Μαρία Κόλλια-Τσαρουχά: Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (ΕΟΖ) στο ν.Σερρών Παρέμβαση στο δημόσιο διάλογο

Μαρία Κόλλια-Τσαρουχά: Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (ΕΟΖ) στο ν.Σερρών Παρέμβαση στο δημόσιο διάλογο

Με δήλωση της η Μαρία Κόλλια-Τσαρουχά (ΣΤ’ Αντιπρόεδρος της Βουλής και  βουλευτής ν.Σερρών με τους «Ανεξάρτητους Ελληνες») εκφράζει τις επιφυλλάξεις της σχετικά με τα οφέλη που προκύπτουν για τις τοπικές κοινωνίες και δημοσιοποιεί μια πρώτη προσέγγιση για τη σημασία και τις επιπτώσεις που θα έχει η ίδρυση μια ειδικής οικονομικής ζώνης στο ν.Σερρών.

Στην δήλωσή της τονίζει:

«Είναι βέβαιο,  ότι η ίδρυση ειδικών οικονομικών ζωνών  (Ε.Ο.Ζ.) και στο Ν. Σερρών θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα το επόμενο διάστημα.

Αυτό το οικονομικό εργαλείο ορισμένοι ήδη σπεύδουν να το αγκαλιάσουν και σε τοπικό επίπεδο, αλλά άλλοι, μεταξύ αυτών και εγώ, διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις.

Θεωρώ απαραίτητο, οι έχοντες την πολιτική ευθύνη, θεσμικοί παράγοντες με δημόσιες παρεμβάσεις τους να ανοίξουν και να ενδυναμώσουν το δημόσιο διάλογο, καταθέτοντας τις σκέψεις  και τις προτάσεις τους πάνω σε αυτό το θέμα.

Σε αυτή την κατεύθυνση, δημοσιοποιώ μια πρώτη προσέγγιση για τη σημασία και τις επιπτώσεις από την ίδρυση ειδικής οικονομικής ζώνης (Ε.Ο.Ζ.)».

  Σέρρες, 14 Νοεμβρίου 2012

 

 

Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (ΕΟΖ)

Παρέμβαση στο δημόσιο διάλογο

 Οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο σχεδιάζουν την εγκατάσταση Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ) στην Ελλάδα. Ένα καλό σχέδιο; 

Η Ελλάδα παρά τα μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, συνεχίζει να είναι μια αναπτυγμένη ανοιχτή ευρωπαϊκή οικονομία της αγοράς και μέλος της Ευρωπαϊκής και της Νομισματικής Ένωσης. Οι ΕΟΖ είναι κυρίως εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη χωρών που βρίσκονται σε διαφορετική οικονομική και κοινωνική κατάσταση, σε διαφορετικό αναπτυξιακό στάδιο, π.χ. εκείνες στον Τρίτο Κόσμο. 

Το θέμα της εγκατάστασης ΕΟΖ στις περιφέρειες της χώρας μας τέθηκε πρόσφατα από τη Γαλλία και ιδίως τη Γερμανία μετ’ επιτάσεως, και οι οποίες προσανατολίζονται να επενδύσουν με ευνοϊκούς γι αυτές όρους στη χώρα μας, έχοντας ως πρότυπο το παράδειγμα της Πολωνίας. Ειδικότερα για την Πελοπόννησο και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη φαίνεται ότι το ενδιαφέρον των χωρών αυτών αφορά κυρίως στον τομέα της ενέργειας (φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, αιολική ενέργεια κ.λπ.) και που θα επιστρέφει στις χώρες – επενδυτές. Αυτό το μοντέλο επιβεβαιώνει και τα αποτελέσματα της διεθνούς εμπειρίας, σύμφωνα με τα οποία το απόλυτο οικονομικό όφελος από τη δραστηριότητα των ΕΟΖ επιστρέφει στις χώρες – επενδυτές.

