Μαρία Κόλλια-Τσαρουχά: ‘’Οι δήθεν μεταρρυθμίσεις‘’ που διαρρηγνύουν την κοινωνική συνοχή

σχολικοί φύλακεςΕρωτηση προς τους κ.κ. Υπουργούς Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, απευθύνει η αντιπρόεδρος της Βουλής και Βουλευτής ν.Σερρών Μαρία Κόλλια-Τσαρουχά, σχετικά με τις επιπτώσεις στην κοινωνική και οικονομική ζωή, των μαζικών απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

Οι μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, το κλείσιμο υπηρεσιών και επιχειρήσεων, που κάνετε, τα προβάλλετε ως διοικητικές μεταρρυθμίσεις, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στο κοινωνικό και οικονομικό σύνολο. Προέχει για εσάς η ικανοποίηση των δανειστών.

Με πραξικοπηματικές «fast-track» διαδικασίες, που αποφάσισε η κυβέρνησή σας , θα υλοποιηθούν οι 15.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, καθώς μετά την κατάργηση οργανικών θέσεων με απλή Υπουργική Απόφαση θεσμοθετείται και η κατάργηση θέσεων και ολόκληρων κλάδων με την έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων. Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείτε ως κυβέρνηση να παρακάμψετε οποιαδήποτε κοινοβουλευτική διαδικασία στη διαχείριση του προσωπικού και των δομών των υπουργείων, ΝΠΔΔ, κ.λπ., αλλά και να διασφαλίσετε την ταχεία και συνοπτική διεκπεραίωση χωρίς προσκόμματα των 25.000 διαθεσιμοτήτων ως το τέλος του έτους , και κυρίως των 15.000 απολύσεων ως το τέλος του 2014. Εξάλλου, ήδη έχετε υποδείξει τους «πλεονάζοντες» από τα νέα οργανογράμματα των υπουργείων ως υποψήφια δεξαμενή για τον αριθμό των 5.500 υπαλλήλων , που υπολείπονται,  για να ολοκληρωθεί το πρώτο κύμα των 12.500 σε διαθεσιμότητα στα τέλη Σεπτεμβρίου.

Οι κυβερνήσεις διεκδικούν εύσημα, και δικαίως, κάθε φορά που η απασχόληση αυξάνεται. Αντιθέτως, εσείς διεκδικείτε τον δημόσιο έπαινο όχι επειδή αυξάνετε την απασχόληση, αλλά επειδή θέλετε να τη μειώνετε, μέσω τυφλών απολύσεων και διαθεσιμότητας. Όταν όμως οι απολύσεις πλήττουν κατά προτεραιότητα την εκπαίδευση και υγεία, τομείς με άμεση ανταπόκριση στο κοινωνικό σύνολο, και σε μια χώρα που κατ’ εξοχήν υστερεί σε αυτούς ακριβώς τους τομείς, η κυβέρνηση θα έπρεπε τουλάχιστον να απολογείται, αντί να περιφέρει θριαμβευτικά τα «επιτεύγματά» της.

Ομολογείτε δημοσίως το «οξύ συναισθηματικό πρόβλημα» και «απώλεια ύπνου», που σας προκαλούν οι πράξεις σας, όμως το ζήτημα,  κι όπως σαφέστατα αντιλαμβάνεστε, δεν είναι προσωπικό, αλλά έχει άμεσες επιπτώσεις στη συνολική οικονομία και την κοινωνική ζωή του τόπου. Όσο οι απολύσεις αυξάνονται τόσο μειώνεται η ενεργός ζήτηση και εξασθενίζει περισσότερο η οικονομία. Το κλείσιμο υπηρεσιών και επιχειρήσεων, οι απολύσεις δεν συμβιβάζονται με την επαγγελλόμενη ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά επιδεινώνουν περαιτέρω την ήδη βαθειά ύφεση, η οποία κατατρώει την ελληνική οικονομία την τελευταία τριετία. Ενώ η χώρα μας έχει ήδη υποστεί απώλεια εθνικού εισοδήματος 25% τα χρόνια της κρίσης, με την ανεργία σε ύψη ρεκόρ, οι δήθεν «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» δεν ανακόπτουν την πτώση, αντιθέτως την επισπεύδουν.

