«Μελανές κηλίδες στην ιστορία της Θεσσαλονίκης»: μια τομή στην ιστορία της Θεσσαλονίκης

«Μελανές κηλίδες στην ιστορία της Θεσσαλονίκης»: μια τομή στην ιστορία της Θεσσαλονίκης

«(…) Η κηδεία του δολοφονημένου αγωνιστή της δημοκρατίας (Στέφανου Βελδεμίρη) γίνεται νύχτα, κατά παράβαση των θρησκευτικών κανόνων, και με την παρουσία όχι μόνο Αστυνομίας, αλλά και του Στρατού (…) Στα νεκροταφεία της Ευαγγελίστριας, όπου τελικά τον μεταφέρουν, επικρατούν συνθήκες τρομοκρατίας, ενώ οι πιέσεις της Ασφάλειας προς τον συγκεντρωμένο κόσμο είναι φοβερές. Οι αστυνομικοί δεν αφήνουν ούτε τους γονείς του να πλησιάσουν το φέρετρο, για να δώσουν τον ύστατο χαιρετισμό στο λεβέντη τους. Χιλιάδες οργισμένου λαού που έχουν μαζευτεί επαναλαμβάνουν επί ώρες την κραυγή: ”Δολοφόνοι!”…».

Από το βιβλίο, σελίδα 136.

 

Του Νίκου Φαλαγκάρα
[nicfalag@yahoo.gr]

Κάθε συγγραφικό εγχείρημα του Σπύρου Κουζινόπουλου είναι και μια κατάδυση στα βαθιά νερά του ιστορικού μας παρελθόντος, για να ανασύρει από τον -εν πολλοίς ανεξερεύνητο- βυθό του στην επιφάνεια πολύτιμους θησαυρούς που είναι τόσο χρήσιμοι και αναγκαίοι για τη διαμόρφωση της ιστορικής μας συνείδησης, της αυτογνωσίας και του αναστοχασμού. Αίτημα διαρκώς επίκαιρο και ανάγκη πάσα να μην παρακάμπτεται, ιδίως σε καιρούς σαν αυτούς που ζούμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και όχι μόνο.

Είναι μάλλον περιττό να επαναλάβουμε την τετριμμένη διαπίστωση ότι η Ιστορία μας δεν είναι μια αλυσίδα από σπουδαίες ηγετικές πολιτικές και στρατιωτικές φυσιογνωμίες, ημεροχρονολογίες και νικηφόρες μάχες κατά των (υπερτέρων έναντι ημών) βαρβάρων, όπως θέλει και στερεότυπα διακηρύσσει η επίσημη ρητορεία. Περιλαμβάνει φυσικά και μελανές σελίδες που ούτε λίγες και ασήμαντες είναι, αλλά και (ίσως γι’ αυτό ακριβώς) δεν πρέπει να τις προσπερνάμε ή να τις διαβάζουμε μέσα από παραμορφωτικούς φακούς, για να μην νοθευτεί έτσι τάχα το –εν πολλοίς κατασκευασμένο- εθνικό μας «αφήγημα» και φρόνημα.

Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι για τον Σπύρο Κουζινόπουλο εμμονή και έγνοια. Προνομιακός χώρος για την ερευνητική του δραστηριότητα, την οποία ασκεί, εδώ και δεκαετίες, ακατάπαυστα. Η εξήγηση είναι ότι, εκτός από την εγνωσμένη ευσυνειδησία του ως δημοσιογράφου, ερευνητή και συγγραφέα και την αγάπη που της έχει, αφού εκεί ζει, είναι επιπλέον και το ότι στον τόπο αυτόν έχουν διαδραματιστεί γεγονότα που οι διαστάσεις τους υπερβαίνουν τα τοπικά και χρονικά όρια.

Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το ότι κατέχει σπουδαία γεωπολιτική θέση και είναι, από αιώνων, κομβικό σημείο συνάντησης και διασταύρωσης πληθυσμών και πολιτισμών, αλλά και πεδίο συγκρούσεων και διεκδικήσεων, μοιραία τη φέρνει στο επίκεντρο των γεγονότων και των εξελίξεων.

Όχι μόνο θετικών, αλλά και αρνητικών που τη σημάδεψαν βαθιά.

Ο χαρακτηριστικός τίτλος του νέου του βιβλίου του Σπύρου Κουζινόπουλου φέρει τον τίτλο «ΜΕΛΑΝΕΣ ΚΗΛΙΔΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», σελίδες 196, από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ, εμπλουτισμένο με σπάνιο φωτογραφικό υλικό και εκτεταμένη ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, δηλώνει και προϊδεάζει τον αναγνώστη για το τι πρόκειται να διαβάσει.

Αφετηρία της έρευνάς του είναι το 1821, χρονικό ορόσημο που εκδηλώνεται η επαναστατική εξέγερση για την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και φτάνει μέχρι τη δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967, ένα άλλο χρονικό ορόσημο που σφραγίζει κατά τρόπο τραγικό τη νεότερη ιστορία μας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τα θέματα που πραγματεύεται στο βιβλίο του και αναφέρονται στην περίοδο από το 1960 και μετά, ο συγγραφέας είναι αυτόπτης μάρτυρας και άμεσος συμμέτοχος των γεγονότων.

Είτε παίρνοντας μέρος σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις (15% για την Παιδεία, 1-1-4, Κυπριακό κ.λπ.) είτε με την ιδιότητα του δημοσιογράφου με συνεντεύξεις, αρθρογραφία και ρεπορτάζ.

Το βιβλίο αποτελείται από επτά κεφάλαια, σταθμούς θα λέγαμε στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, που το σπονδυλώνουν και το αρτιώνουν.

Ο συγγραφέας ξεκινάει από το 1821 για να μιλήσει, με τη βοήθεια βιβλιογραφικών τεκμηρίων, για τις σφαγές προκρίτων, αγωνιστών και αμάχων, από τις οθωμανικές αρχές ως αντίποινα για τη συμμετοχή στην Επανάσταση, το κίνημα του Εμμανουήλ Παπά, τον αγώνα των χωριών γύρω από τη Θεσσαλονίκη και της Χαλκιδικής. Θυμίζοντάς μας πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα σημαντικά και κρίσιμα για τη  έκβαση του επαναστατικού αγώνα, τα οποία όμως σε μεγάλο βαθμό επισκιάζονται, αν δεν υποβαθμίζονται κιόλας, από τις αποφασιστικής σημασίας βεβαίως επαναστατικές εξελίξεις στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα.

Το επόμενο κεφάλαιο μας μεταφέρει 100 χρόνια μετά, στον Οκτώβριο του 1912, όταν ο ελληνικός στρατός μπαίνει νικηφόρα στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Θα μας αποκαλύψει την άγνωστη πλευρά της κακής επικοινωνίας και σχέσης ανάμεσα στον διάδοχο Κωνσταντίνο και στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, η οποία διαφαίνεται από τα μεταξύ τους τηλεγραφήματα, ενώ, συγχρόνως, προαναγγέλλει τη βαθιά πολιτική κρίση που θα προκύψει και θα οδηγήσει λίγο αργότερα στον ολέθριο εθνικό διχασμό.

Αφανής ήρωας της ιστορίας ο τηλεγραφητής της κωμόπολης του Γιδά, όπου υπογράφηκε η συνθηκολόγηση των Τούρκων από τον Ταχσίν πασά.

Η επόμενη ενότητα εστιάζεται στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον ενταφιασμό της Μεγάλης ιδέας μαζί με τα ανθρώπινα κορμιά στο Μέτωπο της Μικράς Ασίας, το προσφυγικό ζήτημα και την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου με μία προσέγγιση των φασιστικών οργανώσεων και τελικά της επικράτησης της ισχυρότερης από αυτές, της «ΕΕΕ». Συγκροτήθηκε με έντονα αντικομμουνιστικό και αντισημιτικό προσανατολισμό και σταθερή υποστήριξη, οικονομική και πολιτική, από επιφανείς παράγοντες της βενιζελικής παράταξης (χαρακτηριστική η περίπτωση του  μετέπειτα συνεργάτη των Γερμανών Συνταγματάρχη Γ. Πούλου). Διακρίθηκε η οργάνωση αυτή κυρίως για τη βίαιη δράση της εναντίον των κομμουνιστών και των Εβραίων με αποκορύφωμα το πογκρόμ στο συνοικισμό Κάμπελ το 1931, το πρώτο στον ευρωπαϊκό χώρο, καθώς και ο ρόλος της κατόπιν στη σύσταση και τον χαρακτήρα της μεταξικής ΕΟΝ και στους δοσίλογους της κατοχής.

Ακολουθεί η τέταρτη ενότητα που αναφέρεται στον εθνικισμό, τον αντικομμουνισμό και τη σκληρότητα της μεταξικής δικτατορίας. Πολιτικές διώξεις, βασανιστήρια (με τον πάγο και το ρετσινόλαδο, σατανική εφεύρεση του διαβόητου υπουργού Ασφαλείας Κ. Μανιαδάκη). Αλλά το μελανότερο στοιχείο της εποχής εκείνης, η αποθέωση του σκοταδισμού θα λέγαμε, ήταν η δημόσια καύση βιβλίων (όχι μόνο αριστερών) δίπλα στον Λευκό Πύργο.

Να σημειώσουμε, επί τη ευκαιρία, ότι αναβίωση, σε μικρογραφία βέβαια, αυτού του απεχθούς φαινομένου είχαμε το 2000 στη Θεσσαλονίκη (με το κάψιμο του βιβλίου του Μίμη Ανδρουλάκη), παρουσία του επιχαίροντος ανεκδιήγητου Νομάρχη (τότε) Θεσσαλονίκης Π. Ψωμιάδη.

Η πέμπτη ενότητα μας μεταφέρει στον Ιανουάριο του 1947, στα χρόνια του Εμφυλίου πολέμου και στο πολύνεκρο (383 νεκροί) ναυτικό δυστύχημα που συνέβη με το επιβατικό ατμόπλοιο «Χειμάρα» στην περιοχή του νοτίου Ευβοϊκού Κόλπου. Είναι ο ελληνικός Τιτανικός, όπως εύστοχα παρομοιάστηκε. Το θλιβερό αυτό γεγονός συνδέεται με την πόλη της Θεσσαλονίκης αφού το καράβι εκτελούσε το δρομολόγιο από Θεσσαλονίκη προς Πειραιά και επέβαιναν σ’ αυτό αριστεροί πολιτικοί κρατούμενοι, που οδηγούνταν σε εξορίες και φυλακές (συμβολή στην τουριστική ανάπτυξη των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, σύμφωνα με το πικρόχολο σχόλιο του συγγραφέα) και τελικά βρήκαν κι αυτοί τραγικό θάνατο.

Ο συγγραφέας παραθέτει σχετικά τη μαρτυρία ενός εκ των διασωθέντων επιβατών, του μετέπειτα δημάρχου Θεσσαλονίκης Ντίνου Κοσμόπουλου, ο οποίος ζωντανεύει τις τραγικές στιγμές του ναυαγίου.

Αφιερωμένα στην ταραγμένη δεκαετία του ’60 είναι τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, μια δεκαετία που έχει απασχολήσει τον συγγραφέα ιδιαίτερα και στο προηγούμενο βιβλίο του ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΑΩΝΑ, επίσης από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ, στην παρουσίαση του οποίου, στην πόλη μας, είχα την τιμή και τη χαρά, πριν από τρία χρόνια να είμαι ένας εκ των εισηγητών.