 

Είναι οι ΕΟΖ συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο;

Υπάρχει θέμα συμβατότητας των ΕΟΖ σε σχέση με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία. Οι ειδικοί προνομιακοί όροι που προσφέρουν τα κράτη που λειτουργούν ΕΟΖ για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων είναι αντίθετοι με το ευρωπαϊκό οικονομικό δίκαιο και ειδικότερα το δίκαιο του ανταγωνισμού. Η καθιέρωση Ειδικών Οικονομικών Ζωνών δεν είναι συμβατή με τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς προσκρούει στην αρχή της ελεύθερης αγοράς στο πλαίσιο της λειτουργίας της τελωνειακής ένωσης.

(Το βασικό επιχείρημα στο οποίο εστιάζει η ελληνική πλευρά για τη δημιουργία και λειτουργία ΕΟΖ σε ελληνικό έδαφος είναι η κοινοτική αρχή της αλληλεγγύης και οι ειδικές οικονομικές συνθήκες  που επικρατούν στη χώρα μας (το άρθρο 107 της συνθήκης του Μάαστριχτ, που προβλέπει ότι σε περιπτώσεις που συντρέχουν έκτακτες οικονομικές προϋποθέσεις μπορούν να ληφθούν μέτρα τέτοιου χαρακτήρα, ώστε να πριμοδοτηθεί μια εθνική ή περιφερειακή οικονομία) και ο αθέμιτος ανταγωνισμός που δημιουργείται στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης από τη γειτνίαση με περιοχές όπου το μισθολογικό κόστος και η φορολογία είναι σημαντικά χαμηλότερα, π.χ. αναφορικά με ό,τι ισχύει στην περίπτωση της Βουλγαρίας).  

 

Πως λειτουργούν;

Τα κράτη παραχωρούν προνομιακά κίνητρα σε επιχειρήσεις για να επενδύσουν και να εγκαταστήσουν εργασίες τους στις ΕΟΖ. Στα κίνητρα περιλαμβάνονται η κατασκευή υποδομών από το κράτος (οδικά δίκτυα, εργοστασιακά κτίρια, καταστήματα, κατοικίες, κ.α.), η απαλλαγή από φόρους και δασμούς, το φθηνό εργατικό δυναμικό, η στρατηγική τοποθεσία και η πρόσβαση στην αγορά. Συνήθως μια κρατική υπηρεσία σε συνδυασμό με επενδυτές αναλαμβάνει το σχεδιασμό και την υλοποίηση της και συστήνεται διαχειρίστρια αρχή υπεύθυνη για τη λειτουργία της. 

 

Το έργο της κατασκευής των υποδομών στην περιοχή των ΕΟΖ δίδεται σε εξειδικευμένες κατασκευαστικές εταιρείες και που στην περίπτωση της χώρας μας θα έρθουν από το εξωτερικό όπως έχει ισχύσει και στο παρελθόν σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, ενώ το όφελος από την κατασκευή των έργων αυτών θα είναι καθαρά πρόσκαιρο. Οι πόλεις που δημιουργούνται στο εσωτερικό των ζωνών αυτών συγκεντρώνουν δραστηριότητες από τις όμορες περιοχές ενώ οι υπόλοιπες περιοχές που δεν συνορεύουν με αυτές δεν έχουν καμία επίδραση.

 

Σε τι συνίσταται η αξία τέτοιων ζωνών; 

Βασικός σκοπός των χωρών υποδοχής των ΕΟΖ είναι η προσέλκυση κυρίως εξαγωγικά προσανατολισμένων μεγάλων επιχειρήσεων από τις χώρες του εξωτερικού με ευνοϊκούς όρους, με συνέπεια να ενισχύονται αυτές που λειτουργούν προς όφελος των ξένων επενδυτών κι όχι οι χώρες ή οι περιφέρειες υποδοχής των ΕΟΖ. Η δραστηριότητα των ΕΟΖ περιορίζεται σε τομείς και κλάδους οικονομικής δραστηριότητας που εξυπηρετούν κατεξοχήν τις αναπτυξιακές στρατηγικές και τα σχέδια των ξένων επενδυτών και όχι τη ντόπια ανάπτυξη. Ένα σημαντικό πρόβλημα που εντοπίζεται είναι επίσης η επίδραση των ΕΟΖ στις καθαρές εξαγωγές και κατά συνέπεια στην συσσώρευση συναλλάγματος για τη χρηματοδότηση της εθνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία η λειτουργία των ΕΟΖ επιδρά αρνητικά στη συσσώρευση συναλλάγματος. Οι περισσότερες από τις εισροές συναλλάγματος που χρησιμοποιούνται από τις εξαγωγικές βιομηχανίες που δραστηριοποιούνται στις ΕΟΖ είναι εισαγόμενες, επομένως αυξάνονται οι εισαγωγές και δαπανώνται σημαντικά συναλλαγματικά αποθέματα με αυτόν τον τρόπο.

Σύμφωνα με πολυάριθμες μελέτες και εκθέσεις διεθνών οργανισμών (ΔΟΕ), στις περισσότερες από τις χιλιάδες ΕΟΖ που λειτουργούν διεθνώς επικρατεί εργασιακός μεσαίωνας, με κυρίαρχη την παραβίαση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, υποχρεωτικές υπερωρίες, εργασιακή ανασφάλεια, υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας, χρήση πιεστικών πρακτικών προκειμένου να επιτευχθούν οι προθεσμίες και τα πλάνα της παραγωγής.

 

Ποιος κερδίζει κυρίως από τις ΕΟΖ;

Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι η μετατροπή μιας περιοχής σε Ειδική Οικονομική Ζώνη (ΕΟΖ) λειτουργεί σε επιχειρηματικό, παραγωγικό και εργασιακό επίπεδο προς όφελος των επιχειρήσεων που εγκαθίστανται εκεί, οι οποίοι καρπίζονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τα όποια οικονομικά οφέλη.

Η επιχειρηματική συμπεριφορά των επενδυτών στο πλαίσιο μιας ΕΟΖ δεν μπορεί να ελεγχθεί.  Όσο εύκολα μπορούν να εγκατασταθούν σε μια περιοχή υπό το ευνοϊκό καθεστώς ΕΟΖ το ίδιο εύκολα μπορούν να αποχωρήσουν από αυτή ειδικά όταν κρίνεται ασύμφορη η επιχειρηματική τους παρουσία εκεί. Η μετεγκατάσταση επιχειρήσεων σε χώρες με ευνοϊκότερο εργασιακό περιβάλλον (χαμηλότερο κόστος εργασίας) αποτελεί διεθνή πρακτική. Η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Νοkia μετέφερε το 2008 τις εγκαταστάσεις της από τη Γερμανία στη Ρουμανία αμέσως μόλις τελείωσε η προνομιακή μεταχείρισή της, παρότι της είχαν παραχωρηθεί από την τοπική κυβέρνηση του κρατιδίου της Βόρεια Ρηνανίας-Βεστφαλίας όπου ήταν εγκατεστημένη τουλάχιστον 41 εκατομμύρια ευρώ με τη μορφή επιχορήγησης ή φοροαπαλλαγών και παρά την υψηλή κερδοφορία που διατηρούσε ως τότε. 

 

Τι επιπτώσεις θα μπορούσαν να έχουν οι ΕΟΖ στο εσωτερικό της χώρας;

Η λειτουργία ΕΟΖ συνδέεται με μια σειρά οικονομικών και κοινωνικών παραμέτρων. 

Μεταξύ των επιχειρημάτων που επικαλούνται τα κράτη και οι κυβερνήσεις για την ανάδειξη των πλεονεκτημάτων και την προώθηση των ΕΟΖ είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας, η αύξηση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και της τοπικής κοινωνίας, τη μεταφορά γνώσης και ειδικοτήτων στο τοπικό εργατικό δυναμικό, στην αύξηση των εξαγωγών, στην εισροή συναλλάγματος, στην εισαγωγή νέας τεχνολογίας, στη δημιουργία στρατηγικών τομέων στην οικονομία κ.α.

