Μια αξιόλογη, αλλά αδικημένη, πρωτοβουλία

Μια αξιόλογη, αλλά αδικημένη, πρωτοβουλία

katoxi-1940-2ΑΡΘΡΟ του Νίκου Επ. Φαλαγκάρα

Πώς γίνεται μία αξιέπαινη πρωτοβουλία για τη διοργάνωση μιας εκδήλωσης με ξεχωριστό ενδιαφέρον, αντί να επιβραβεύεται και να στέφεται από επιτυχία, να εξαντλείται και να απαξιώνεται μέσα σε μια σχεδόν άδεια αίθουσα; Όταν μάλιστα το αντικείμενο της εκδήλωσης αυτής είναι τόσο σημαντικό και επίκαιρο και οι ομιλητές που ήρθαν από μακριά προσφέρονται να ρίξουν άπλετο φως σε πτυχές που στο ευρύτερο κοινό είναι εν πολλοίς άγνωστες; Και όμως είναι δυνατό, για να μην πούμε περίπου φυσιολογικό στα καθ’ ημάς. Κι όσο απαράδεκτο φαντάζει στα μάτια ενός ψύχραιμου κι απροκατάληπτου παρατηρητή, άλλο τόσο ευεξήγητο είναι.

Μετά τη μικρή αυτή εισαγωγή, μπαίνω στο θέμα που θέλω να θίξω και να σχολιάσω με μόνη την ιδιότητα, φυσικά, του απλού (και τίποτε περισσότερο) πολίτη που ενδιαφέρεται και παρακολουθεί τα δημόσια πράγματα. Οφείλω πάντως να σημειώσω προκαταβολικά ότι, μ’ αυτά που θα πω εδώ, είναι ενδεχόμενο να στενοχωρήσω –αν και κάτι τέτοιο δεν είναι στις προθέσεις μου- κάποιους ή, σε μερικούς άλλους, να γίνω λιγότερο συμπαθής. Αλλά θα το αντιπαρέλθω προσφεύγοντας στον Σταγειρίτη φιλόσοφο: “Φίλος μεν Πλάτων, φιλτέρα δε η αλήθεια”.

Στις 3 Απριλίου 2015, λοιπόν, με πρωτοβουλία του ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΣΕΡΡΩΝ και του ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΣΕΡΡΩΝ, με την υποστήριξη της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών, πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας, και στην αίθουσα «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ» της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, ημερίδα ιστορικής μνήμης με θέμα: ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ. Ένα θέμα επίκαιρο, με πρόδηλο ενδιαφέρον και εθνική διάσταση. Πολυσυζητημένο μεν, αλλά με πολλά κενά και συγχύσεις.

Είναι γνωστό ότι η Γερμανία, ως μία – η κυριότερη- εκ των τριών δυνάμεων της βάρβαρης κατοχής -και- στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 1941-1944, βαρύνεται με πολλαπλές οφειλές απέναντί της, τις οποίες, με διάφορα σοφίσματα και προσχήματα, σε συνδυασμό με τη χρόνια και απαράδεκτη αδράνεια (που δεν είναι άμοιρη πολιτικών σκοπιμοτήτων ή και δεσμεύσεων) των ελληνικών (μηδεμιάς εξαιρουμένης) μεταπολεμικών κυβερνήσεων, αρνείται μέχρι σήμερα όχι μόνο να εξοφλήσει, αλλά απαξιοί ακόμα και να συζητήσει το εν λόγω ζήτημα. Είναι αλήθεια ότι η νέα κυβέρνηση εξέφρασε τη βούλησή της να διεκδικήσει τις γερμανικές οφειλές. Η αξιοπιστία και η συνέπειά της πάντως μένουν να δοκιμαστούν στο χρόνο και στην πράξη.

Πρόκειται, βέβαια, για την ίδια χώρα, την -ενοποιημένη ήδη- Γερμανία, της οποίας οι ηγέτες, κυρίως εμάς τους Έλληνες (και όχι μόνο πια), μας αντιμετωπίζουν σαν τα μαύρα πρόβατα της (δικής τους αρχιτεκτονικής σύλληψης) Ευρώπης. Μιας Ευρώπης θεμελιωμένης πάνω στις κραυγαλέες ανισότητες μεταξύ βορρά και νότου, την ολοένα διογκούμενη (και εντός της Γερμανίας) ανεργία και τη λιτότητα που έχει αναχθεί σε θρησκευτικό δόγμα.