Το ένα κεφάλαιο εξ αυτών επικεντρώνεται στην τρομοκρατία που υπέστησαν οι δημοκρατικοί και αριστεροί πολίτες στη Θεσσαλονίκη και στη Μακεδονία γενικότερα την περίοδο των εκλογών «βίας και νοθείας» της 29ης Οκτωβρίου του 1961 και στο σχέδιο «Περικλής» που εκπόνησαν και έθεσαν σε εφαρμογή «οι καταχθόνιοι σιδηρουργοί της ανωμαλίας», για να δανειστούμε τη μνημειώδη φράση του εισαγγελέα Παύλου Δελαπόρτα, από την αγόρευσή του στη δίκη για τη δολοφονία από παρακρατικούς του αγωνιστή της Δημοκρατίας και της Ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη.

Το άλλο κεφάλαιο αναφέρεται στη ζοφερή περίοδο της χούντας του 1967, όπως την έζησε η περιοχή της Θεσσαλονίκης, με τα φριχτά βασανιστήρια και τις δολοφονίες, όπως του Γιώργη Τσαρουχά και του Γιάννη Χαλκίδη.

Στο παράρτημα παρατίθεται ένας χάρτης συλλήψεων (1.467 άτομα στην Β. Ελλάδα) που έγιναν την πρώτη μέρα του πραξικοπήματος και αποκαλύπτει τον βίαιο χαρακτήρα του καθεστώτος.

Ο συγγραφέας, µετά το, επίσης αξιόλογο, προαναφερόμενο βιβλίο του για τις στυγερές πολιτικές δολοφονίες στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ρίχνει για άλλη µια φορά άπλετο φως στη “σκοτεινή” πλευρά της ιστορίας της συμπρωτεύουσας. Για να µην ξεχαστούν γεγονότα από τα οποία όλοι -και ειδικά οι νεότερες γενιές- έχουν να διδαχθούν πολλά και χρήσιμα.

Εν πάση περιπτώσει η ερευνητική του προσπάθεια του συγγραφέα τεκμηριώνεται πλήρως βάσει αξιόπιστων µαρτυριών και ντοκουµέντων, εν πολλοίς αγνώστων στο ευρύ κοινό, που με πολύ κόπο και επιμονή και υπομονή αναζήτησε σε δυσπρόσιτα πολλές φορές αρχεία και τις πηγές και μελέτησε επισταμένα.

Ο καρπός αυτής της έρευνάς του που είναι το βιβλίο για το οποίο συζητούμε, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι υπήρξε πλούσιος και δικαιώνει τον στόχο και τη φιλοδοξία του να εισφέρει τον δικό του οβολό στην ιστορική αναψηλάφηση των γεγονότων που αφορούν την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Αντί επιλόγου, ας μου επιτραπεί να επαναλάβω εδώ αυτό που είχα αναφέρει στην παρουσίαση του προηγούμενου βιβλίου του συγγραφέα ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ:

«Τέτοια συγγραφικά εγχειρήματα, όπως αυτό αξίζει, νομίζω, να κερδίζουν την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη και την αποδοχή του φιλίστορος αναγνωστικού κοινού και, φυσικά, να γίνονται παραδείγματα προς μίμηση, γιατί, σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό Φραγκίσκο Γκιζώ (1787-1874), «ένας λαός που μαθαίνει σωστά την ιστορία του κρίνει σχεδόν πάντα ασφαλέστερα για την παρούσα κατάσταση και επιλέγει ορθότερα τις προϋποθέσεις και τους όρους για τις μελλοντικές του τύχες».

Για να διαψευσθεί έτσι –ελπίζω…- ο απαισιόδοξος αφορισμός του Χέγκελ ότι «η ιστορία μας διδάσκει ότι τίποτε δεν μας διδάσκει».

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

 27/08/2017