 

Σημαντικότερες επιπτώσεις από τη λειτουργία ΕΟΖ: Σημαντική επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων και του εργασιακού περιβάλλοντος (οδηγούν στην ελαστικοποίηση ή και τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και την εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σ’ αυτές) – Στη δημιουργία καταστάσεων αθέμιτου ανταγωνισμού ως προς τις υπόλοιπες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα λόγω των ειδικών ρυθμίσεων που σχετίζονται με το θεσμοθετούμενο φορολογικό, διαδικαστικό, εργασιακό, ασφαλιστικό καθεστώς και που ισχύει κατ’ εξαίρεση και κατ’ αποκλειστικότητα μόνο για τις ΕΟΖ – Στην εκμετάλλευση των τοπικών πλουτοπαραγωγικών πηγών στις περιφέρειες υποδοχής υπέρ των επιχειρήσεων χωρίς ανταποδοτικό αποτέλεσμα για τις τοπικές κοινωνίες (περιορισμένη επίδραση των ΕΟΖ στην ανάπτυξη της εγχώριας και περιφερειακής οικονομίας).

Θα υπάρξουν σοβαρές διαφοροποιήσεις ως προς τους μισθούς. Οι εργαζόμενοι στις ΕΟΖ θα χάσουν την κοινωνική ασφάλεια που θα έχουν οι εκτός των ζωνών συνάδελφοί τους και που θα αποτελέσει πλήγμα για την κοινωνική ισότητα. Οι ΕΟΖ θα μειώσουν τη συνεκτικότητα της κοινωνίας.

Όσον αφορά τις επιπτώσεις στην εθνική οικονομία: αυξάνεται η φορολογική ανισότητα –  οι ξένες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ΕΟΖ επιτρέπονται να πληρώνουν λιγότερους φόρους γεγονός που συνεπάγεται περισσότερα φορολογικά βάρη για τους υπόλοιπους φορολογούμενους. Ως προς το δεύτερο βασικό πρόβλημα της χώρας, μετά το χρέος, δηλ. τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, η ύπαρξη των ΕΟΖ δεν θα έχει καμιά επίδραση αφού οι εταιρείες που θα επενδύσουν δεν θα φορολογούνται παρά ελάχιστα έως καθόλου.

Οι ΕΟΖ στην πλειονότητά τους λειτουργούν ανεξάρτητα από την υπόλοιπη οικονομία. Οι εισροές πρώτων υλών που είναι απαραίτητες για τις επιχειρήσεις εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενώ η σύναψη συμβολαίων συνεργασίας με άλλες επιχειρήσεις αφορά σε συντριπτικό βαθμό επιχειρήσεις του εξωτερικού.

Μια χώρα είναι ανταγωνιστική όταν τα κίνητρα για παραγωγική εργασία και για ανάληψη παραγωγικών επενδύσεων σε υλικό και ανθρώπινο κεφάλαιο ή/και καινοτόμων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών υψηλής αποδοτικότητας είναι ισχυρά, και τα κίνητρα για αποφυγή εργασίας ή έξοδο από την αγορά εργασίας ή έξοδο των επιχειρήσεων από τη χώρα ή για παραγωγή προϊόντων για τα οποία δεν υπάρχει ζήτηση είναι χαμηλά.  

Όπως δείχνουν οι περισσότερες μελέτες για τις επιπτώσεις λειτουργίας των ΕΟΖ, η απασχόληση αυξήθηκε στις περιοχές που δημιουργήθηκαν ΕΟΖ, ενώ όσον αφορά τη γενικότερη απασχόληση στο υπόλοιπο της χώρας η κατάσταση είναι διαφορετική. Εξαιτίας του άνισου ανταγωνισμού υπέρ των επιχειρήσεων που λειτουργούν εντός της επικράτειας των ΕΟΖ, ενισχύεται η εσωτερική μετανάστευση, η μεταφορά των επιχειρήσεων από άλλες περιοχές της χώρας προς τις ΕΟΖ, καθώς τα κίνητρα για τη μετεγκατάστασή τους στις περιοχές αυτές είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά. Κυρίως όμως πλήττονται οι εγχώριες και τοπικές επιχειρήσεις που παράγουν παρεμφερή με τις επιχειρήσεις εντός της ΕΟΖ προϊόντα και οι οποίες εφόσον δεν έχουν τη δυνατότητα ή δεν επιθυμούν να μετεγκατασταθούν, οδεύουν προς το κλείσιμο.  

