Μέρες κατοχής ή ελευθερίας εγκώμιον

Μέρες κατοχής ή ελευθερίας εγκώμιον

Ένας αντάρτης!… Ποιανού πυρετωμένη φαντασία τον είχε βαφτίσει αντάρτη; Αντάρτης θα πει να είσαι καπετάν ένας, να πας κόντρα στο ρέμα, να είσαι αιρετικός που βαδίζει έξω από την πορεία του πλήθους, μακριά από το άγνωμο πλήθος, σαν ένα κοπάδι αθώο και άβουλο, που σύρεται εκεί που το οδηγεί ο ποιμένας με τη μαγκούρα. Αντάρτης είναι εκείνος που σηκώνει δικό του μπαϊράκι, που πιστεύει στα δικά του ιδανικά, στις δικές του ιδέες, στο δικό του Θεό…

 Από το βιβλίο (σελίδα 204).

Το ενδιαφέρον ενός (καλού, λέμε καλού, γιατί και υπάρχει και το κακό δυστυχώς) βιβλίου δεν περιορίζεται -και πολύ περισσότερο δεν εξαντλείται- στο θέμα που πραγματεύεται καθώς και στο πόσο καλογραμμένο είναι. Εκτείνεται και σε επιμέρους ζητήματα που αναδεικνύει και αξίζει κανείς να τα εντοπίσει και να τα σχολιάσει. Όπως είναι η ευτυχής συνάντηση και η συνάρτηση ιστορίας και λογοτεχνίας. Πρόκειται για εγχείρημα όχι και τόσο εύκολο, αφού πρέπει να κρατηθούν οι αναγκαίες ισορροπίες, έτσι ώστε (ιστορία και λογοτεχνία) να συμπορευθούν και να καταλήξουν, χωρίς απώλειες, στον προκαθορισμένο –από τον συγγραφέα- σταθμό. Τελικός και έγκυρος κριτής, φυσικά και σε κάθε περίπτωση, είναι το συγγραφικό αποτέλεσμα και βέβαια η υποδοχή και αποδοχή που θα βρει από το αναγνωστικό κοινό.

Η βάρβαρη τριπλή (γερμανική, ιταλική, βουλγαρική) ξενική κατοχή (1941-1944) της χώρας μας και οι καταλυτικές επιπτώσεις της στη ζωή των ανθρώπων που την υπέστησαν εξακολουθεί να στοιχειώνει το έργο πολλών σύγχρονων λογοτεχνών. Το ότι η προτίμησή τους αυτή βρίσκεται εν πολλοίς σε αναντιστοιχία ή και δυσαρμονία με τις κυρίαρχες αξίες και τις προτεραιότητες της εποχής μας δεν το καθιστά λιγότερο σημαντικό, επίκαιρο και φυσικά ενδιαφέρον. Το αντίθετο θα λέγαμε. Πέρα από την αυτονόητη λογοτεχνική του αξία, το έργο αυτό συμβάλλει στην αναψηλάφηση της νεότερης ιστορίας μας καθώς και στην εθνική μας αυτογνωσία και αυτοπεποίθηση. Κεντρίζει τον προβληματισμό και τον αναστοχασμό και με βάση τη συσσωρευμένη (θετική ή αρνητική) πείρα του παρελθόντος βοηθάει στο να αναζητηθούν λύσεις στα σύγχρονα προβλήματα, με αναφορές, αναγωγές και συσχετίσεις του ιστορικού παρελθόντος με το πολυσύνθετο παρόν.

Ένας τέτοιος συγγραφέας που κερδίζει το παραπάνω στοίχημα (δηλαδή την αρμονική σύζευξη ιστορίας και λογοτεχνίας) είναι ο σερραϊκής καταγωγής Θανάσης Μετσιμενίδης που «έφυγε» από τη ζωή πριν από ένα χρόνο περίπου. Προσωπικά τον ανακάλυψα όψιμα και εντελώς συμπτωματικά θα έλεγα μέσω φίλων που γνώριζαν τόσο τον ίδιο όσο και το έργο του. Μέσα από το τελευταίο του μυθιστόρημα, «ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΑΓΡΥΠΝΑΕΙ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» (σελίδες 299), από τον Εκδοτικό Οίκο Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, που, όπως είχα διαβάσει στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, κατά έναν ειρωνικό τρόπο, ήταν ακόμη στο τυπογραφείο όταν ο συγγραφέας έδινε την τελευταία μάχη του για τη ζωή, ξετυλίγει την ιστορία του για να την παρακολουθήσει ο αναγνώστης σαν σε κινηματογραφική ταινία.

