμα της δικής μας υστέρησης να δημιουργήσουμε ένα παραγωγικό και κοινωνικό μοντέλο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, παρά ανεπάρκεια των εταίρων μας.

Και τελικά, αφού απευθυνθήκαμε στους ανυπόμονους της «πρώτης φοράς αριστερά», διαπιστώσαμε στην πράξη ότι άλλο είναι να ηγείσαι μιας διαδήλωσης και άλλο μιας ευρωπαϊκής χώρας –και μάλιστα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης – που πρέπει να διαπραγματευτεί με χώρες πιο ισχυρές και πιο πλούσιες και με ηγέτες πιο έμπειρους και αποφασισμένους. Αυτό το μάθημα διδάσκεται ο Τσίπρας, και μαζί του δυστυχώς και εμείς.  Φτάσαμε ταπεινωμένοι, με την πλάτη στον τοίχο, να μας κουνούν το δάχτυλο και να προσβάλλουν την εθνική μας υπερηφάνεια ακόμα και χώρες πιο φτωχές, με μικρότερο «ειδικό βάρος» ίσως, που οφείλουν και στην Ελλάδα την είσοδό τους στα ευρωπαϊκά σαλόνια.

Θυμάμαι πως ο Τάκης Λαμπρίας μού έλεγε πως η Ευρώπη προχωράει μπροστά μέσω κρίσεων και λόγω κρίσεων.  Ότι η Ευρώπη είναι μια κοινότητα δημιουργικών συμβιβασμών μέσω μιας συνεχούς και κοπιαστικής διαδικασίας διαπραγμάτευσης.

Εδώ, λοιπόν, είμαστε στο σημείο που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε την πραγματικότητα. Αυτή είναι η Ευρώπη των 28 σήμερα. Ίσως ο ασθενής κρίκος της παγκόσμιας οικονομίας, με μια πολιτική και νομισματική ένωση που υπολείπεται σε ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ και των αναδυόμενων αγορών της Ασίας – κι εμείς είμαστε ο πιο αδύναμος εταίρος της.  Αυτές είναι οι συνέπειες της διεύρυνσης που επελέγη – αντί της εμβάθυνσης – τη δεκαετία του 1990.  Με αυτήν την Ευρώπη – που έχει μέσα της και ισχυρές τάσεις σαν αυτή που εκφράζει ο κ. Σόιμπλε – πρέπει να διαπραγματευτούμε αν θέλουμε τα παιδιά μας να μεγαλώσουν σε μια Ευρωπαϊκή και δημοκρατική χώρα. Η Ευρώπη του Αντενάουερ ή του Σμιτ  έχει δυστυχώς αλλάξει προ πολλού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να παλέψουμε για να πετύχουμε τα περισσότερα για τη χώρα μας μέσα σε αυτή τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Είναι ώρα, λοιπόν, να πάψουμε ως Έλληνες να επιρρίπτουμε τις ευθύνες των σφαλμάτων μας στους «άλλους», στους ξένους.  Αυτή η θυματοποίηση και η συνωμοσιολογία, σε συνδυασμό με τον έντονο συναισθηματισμό μας, μάς εμποδίζει να δούμε καθαρά τα πράγματα. Ιδίως στη μνημονιακή εποχή, η πεποίθηση πως είμαστε μονίμως οι αδικημένοι της ιστορίας, πως είμαστε τα θύματα και οι ξένοι οι θύτες, έλαβε εθνικά επικίνδυνες διαστάσεις.  Η αντίληψη πως είμαστε ένας λαός περιούσιος αλλά στοχοποιημένος, πρέπει να ξεριζωθεί από τη συνείδηση του Έλληνα, αν στόχος μας είναι κάποτε να αρχίσουμε να συγκλίνουμε με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, βέβαια, πρέπει και να πάψουμε να διχαζόμαστε μεταξύ μας.

Αντιθέτως, η ταπείνωση και οι δοκιμασίες που περάσαμε πρέπει να μας κάνουν να σηκώσουμε το κεφάλι, να δουλέψουμε σκληρά και να αποδείξουμε σε όλους αυτούς που μας λοιδορούν σήμερα ότι η Ελλάδα μπορεί.  Μπορεί να πει ΟΧΙ στη φτωχοποίηση, όχι στη βαλκανοποίηση, όχι στην οπισθοδρόμηση. Είναι και στο δικό μας χέρι να γλυτώσουμε οριστικά τον εφιάλτη του Grexit αλλά και να αποφύγουμε τον κίνδυνο μιας «νεκροζώντανης» οικονομίας εντός Ευρώ.

Το πακέτο Γιούνκερ και η νομισματική χαλάρωση Ντράγκι δεν φτάνουν για να ξεπεράσουμε το τέλμα.  Έχουμε ανάγκη από Ευρωπαϊκές ηγεσίες ικανές να κοιτάξουν τις επόμενες γενιές και όχι τις επόμενες εκλογές.  Χρειαζόμαστε μια επαναπροσέγγιση τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Όμως, πρέπει πρώτα εμείς οι Έλληνες να αποφασίσουμε ένα πακέτο σαρωτικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών που θα κάνει την οικονομία μας δυνατή. Να φτιάξουμε επιτέλους ένα μικρό κι ευέλικτο κράτος, προστάτη των πραγματικά ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και όχι των συντεχνιών, φιλικό στις επενδύσεις και την ανάπτυξη. Πρέπει επιτέλους να δεχτούμε και στην Ελλάδα το αξίωμα που ισχύει στον προηγμένο κόσμο, πως η απελευθέρωση της οικονομίας από τα δεσμά του κράτους λειτουργεί υπέρ των πολλών. Αν, για παράδειγμα, δεν ενισχύσουμε νέες και νέους επιχειρηματίες, ώστε να παράξουν πλούτο και να προσλάβουν εργαζομένους, δεν πρόκειται ποτέ να βγούμε από τον φαύλο κύκλο της υπανάπτυξης. Και φυσικά, όσα μνημόνια και αν υπογράψουμε, όσα πακέτα στήριξης και αν λάβουμε, ποτέ δεν θα αλλάξουμε αν δεν σταματήσουμε να κατηγορούμε για όλες τις κακοδαιμονίες μας τους ξένους. Όταν όμως πατήσουμε εμείς γερά στα πόδια μας, τότε θα έχουμε και δυνατότητες να πείσουμε επιτέλους και τους εταίρους μας ότι δεν μπορούν οι Γερμανοί και οι δορυφόροι τους να μας υπαγορεύουν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που είναι ανεφάρμοστες.

Όλα αυτά όμως δεν μπορούμε να τα πετύχουμε όσο βολευόμαστε κατηγορώντας για τα πάντα τους «άλλους», πόσο μάλλον όταν διχάζουμε τον ίδιο το λαό μας. Μπορούμε να τα πετύχουμε μόνο όταν συνειδητοποιήσουμε ότι πρώτα απ’ όλα δικές μας είναι οι ευθύνες, δική μας και η δύναμη για να φτιάξουμε ξανά τη χώρα μας. Όχι ή «εμείς» ή οι «άλλοι», αλλά όλοι οι Έλληνες μαζί. Και – πέρα από τις κομματικές αντιπαραθέσεις που λογικά θα ενταθούν τις επόμενες μέρες – αυτό είναι κάτι που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας όλοι όσοι ενδιαφερόμαστε για το καλό αυτού του τόπου.

*Ο Κώστας Καραμανλής είναι Οικονομολόγος, βουλευτής Σερρών της ΝΔ και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής».