Μιχ.Σωτηρίου: “Το αλεξανδρινό δάκρυ της Μαυριτανίας”

Μιχ.Σωτηρίου: “Το αλεξανδρινό δάκρυ της Μαυριτανίας”

Cleopatraτου Μιχάλη  Σωτηρίου

Ελλάδα. Λίγα χιλιόμετρα από την αρχαία Αμφίπολη το αυγουστιάτικο φεγγάρι  καθρεφτίζεται στα ήσυχα νερά της Σαρακίνας, φωτίζoντας αρκετά τη σελίδα του καβαφικού βιβλίου:

 «…Έν μέρει για να εξακριβώσω μιά εποχή
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
τη νύχτα χθές πήρα μιά συλλογή
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω…».

*

Μιχάλης Σωτηρίου-2014Πρίν δυό χιλιάδες και πάνω χρόνια, στην παράλια βορειοδυτική Αφρική υπήρχε μια χώρα που τη λέγαν Νουμιδία. Σπουδαίος βασιλικός γάμος γίνηκε ανάμεσα σε μιά πριγκίπισσα φερμένη απο τη Ρώμη και στο βασιλιά Ιούβα τον Β’, άνθρωπο με μόρφωση, σοφία, αισθήματα, μεγάλο ενδιαφέρον για τα φυτά και τις επιστήμες γενικότερα.

Οι χρυσαφένιες αχτίδες του ήλιου έσμιξαν με τα χρυσαφικά και τα δώρα του βασιλιά στην όμορφη νύφη, πριγκίπισσα από ξεπαστρεμένη σπουδαία οικογένεια μιάς μεγάλης χώρας, ιστορικής, πολιτισμένης. Μα εκείνο που εύκολα θα μπορούσε ο καθένας να παρατηρήσει ήταν το σφιγμένο χαμόγελο της.Το βλέμμα συχνά στρέφονταν στην Ανατολή κι ένας κρυφός στεναγμός προσπαθούσε να κρατηθεί μέσα στα σπλάχνα της.

-Πές μου αγαπημένη μου τι σε βαραίνει, πές μου αφέντρα της καρδιάς μου.

-Δεν έχω κάτι κύρη  και αφέντη μου βασιλιά, απαντούσε εκείνη μα ήταν φανερό το βάσανό της.

Μή νομίσετε πως δέν ήθελε το γάμο ή αυτόν το σύντροφο, κάθε άλλο.  Πολύ καιρό λαχταρούσε να φύγει απο τη Ρώμη και τη θετή μητέρα της, την αδελφή του Οκταβιανού Αύγουστου, τη σύζυγο του Μάρκου Αντώνιου. Εκείνη, που παρά τις πίκρες της ζωής της, με στοργή, σεβασμό και γνήσιο ενδιαφέρον μεγάλωσε την πριγκίπισσα μαζί με τα άλλα δυό αδέλφια της, τον Ήλιο Αλέξανδρο και τον Φιλάδελφο Πτολεμαίο.

Κάτι άλλο, αδιευκρίνιστο και πιό βαθύ, παράσερνε τη σκέψη σε σκόρπιες μνήμες όπως ο αφρικανικός άνεμος ταξιδεύει τους κόκκους της άμμου της Σαχάρας, μνήμες που ξεπηδούσαν κάπως σαν όνειρο και πραγματικότητα μαζί.

Στο μεγάλο κήπο του βασιλικού παλατιού της Νουμιδίας προστέθηκε ένας πανύψηλος  φοίνικας ίσα με τρείς δεκάδες μέτρα,δώρο του βασιλιά της Νουβίας για το βασιλιά Ιούβα το φιλομαθή και φίλεργο φίλο του.Στη σκιά αυτού του δέντρου  φιλοξενούνταν το νιόπαντρο ζευγάρι τα πρωινά προσπαθώντας με ειλικρίνεια να γνωριστεί καλύτερα.

Το βράδυ, το φεγγάρι σταματούσε  για να στείλει χαιρετισμό στα ήσυχα νερά του κόλπου της Καισάρειας της Νουμιδίας και τα πλάσματα του θεού. Εκείνες τις ώρες, όταν ο βασιλιάς κοιμόταν στο πλάι τη νεαρής βασίλισσας, εκείνη συνήθιζε να μένει ώς το χάραμα πλάι στο φοίνικα. Κι άν ήσουνα εκεί κοντά της θα μπορούσες να δείς στο φεγγαρόφωτο δάκρυα ασημένια να κυλούν στα ριζά του δέντρου. Και τα χείλια της να ψελλίζουν:

-Ωιμέ μάνα μου βασίλισσα ανώτερη των βασιλέων, μητέρα λατρεμένη μορφωμένων και  δούλων.

Και με το χάραμα, με τον κοκκινωπό ουρανό αν ήσουνα εκεί, θα΄βλεπες να επιστρέφει η βασίλισσα της Νουμιδίας στο παλάτι με πιο ανάλαφρη ψυχή,  τέτοια που φέρνει γρήγορα τον ύπνο.