Παραθέτω εδώ λίγα στοιχεία από το πλούσιο βιογραφικό του -αείμνηστου πια- συγγραφέα: Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1936. Τα πρώτα του κείμενα τα έγραψε και τα δημοσίευσε ήδη στα γυμνασιακά του χρόνια, ενώ πληγωμένος από τον πόνο του πολέμου, το 1949 ανέβασε με συμμαθητές του το θεατρικό έργο «Ελλάδα του Σαράντα». Το 1959 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του “Βροντάει στον κάμπο”, που καταγράφει την επιρροή του αγωνιστικού ουμανισμού στα χωριά της Μακεδονίας, τραβώντας την προσοχή μεγάλων λογοτεχνών της εποχής και αποσπώντας τον έπαινο της “Αυγής”, που έγραψε για τη συμβολή του «στην πνευματική αφύπνιση της ελληνικής επαρχίας». Παρά την ισχνή οικονομική του κατάσταση, σπούδασε και πήρε μαθήματα σκηνοθεσίας στο Centro Sperimentale της Ιταλίας. Το 1964 έγραψε το “Μια χούφτα σάρκα”, ένα έργο που κατάφερε να φτάσει και να βρει απήχηση στο αθηναϊκό αναγνωστικό κοινό, καθώς και να σχολιαστεί θετικά από τον Βασίλη Ρώτα. Δύο χρόνια μετά άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα “Αθηναϊκή”, θα ακολουθήσει εν καιρώ η “Αυγή” και το “Έθνος”, και το 1970 θα γίνει μέλος της Ένωσης Συντακτών. Επίσης έγραψε το θεατρικό έργο “Ένα στάχυ αθέριστο” (1988), που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο και ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1990. Την ίδια περίπου εποχή είχε αρχίσει να μεταφράζει αριστουργήματα της ιταλικής πεζογραφίας, ιδίως έργα του Αλμπέρτο Μοράβια και του Λεονάρντο Σάσα, σε συνεργασία με τον Εκδοτικό Οίκο Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος. Από τον ίδιο οίκο κυκλοφόρησαν επίσης τα πεζογραφήματά του “Νάτσκας” (1985), “Το όραμα ενός ανθρωπάκου” (1988), “Απρίλης δίχως χαρά” (1997) και “η Μαρία που ήρθε από τα δάση” (2010).

Ο τόπος στον οποίο τοποθετεί την αφηγηματική σύνθεση ο Θανάσης Μετσιμενίδης είναι η πόλη των Σερρών. Χρόνος η μαύρη περίοδος της βουλγαροκρατίας 1941-1944. Προτού καλά καλά  κλείσουν οι πληγές της προηγούμενης κατοχής, αρχίζει, με τις σιδερένιες πλάτες τώρα του γερμανο-ιταλικού άξονα, που φιλοδοξεί να εδραιώσει την εφιαλτική κοσμοκρατορία του με ποταμούς δακρύων και αίματος, μια καινούργια εξ ίσου βάρβαρη και απεχθής. Όλα πια τα σκιάζει και τα πλακώνει η σκλαβιά, για να θυμηθούμε τον σολωμικό στίχο. Παρά το καθεστώς βίας και εξανδραποδισμού που εγκαθιστούν οι κατακτητές, οι «ξενομπάτες», όπως πολύ εύστοχα τους αποκαλεί ο συγγραφέας, η σπίθα της ελευθερίας σιγοκαίει στις καρδιές των πατριωτών και σε λίγο θα γίνει πυρκαγιά. (Υπάρχουν βέβαια και οι άλλοι, οι συνεργάτες ή οι φρόνιμοι και οι φιλήσυχοι που τα βρίσκουν μαζί τους ή, όταν δεν ωφελούνται, δεν ενοχλούνται σχεδόν καθόλου από την παρουσία των κατακτητών). Για την «τρελή» γενιά της αντίστασης, τη μαγιά, όπως λέει ο Μακρυγιάννης, που πάντα μένει όσο κι αν τρώνε οι ξένοι δυνάστες και  που οι ρίζες της απλώνονται  στο απώτερο παρελθόν, η νέα σκλαβιά ούτε μοιραία είναι, ούτε ανίκητη. Έχει πλήρη συνείδηση ότι σ’ αυτήν ανήκει το μέλλον και η ζωή. Αλλά και το χρέος να αγωνιστεί. Από τη δική της στάση θα εξαρτηθεί αν θα είναι μια ζωή με ελευθερία και αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό η μόνη επιλογή που ανοίγεται  μπροστά της είναι η με κάθε μέσο και τρόπο αντίσταση. Μόνο που η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς επικίνδυνη, αλλά κυριολεκτικά ένα αδιάκοπο παιχνίδι με τον πανταχού παρόντα θάνατο.

«…Το φοβερό μαντάτο έχει διαδοθεί ως τις πιο ακρινές γειτονιές της πόλης: Σφαγή!… Θα ανασπάσει ο κομιτατζής το μαχαίρι από τη θήκη· οι παλιοί θυμούνται κι αναρριγούν. Ο φόβος σείει και ταράζει. Φοβούνται πως θα δουν πάλι να πλέει στο αίμα το μοσκάρι. Η μητέρα θυμάται… Ξανάρχονται στο νου το μεγαλείο και ο ζόφος του 1913… Θυμάται τις νεαρές Σερριωτοπούλες που ‘χαν μαζωχτεί στη Μητρόπολη με στεφάνια δάφνης· τα ‘χαν πλέξει για να στεφανώσουν τους Έλληνες φαντάρους που ‘χαν φανεί κιόλα στους ακρινούς μαχαλάδες. Μέσα και η μητέρα. Και η Ελένη, η αδερφή της, κορίτσι πράμα, πάνω στη φούρια της ομορφιάς της, με το χνούδι της εφηβείας στα μάγουλά της, που όλη η ζωή της ως τότε ήταν σπίτι κι εκκλησία, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στο θεό, πιστεύοντας ακράδαντα ότι θα την προφύλαγε, αν χρειάζουνταν, από κάθε κακό.
Αχ, έρμη μάνα! Και που να στρέψει τώρα; Σε ποιον; Ποιος θα μπορούσε ν’ απλώσει το χέρι, να σταματήσει την ανήκουστη φρίκη, και δεν το άπλωσε; Ποιος είδε τον αχρείο κομιτατζή να σηκώνει το αιματοστάλαχτο σπαθί, να δίνει μια και να της παίρνει το κεφάλι, και μπορούσε να τον σταματήσει, και δεν τον σταμάτησε;…» (σελίδα 23).

Ο συγγραφέας περιγράφει με αδρά χρώματα τις πρώτες μέρες της κατοχής. Αποπνικτική η ατμόσφαιρα. Εικόνα ερήμωσης παντού. Σαν να σταμάτησε η ζωή κι ο ρυθμός του κόσμου. Κλίμα φόβου και ανησυχίας. Οι παλιότεροι ανακαλούν στη μνήμη τους πικρές εμπειρίες της προηγούμενης κατοχής. Το μοσχάρι να κολυμπάει στο αίμα. Οι βουλγαρικές ωμότητες. Πολύπαθη η γη της Μακεδονίας, βρίσκεται συνεχώς στο μάτι του «ξενομπάτη». Τώρα ο κατακτητής νομίζει ότι ήρθε επιτέλους η ώρα να πραγματοποιήσει τα άνομα σχέδια του. Αλλά ξεχνάει ότι εδώ ο σπόρος της ελευθερίας βρίσκεται πολύ βαθιά. Ανάμεσα στους σπορείς βρίσκεται και ο Σεϊχης (σούφι από το σοφός) Μπεντρεντίν που τον κρέμασαν οι Τούρκοι στον πλάτανο για παραδειγματισμό. Ωστόσο, οι φιλελεύθερες ιδέες του παρέμειναν ζωντανές και εμπλουτισμένες πια εμπνέουν τις μέλλουσες γενιές που προσφέροντας ό,τι πολυτιμότερο έχουν παλεύουν να τις κάνουν πράξη.

Ως αντιπροσωπευτικό τύπο της γενιάς του ’40 και πρόσωπο κλειδί στο βιβλίο ο συγγραφέας επιλέγει τον Γιαννούδα. Είναι ένας νέος που αγαπάει τη ζωή επειδή αγαπάει την ελευθερία. Δεν φιλοδοξεί να γίνει ήρωας. Απλώς το καθήκον του θέλει να εκπληρώσει. Έμμονη ιδέα και στόχος του γίνεται η εκδίκηση για τον άδικο και με τη βοήθεια κάποιου προδότη θάνατο του Νάστου Πλιάτσα. Και για να πετύχει αυτόν τον ιερό σκοπό θα χρειαστεί να αναμετρηθεί με τον ίδιο τον θάνατο που τον ενσαρκώνει ο στυγερός δήμιος Ινκόρ. Κανείς, ως γνωστόν, απ’ όσους θα  περάσουν από το μπουντρούμι του – κολαστήριο δεν θα φύγει ζωντανός. Κανείς; Αλλά σύμφωνα με τον Σόλωνα μηδένα προς του τέλους μακάριζε. Έστω κι αν πρόκειται για τον φοβερό και ατρόμητο Ινκόρ…