 

Μπορεί η απασχόληση να αυξάνεται στις περιοχές ΕΟΖ,  μετριάζεται όμως ή και μειώνεται όσον αφορά σε εθνικό επίπεδο.

 

 Όσον αφορά την ποιότητα των θέσεων εργασίας και το ζήτημα της διάχυσης της τεχνολογίας και τεχνογνωσίας από τις ΕΟΖ στην υπόλοιπη οικονομία, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι ΕΟΖ δεν συνεισφέρουν στη διάχυση της τεχνολογίας γιατί συνήθως σ’ αυτές δραστηριοποιούνται επιχειρήσεις χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης οι οποίες είναι κυρίως εντάσεως εργασίας και για τις οποίες προτιμάται ανειδίκευτο προσωπικό. Αντιθέτως, οι θέσεις ευθύνης και του επιστημονικού προσωπικού καλύπτονται από τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται εντός των ΕΟΖ και που εισάγονται από τις μητρικές επιχειρήσεις. Στις ΕΟΖ στις οποίες υπήρχε μια εξειδίκευση στην παραγωγή προϊόντων υψηλότερης τεχνολογίας η τεχνολογία αυτή δεν διαχύθηκε στην εγχώρια οικονομία εξαιτίας της λειτουργίας τους ως απομονωμένοι θύλακες προνομίων.

 

Σε τι πρέπει να προσβλέπει η Ελλάδα όσον αφορά την ανάπτυξη της περιφερειακής και εθνικής  οικονομίας;

Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης κάνουν την ανάγκη για μια αποτελεσματική πολιτική ακόμη πιο έντονη. Η χώρα μας πρέπει να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της, το περιβάλλον, τον πολιτισμό, το ανθρώπινο δυναμικό και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας και ιδιαίτερα των νέων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα σήμερα είναι αυτό της απασχόλησης, η οποία συνδέεται με το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας και η οποία είναι αναγκαία προϋπόθεση για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Το μοντέλο της επιχειρηματικότητας στη χώρα μας πρέπει να αλλάξει και να αντικατασταθεί με αυτό της καινοτομίας, της γνώσης και της νέας τεχνολογίας και που θα ενισχύσει την ανάπτυξη της οικονομίας και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Η Ελλάδα διαθέτει ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ανθρώπινο δυναμικό που μπορεί να συναγωνιστεί με αυτό των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών του πλανήτη. Η οικονομική ανάπτυξη δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα των διαφόρων πόρων αλλά και από το πώς μπορεί να γίνει αποτελεσματική διαχείριση αλληλένδετων παραγόντων ανάπτυξης. Σε μια έκθεση του ΟΟΣΑ του 2009 υποστηρίζεται ότι η βελτίωση των υποδομών δεν επαρκεί για την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Ωστόσο, όταν συνδυάζεται με βελτιώσεις στον τομέα της εκπαίδευσης και της καινοτομίας, ο αντίκτυπος που έχουν στην ανάπτυξη οι επενδύσεις στις υποδομές είναι σημαντικός. Η περιφερειακή ανάπτυξη και η ενσωμάτωση των περιφερειών ως πλουτοπαραγωγικών μέσων, στον παραγωγικό και οικονομικό ιστό της χώρας, της νέας τεχνολογίας, της γνώσης που παράγεται μέσω των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, της καινοτομίας και της πληροφορίας, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση της ανάπτυξης της χώρας.

 

Μαρία Κόλλια Τσαρουχά

Ανεξάρτητοι Έλληνες

Βουλευτής Ν. Σερρών 

Στ’ Αντιπρόεδρος Βουλής των Ελλήνων