Κάθε μάνα είναι  ένα στήριγμα τόσο στην παρουσία όσο και την απουσία της.Πόσο, μάλλον,που η μάνα της νεαρής βασίλισσας ήταν η τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου,η Κλεοπάτρα η Ζ’. Μια απο τίς πιο αγαπημένες και μισητές , θαυμαστές και μοιραίες, μα πάνω απ όλα πλούσιες σε φλογερά αισθήματα γυναίκες όλων των εποχών.

 *

Πιό πέρα στους λόφους της Αμφίπολης ο νοτιάς άνεμος με τα φύλλα των αμυγδαλεώνων τραγουδούσαν  νυχτερινό τραγούδι στη βασίλισσα με τ’όνομα Μικρό Αστέρι (Ρωξάνη), εκεί που αιώνες αναπαύεται μαζί με το μικρό διάδοχο Αλέξανδρο.To τραγούδι μιλούσε για την ταπείνωση, μιά λέξη που αντιμάχεται τη υπεροψία του ανθρώπου απέναντι στη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία , φυσικό αποτέλεσμα της έλλειψης αυτογνωσίας, μέτρου και σεβασμού.  Η ταπείνωση συχνή στους αιώνες, προστατευτικός μηχανισμός στην πτώση άσημων και διάσημων, ισχυρών και αδύναμων, δυστυχώς δεν επιλέγεται στις περισσότερες περιπτώσεις, το πάθημα δε γίνεται μάθημα.

 *

Πολλά βράδυα ο Ιούβας έλεγε:-Καλή μου, σύ που έχεις όμορφη ψυχή , πώς μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένη πλάι μου;

-Πολυχρονεμένε μου κύρη κι αφέντη της καρδιάς μου, παράπονο δεν έχει το μυαλό κι η καρδιά μου απο σένα. Τη μάνα νοσταλγώ, τ΄αδέλφια μου, τη γή της Αλεξάνδρειας και την Ελλάδα των προγόνων,του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου. Όχι λιγότερο θρηνώ τον πατέρα και  τ’αδέλφια μου που χάθηκαν απ’τη μανία του Οκταβιανού Ρωμαίου.

Τα δάκρυα της κάθε βράδυ πότιζαν το φοίνικα της Νουμιδίας, έφερναν θύμησες αλλά όχι βάλσαμο ή λύτρωση. Ο Ιούβας δέν άργησε να καταλάβει τη δυστυχία της Κλεοπάτρας Σελήνης Β΄. Για τούτο κάλεσε τούς καλύτερους γιατρούς, τούς μάγους της χώρας που, αφού παιδεύτηκαν πολύ χωρίς αποτέλεσμα, αποχώρησαν ζητώντας συγγνώμη από το βασιλιά και τη βασίλισσα. Τα δάκρυα όλο και γιγάντωναν το φοινικόδεντρο.

 *

Στόν έναστρο ουρανό της Σαρακίνας, δυό-τρία κύματα από πεφταστέρια διέκοψαν με φαντασμαγορία τη θαυμαστή γαλήνη του ουράνιου και του θαλασσινού ορίζοντα. Τα φώτα στα παραθαλάσσια ταβερνάκια έκλειναν ένα μετά το άλλο, πιο νωρίς από κάθε άλλη χρονιά, οι παραθεριστές λιγότεροι, τα χρέη περισσότερα. Τα γεγονότα ήρθαν εκεί που κανείς μας δε τα περίμενε, ήρθαν τα πάνω κάτω. Δουλειές χάθηκαν, περιουσίες εξανεμίστηκαν, καρδιές ράγισαν, ζωές αφανίστηκαν, όνειρα μαράθηκαν:

-Ωιμέ,μάνα μου…

Η ψιλή άμμος της ακτής φόρεσε τα νυχτιάτικα χρώματα, άρχισε να σκορπίζει την υγρή δροσιά της. Όλα ήταν ήσυχα, τα φώτα σβυστά, το νερό της  θάλασσας κεντούσε με δροσιά το όριο της αμμουδερής παραλίας, το φεγγάρι απομακρύνονταν στον ορίζοντα, το φώς της Ανατολής, άλλαζε σιγά-σιγά το χρώμα τ’ουρανού, τά μάτια έκλεισαν.

*

Παράδεισος, λέξη περσική, κήπος με περίφραξη, δανεισμένη στην ελληνική και την εβραική γλώσσες. Παράδεισος, ο αιώνιος Οίκος των αγαθών ψυχών που έδωσαν το νέκταρ της ζωής τους στους μικρόκοσμους των γήινων κοινωνιών. Η Κλεοπάτρα, πιά, αναπαύεται  μέχρι και σήμερα με το σύζυγό της στο Βασιλικό Μαυσωλείο της Μαυριτανίας.