Εν τω μεταξύ, όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιστάσεις, η βάρβαρη ξενική κατοχή διαρρηγνύει –διαλύει καλύτερα- τον κοινωνικό ιστό, με αποτέλεσμα την αλλοτρίωση και την κατάπτωση των ηθών (υπόκοσμος, καταγώγια, αγοραίος έρωτας κ.λπ.). Αλλά δεν λείπουν οι οάσεις ανθρωπιάς και αλληλεγγύης που συνεχίζουν να εκφράζονται από ανθρώπους που ορκίσθηκαν στο όνομά τους. Όπως π.χ. οι γιατροί Δημήτριος Σπυρίδης και Ιπποκράτης Μακρής. Παρά τις τόσο δύσκολες στιγμές για τον τόπο, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ερωτεύονται και να οραματίζονται.

Ενώ πάνω στο Μενοίκιο όρος τα τέκνα του Καραϊσκάκη και του Μακρυγιάννη οργανώνουν το αντάρτικο και αρχίζουν δράση κατά των κατακτητών. Το όνομα του Βασίλη Ραφτούδη γίνεται θρύλος και ταράζει τον ύπνο τους. (Να σημειώσουμε εδώ ότι, κατά ένα ειρωνικό και εξόχως τραγικό γύρισμα της ιστορίας, ο θρύλος αυτός της αντίστασης, μερικά χρόνια αργότερα, όταν η αυτός ο τόπος, αντί να δρέψει τους καρπούς του ηρωικού και πολυαίμακτου αντιστασιακού αγώνα, όπως έγινε στις άλλες χώρες της Ευρώπης, θα βιώσει τον εμφύλιο σπαραγμό, θα εκτελεστεί από βόλι συντροφικό. Αυτονόητη η αποδοκιμασία τέτοιων μελανών περιστατικών που στιγμάτισαν τον μεγαλειώδη αγώνα της Εθνικής μας Αντίστασης).

Αφού ο Γιαννούδας πέτυχε τον σκοπό του, οι κομιτατζήδες αρχίζουν εναντίον του ένα άγριο κυνηγητό. Κορυφώνεται η αγωνία του αναγνώστη παρακολουθώντας την περιπετειώδη περιδιάβασή του για να σωθεί από το μένος τους. Μόλις που κατορθώνει να ξεφύγει από το στόμα του διψασμένου για αίμα και εκδίκηση λύκου.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα εμβόλιμα κομμάτια που διακόπτουν την αφήγηση και δίνουν την ευκαιρία στον συγγραφέα να σκεφτεί, να θυμηθεί και να σχολιάσει το σήμερα με αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα (Γιώργος Καφταντζής, Ανδρέας Ανδρέου, Μιχάλης Τσαντίρης, Μάριος Ρουσιάδης κ.λπ.) και καταστάσεις του γενέθλιου τόπου, όπως τις διαμόρφωσαν πια ο χρόνος και η ραγδαία κοινωνική εξέλιξη.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι ο συγγραφέας, μακριά από αγιοποιήσεις και εξιδανικεύσεις, μάς προσφέρει την ευκαιρία, μέσα από πραγματικά ή φανταστικά περιστατικά να παρακολουθήσουμε μία σπουδαία πτυχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Όλα αυτά τα αξιοποιεί λογοτεχνικά για να την ανασυνθέσει ζωντανά και πειστικά, κεντρίζοντας το αναγνωστικό ενδιαφέρον που παραμένει αμείωτο από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου.

Τέτοια συγγραφικά εγχειρήματα, ιδίως σε εποχές βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης, όπως είναι η σημερινή, (επανα)θέτουν επί τάπητος κρίσιμα εθνικά ζητήματα, υπερασπίζονται και διατηρούν σε εγρήγορση τη συλλογική μνήμη. Γι’ αυτό αξίζει να κερδίζουν την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη και την αποδοχή του αναγνωστικού κοινού.

 ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

 04/08/2015