Βαφτίζετε τις απολύσεις με αναφορές σε «διαφάνεια», «αξιοκρατία», «δικαιοσύνη» και στα «αιτήματα των καιρών». Δεν υπάρχει όμως καμία οικονομική θεωρία που να θεωρεί τις απολύσεις ως μέθοδο ανάκαμψης της οικονομίας. Αντιθέτως, η αύξηση της ανεργίας αναγνωρίζεται από όλες τις σχολές ως δείκτης αποτυχίας του οικονομικού συστήματος, όχι μόνον όσον αφορά τις κοινωνικές συνέπειες, αλλά κυρίως για τις άμεσες επιπτώσεις στην κλιμάκωση της ύφεσης και επιβράδυνσης της οικονομίας. Είτε η πολιτική είναι η κεϊνσιανή, είτε φιλελεύθερη, από τα αποτελέσματά της στο επίπεδο της απασχόλησης και της ανεργίας πρέπει να κρίνεται. Δεν υπάρχει καμία χώρα στον πλανήτη στην οποία η ανεργία να μη θεωρείται πρόβλημα και μάλιστα σοβαρό και ουδείς αρμόδιος παρουσιάζει ως επιτυχία την αύξησή της, παρά μόνο στην Ελλάδα. Αυτό που αποτελεί κοινή συνείδηση στην Αμερική, στη Γαλλία και στον υπόλοιπο κόσμο, εδώ αγνοείται (επιδεικτικά) ακόμη και ως πρόβλημα, ενώ παράλληλα η βαθύτερη ύφεση παρουσιάζεται ως δήθεν μονόδρομος για την ανάκαμψη.

 

 Ερωτώνται οι κ. Υπουργοί:

 

Όταν η οικονομία πλήττεται, κάθε είδους απασχόληση, ακόμη και επιδοτούμενη από το κράτος, χρησιμοποιείται και για να αποτρέπεται η περαιτέρω πτώση, να διασώζεται το επίπεδο λειτουργίας της οικονομίας, προκειμένου να αποτρέπεται ανεπανόρθωτη ανθρώπινη, κοινωνική και οικονομική καταστροφή. Σε συνθήκες όμως έντονης ύφεσης, όταν η οικονομία έχει παγώσει , καμία μεταρρύθμιση δεν είναι εφικτή, δεν παράγει. Προαπαιτούμενο προκειμένου να λειτουργήσουν οι μεταρρυθμίσεις είναι η επανεκκίνηση της οικονομίας, ώστε να βελτιώνεται η ικανότητα προσαρμογής της . Μεταρρυθμίσεις επιβάλλονται να γίνουν, όμως οι πραγματικές – παραγωγικές – μεταρρυθμίσεις και που βοηθούν στην ανάπτυξη της οικονομίας κι όχι οι ψευδεπίγραφες. Είναι μεταρρυθμίσεις οι χιλιάδες απολύσεις που ετοιμάζετε; Πως θεωρεί η κυβέρνηση δίκαιο και αποτελεσματικό να επεκτείνει ακόμη περισσότερο την ανεργία, με άμεση συνέπεια τη διακοπή κάθε επιχειρηματικής πρωτοβουλίας κι ενόσω η συνολική ζήτηση αποδυναμώνεται, δεν γίνονται νέες επενδύσεις, αλλά και αυτές που υπήρχαν από το παρελθόν φεύγουν η μια μετά την άλλη;

Η εκτόξευση της ανεργίας σε 1,5 εκατομμύριο εργαζομένων συνδυάζεται την τελευταία τριετία με ραγδαία υποχώρηση των επενδύσεων κατά 40%. Η μαζική ανεργία δεν αποτελεί μόνο συνέπεια της ύφεσης, αλλά με τη σειρά της αποβαίνει αιτία για την όλο και δραματικότερη επιδείνωσή της. Δεν βλέπετε τον καταστροφικό φαύλο κύκλο της λιτότητας; Οι περικοπές δαπανών σε συνθήκες ύφεσης όχι μόνον δεν σταθεροποιούν την οικονομία, αλλά παράγουν περαιτέρω ύφεση, με συνέπεια πρόσθετες μαύρες τρύπες στα δημόσια έσοδα.

Οι νομπελίστες Στίγκλιτς και Κρούγκμαν τονίζουν ότι σε περίοδο ύφεσης όχι μόνον δεν πρέπει να περικόπτονται δαπάνες, αλλά απαιτείται επέκτασή τους. Περικοπές θα είχαν νόημα μόνο σε περιόδους αύξησης της οικονομίας, ώστε να μην πλήττεται η ανάπτυξη, κι ώστε να εξοικονομούνται πόροι για τη χρηματοδότηση δαπανών που επιβάλλονται σε περιόδους ύφεσης. Εάν αυτό δεν έγινε στο παρελθόν, δεν βλέπετε ότι σήμερα είναι η χειρότερη στιγμή για να το επιχειρείτε; Εάν αντί της θριαμβολογίας, (ειλικρινώς) παραδεχόσασταν , ότι θέλετε να εφαρμόζετε στα τυφλά τις καταστροφικές και αδιέξοδες απαιτήσεις των δανειστών, είναι σίγουρο ότι θα γινόσασταν περισσότερο πιστευτοί.

Αθήνα, 30 Ιουλίου   2013

                                                                                                                                Η Ερωτώσα Βουλευτής