Λόγος περί κουμπαριάς

Λόγος περί κουμπαριάς

Την κουμπαριά στον τόπο μας την έχουμε παραδοσιακά σε μεγάλη εκτίμηση. Κι αυτό γιατί μπορεί να αναπτύξει ανάμεσα σε δύο οικογένειες τόσο στενό δεσμό που πολλές φορές ξεπερνάει και τον συγγενικό. Στο κάτω κάτω τον τελευταίο δεν τον επιλέγει κανείς, γι’ αυτό και υπάρχουν περιπτώσεις που οι σχέσεις μεταξύ συγγενών ή παροξύνονται κάποτε για ευτελή αιτία ή είναι ανύπαρκτες.

Του Νίκου Φαλαγκάρα

Μάλιστα συνηθίζεται, ιδίως στα χωριά (όπου η συναναστροφή είναι καθημερινή και άμεση), να χρησιμοποιείται η προσφώνηση «κουμπάρε, κουμπάρα» κι όταν η κουμπαριά είχε προηγηθεί μερικές γενιές. Π. χ. ο μακαρίτης ο Μιχάλης (ένας εμβληματικός τύπος συγχωριανού που του έχω αφιερώσει, ενόσω ζούσε ακόμα, ειδικό σημείωμα) στο χωριό με έλεγε κουμπάρο (κι εγώ βέβαια το ανταπέδιδα) μολονότι η βάβω μου είχε βαφτίσει στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ένα αδερφό του.

Επειδή λοιπόν πρόκειται για τέτοιου χαρακτήρα σχέση, για την περαιτέρω ενίσχυσή της ανανεώνεται και συνεχίζεται και από τις επόμενες γενιές. Στεφανώνεις, ας πούμε, κάποιον και στη συνέχεια βαφτίζεις το παιδί του. Κι όταν αυτό μεγαλώσει, ο ίδιος ή στενό συγγενικό σου πρόσωπο το στεφανώνει. Στις μικρές κοινωνίες αυτό είναι κανόνας. Η τυχόν παραβίασή του κλονίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και δημιουργεί πικρίες.

Στην πολιτική η κουμπαριά, όπως και πολλά άλλα, είναι μερικές φορές ένα από τα –αποτελεσματικά- μέσα που χρησιμοποιούν οι εκπρόσωποί της για να χτίσουν και να στερεώσουν την (πολιτική) κυριαρχία τους. Ή, αν προτιμάτε, την πολιτική τους επιβίωση. Στα παλιότερα χρόνια, αλλά και στις μέρες μας ως ένα βαθμό, ήταν ιδιαίτερη τιμή για κάποιον να του βαφτίσει το παιδί ο βουλευτής, ο δήμαρχος κ.λπ. Του έδινε αξία κι αναβάθμιζε κύρος του. ‘Η τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Έστω κι αν αυτό (η κουμπαριά) στην πράξη δεν σήμαινε σχεδόν τίποτα. Π.Χ. την εργασιακή εξασφάλιση. Και κατά προτίμηση διορισμό σε μόνιμη δημόσια θέση. Ήταν, όμως, αρκετή η προσδοκία της τακτοποίησης.

Να σημειώσουμε ότι μερικοί πολιτικοί, σε παλιότερες εποχές κυρίως, προφανώς για τους λόγους που προαναφέραμε, αριθμούσαν στη λίστα τους δεκάδες ή και εκατοντάδες βαφτιστήρια. Μεταξύ αυτών των πολιτικών δεσπόζουσα θέση κατείχε ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού. Επίσης, η αλήστου μνήμης και δόξης βασιλομήτωρ Φρειδερίκη, η οποία μάλιστα φρόντιζε να ανοίγονται υπέρ των απόρων κορασίδων και τραπεζικοί λογαριασμοί, έστω κι αν παρέμεναν ένας απλός αριθμός χωρίς κανένα αντίκρισμα στο Ταμείο της Τράπεζας.

Στις μέρες μας η κουμπαριά εξακολουθεί να οικοδομεί και να ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό τις διαπροσωπικές σχέσεις σε όλα τα επίπεδα του βίου μας. Και του δημόσιου φυσικά. Και δοθείσης ευκαιρίας, εκεί αποκτάει αξιόλογο αντίκρισμα. Έτσι λοιπόν αυτός που κατέχει κάποια (μικρότερη ή μεγαλύτερη) εξουσία μπορεί να τη χρησιμοποιήσει δεόντως, για να αποδείξει αφ’ ενός ότι την έχει πράγματι και τη διαθέτει όπως αυτός νομίζει και αφ’ ετέρου το πόσο τιμάει τον κουμπάρο.

Δεν έχει σημασία, πολλές φορές, αν είναι άξιος για τη θέση που του εξασφαλίζει ο (π.χ. υπουργός ή άλλος πολιτικός παράγων) κουμπάρος. Κι ούτε αισθάνεται αυτός που τον διορίζει την ανάγκη να δώσει κάπου λογαριασμό ή εξήγηση γι’ αυτό. Το ίδιο συμβαίνει βέβαια και για πολλά άλλα (αρνητικά και προς αποφυγήν) που δείχνουν το ύφος και το ήθος μερικών απ’  αυτούς που κατέχουν εξουσία.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να βρει κανένας στον δημόσιο βίο μας τέτοια παραδείγματα που πιστοποιούν τη δύναμη της (πολιτικής) κουμπαριάς. Το αν αυτό το σύμπτωμα πιστοποιεί αποκατάσταση της περίφημης κανονικότητας ή, αντίθετα, ότι η φαυλοκρατία ποτέ δεν πεθαίνει, δεν είναι απλώς ζήτημα οπτικής γωνίας από την οποία βλέπει και κρίνει κανείς τα πράγματα.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι η κουμπαριά παραμένει ένας χρήσιμος κοινωνικός θεσμός-δεσμός μεταξύ των ανθρώπων. Το ότι μερικές φορές χρησιμοποιείται από κάποιους καταχρηστικά και για αλλότριους  σκοπούς, δεν είναι δίκαιο και φρόνιμο να της αποδώσουμε συλλήβδην και αδιακρίτως στοιχεία που δεν έχει και –το χειρότερο- να την ενοχοποιήσουμε. Είναι, νομίζω, σε κάθε περίπτωση, στο χέρι μας να την κρατήσουμε έξω από συναλλαγές και σκοπιμότητες.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ

07/10/2019