Εξαιρετικές και εμπεριστατωμένες οι εισηγήσεις των ομιλητών. Πλην όμως είχαν την ατυχία να απευθύνονται σε ένα φτωχό ακροατήριο, γεγονός που δεν περιποιεί τιμή ούτε σ’ αυτούς που διοργάνωσαν (αλλά, για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, δεν υποστήριξαν όσο θα έπρεπε) την εκδήλωση, ούτε και τους προσκεκλημένους. Πολύ δε περισσότερο δεν τιμά τους συμπολίτες μας που, ενώ (όσοι εννοείται) μπορούσαν να παρευρεθούν, με την απουσία τους, αδίκησαν και εν τέλει απαξίωσαν την εκδήλωση η οποία, σε κάθε περίπτωση, άξιζε καλύτερης τύχης.

Από την εκδήλωση αυτή, λοιπόν, απουσίαζε κραυγαλέα το σερραϊκό κοινό. Ειδικότερα, απουσίαζαν, πλην Λακεδαιμονίων ή συνήθων υπόπτων, τα μέλη των φορέων που τη συνδιοργάνωσαν. Απουσίαζαν όλοι εκείνοι οι συμπολίτες μας που μπορούσαν και «όφειλαν» να παρευρεθούν. Προφανώς, εκείνη την ώρα, αρκετοί απ’ αυτούς προτίμησαν να ασχοληθούν με κάτι (για τα δικά τους μέτρα και κριτήρια) σοβαρότερο και ωφελιμότερο.

Όσες δικαιολογίες κι αν αναζητήσει κανείς καλόπιστα γι’ αυτή την απαξιωτική αντιμετώπιση μιας εκδήλωσης – ευκαιρίας που σπάνια μας παρουσιάζεται και έχει να μας προσφέρει ασφαλώς σπουδαία πράγματα, δυσκολεύεται να πειστεί για τη σοβαρότητα και τη βασιμότητά τους.

Αλλά ας είμαστε τουλάχιστον ειλικρινείς. Ας αναγνωρίσουμε εντίμως ότι, στους καιρούς της βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης που ζούμε, πολύ περισσότερο απ’ ό, τι άλλοτε, άλλες είναι οι προτεραιότητες και οι αντίστοιχες επιλογές μας. Τα ιστορικά θέματα και η ιστορική μνήμη, παρά τα, από διάφορες κατευθύνσεις, αντίθετα και μονότονα επαναλαμβανόμενα, δεν μας συγκινούν τόσο και δεν ασκούν επίδραση στη νοηματοδότηση της ζωής μας. Δεν προσδιορίζουν την ποιότητά της.

Χωρίς καμία διάθεση να δραματοποιούμε τα πράγματα, πρέπει πάντως να παραδεχθούμε ότι η, συνειδητή ή όχι, επιλογή μας να αγνοούμε ή να αδιαφορούμε για τη μοναδική και ατίμητη ιστορική μας κληρονομιά συνεπάγεται σοβαρό και πολλαπλό κόστος, το οποίο πολύ φοβούμαι ότι θα αξιολογήσουμε ίσως όταν θα είναι πια αργά.

Βεβαίως, κανείς δεν νομιμοποιείται να υποδύεται τον ρόλο του δημοσίου κατηγόρου αποδίδοντας, αδιακρίτως και εκ του ασφαλούς, μομφές και ευθύνες. Δικαιούται, ωστόσο, κάθε φορά που αντικρίζει ένα τέτοιο αποκαρδιωτικό φαινόμενο (δηλαδή να αυτο-υπονομεύεται και να αδικείται μια τόσο σπουδαία πρωτοβουλία), να το επισημαίνει και να εκφράζει δημόσια και εν (επι)γνώσει των συνεπειών, αν μη τι άλλο, τον προβληματισμό και το παράπονό του.

ΝΙΚΟΣ ΕΠΑΜ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

 07-04-2015