Μικρή αναφορά στον ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Μικρή αναφορά στον ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

«Στο μαύρο Γολγοθά των Εθνικών Παθών,
θείε Άγγελε του τραγουδιού,
βόηθα να ανθίσει ο κρίνος των Ευαγγελισμών».

Κ. Παλαμάς,
Από τη συλλογή «Παράκαιρα κι Επίκαιρα».

Κωστης ΠαλαμάςΣυμπληρώθηκαν εφέτος (27-2-1943) εβδομήντα τέσσερα χρόνια από τον θάνατο του Κωστή Παλαμά. Προκαταβολικά θα σημειώσω ότι υπήρξε ηγετική μορφή ενός κινήματος που ανανέωσε την ποίηση και την πεζογραφία. Παραμένει πάντα επίκαιρος με όλες τις αντιφάσεις, τις μεταπτώσεις, τις  αναντιστοιχίες ή τις κάμψεις που έχει διαγράψει η μακρά και πλούσια πνευματική διαδρομή του. Αν δεν τη συνόδευαν και τέτοια στοιχεία και πλευρές, σκέπτομαι, ίσως η διαδρομή και το έργο του να είχαν μικρότερο ενδιαφέρον. Γεννήθηκε σαν σήμερα στα 1859 στην Πάτρα, καταγόμενος από μεσολογγίτικη γενιά, η οποία ανέδειξε εθνικούς αγωνιστές και πνευματικούς δημιουργούς..

Για τον πατριάρχη των Ελλήνων ποιητών, όπως πολύ εύστοχα τον χαρακτηρίζει ο αειθαλής καθηγητής και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (Από το βήμα της Ακαδημίας, ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ) έχουν γραφεί πολλά και σπουδαία από γραφίδες μελετητών με υψηλότατο κύρος και βαθιά γνώση του παλαμικού έργου.

(Ενδεικτική και μόνο παραπομπή σε: Τέλλο Άγρα, Ανδρέα Καραντώνη, Γιώργο Σεφέρη, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, Ευάγγελο Παπανούτσο, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Μάρκο Αυγέρη, Αιμίλιο Χουρμούζιο, Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, Εμμανοήλ Κριαρά, Νικηφόρο Βρεττάκο, κ.λπ.).

Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, ταπεινά και εν γνώσει των συνεπειών του εγχειρήματος, να διατυπώσω εδώ κάποιες δικές μου σκέψεις με την επίγνωση πάντα ότι δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας και ούτε αποπειρώμαι να ιδιοποιηθώ φιλολογικές αρμοδιότητες και δάφνες.

Ο Παλαμάς, λοιπόν, της πρώτης τουλάχιστον περιόδου (1890 – 1920), δεν είναι απλώς ένας μεγάλος ποιητής που σφράγισε, βαθιά και ανεξίτηλα, την (όχι μόνο) ελληνική ποίηση. Δίκαια και επάξια μπορεί να σταθεί δίπλα σε οικουμενικούς ποιητές όπως οι: Μαλαρμέ, Μπωντλαίρ, Ρεμπό, Ρίλκε κ.ά. Είναι αυτός που διέπλασε ποιητικό λόγο πρωτοποριακό, εγερτικό και προδρομικό για τους μετά από αυτόν ποιητές Σικελιανό, Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, υπογραμμίζει ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (όπου παραπάνω).

Δεν είναι μόνο ένας ανήσυχος και διεισδυτικός κριτικός που παρακολουθεί με αμείωτο και ειλικρινές ενδιαφέρον τα λογοτεχνικά πράγματα της εποχής του. Του οφείλουμε τη θέσπιση  της νεοελληνικής κριτικής και την αρτίωση του εξοπλισμού της, σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας (Ενδεχομένως, ΑΓΡΑ).

Ενδεικτική τού πώς αντιλαμβάνεται την κroilos-georgios-poets-parnassosριτική ο Παλαμάς είναι η ακόλουθη φράση:  «Μα πρώτ’ απ’ όλα ο κριτικός χρειάζεται να ’μπη μέσα στο έργο που ζητά να κρίνη» («Η ποιητική μου», Άπαντα» τόμος 10ος σελ. 426).

ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσιΔεν είναι ακόμη μόνο ένας φλογερός υπερασπιστής του δημοτικιστικού  κινήματος, σε παράλληλη και πολλές φορές διασταυρούμενη πορεία με τον Ψυχάρη. («Το θεωρώ έπαινό μου και το λογιάζω δόξα μου μαλλιαρός να κράζομαι. Και ο μαλλιαρισμός, το είπα και το ξαναλέω, είναι η αρετή μου», θα υπογραμμίσει με θέρμη και παρρησία στον «ΝΟΥΜΑ»  το 1911). Κατά τον Μάρκο Αυγέρη, «ο Παλαμάς είναι η Σύνοψη και η Ιερή Βίβλος του δημοτικισμού» (Έλληνες λογοτέχνες, ΙΚΑΡΟΣ, 1971).

Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει:

«…Θα πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να βρεθεί άνθρωπος που να έχει τέτοια εμπειρία της γλώσσας μας. Ο Παλαμάς την ήξερε ως πέρα, ως την πιο παράμερη γωνιά της, αρχαία, μεσαιωνική, ιδιωματική, σε κάθε της απόχρωση, σε κάθε της τόνο. Όχι δεν την ήξερε όπως οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς, την είχε μέσα του αυτή την τρομερή αρθρωτική δύναμη, αυτή την Αναδυόμενη. Από τον Παλαμά και πέρα, ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια, η διπλή ελληνική παράδοση ενώνεται σε μια γραμμή…» (Δοκιμές, τόμος Α΄ ΙΚΑΡΟΣ, 1981).

Είναι όλα αυτά μαζί λοιπόν σε αρμονική σύνθεση και ενότητα. Ποιητής, στοχαστής, εθνικός παιδαγωγός. «Καθολική συνείδηση» τον χαρακτηρίζει ο Ευάγγελος Μόσχος στο «Η μεταφυσική αγωνία στον Παλαμά» (ΠΑΠΑΔΗΜΑΣ, 1993), «και για τούτο διαμορφώθηκε σύντομα σε μια πολλαπλή ψυχή». Ενώ ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος σημειώνει: «…Ο Κ. Παλαμάς δεν είναι μόνο ο πλατύς ποιητής…προσπαθεί να ξέρει τα πάντα, να νιώθει τα πάντα, να γράψει τα πάντα. Κατέχει πολυμάθεια που ξαφνιάζει». (Τα πρόσωπα και τα κείμενα, ΑΕΤΟΣ, 1949).

Ο Παλαμάς, ως πνευματικός άνθρωπος, έχει βαθιά συναίσθηση ευθύνης. Γνωρίζει ότι η κοινωνία και η εποχή του έχουν πολλές και  μεγάλες  αξιώσεις και προσδοκίες από ανθρώπους σαν αυτόν. Η άρνηση ή η αδιαφορία επομένως εκ μέρους του απέναντι σε όσα συμβαίνουν ή χρειάζεται να γίνουν στην Ελλάδα που μόλις είχε βγει από μια μακρόχρονη και επώδυνη σκλαβιά, με πρώτιστο το γλωσσικό, ισοδυναμεί με λιποταξία και άγος.

Πιστεύει ο Παλαμάς ότι είναι επιφορτισμένος και τιμημένος με την αποστολή να εκφράζει αυθεντικά, ως εθνικός  ραψωδός, τα πεπραγμένα και τα πεπρωμένα του Ελληνισμού (Δεσποτόπουλος όπου παραπάνω). Βαθιά ανθρώπινος, θα  εκφράσει  την ευαισθησία και την αλληλεγγύη του προς τους δοκιμαζόμενους ανθρώπους στην εποχή του με τους ακόλουθους στίχους που δηλώνουν εντιμότητα αλλά και ένα αίσθημα ενοχής: Χειμώνας άγριος./ Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου./ Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.

Ας μη μας διαφεύγει όμως, ότι μια τέτοια αντίληψη και στάση απέναντι στα πράγματα, στην εποχή που έζησε και δημιούργησε ο Παλαμάς, ούτε κάτι συνηθισμένο ήταν αλλά ούτε και εύκολο. Κάθε άλλο μάλιστα. Ήθελε αρετή και τόλμη να αντιπαρατεθείς και να αναμετρηθείς με τον φονταμενταλιστικό λογιωτατισμό  εκείνης της περιόδου, που για να διατηρήσει τα κεκτημένα και τον έλεγχο στην εκαπίδευση και την κοινωνία γενικότερα, δεν δίσταζε να καταφύγει στη συκοφαντία, τη σπίλωση, ακόμη και στην ωμή βία(«Ευαγγελικά» 1901, «Ορεστειακά» 1903 κλπ.).

Και ο Παλαμάς, επειδή είχε και τόλμη και αρετή, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των αγώνων για γλωσσική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, στοιχεία αναγκαία και ικανά να στηρίξουν και να αναβαθμίσουν την εθνική μας φυσιογνωμία και υπόσταση. Με την επίγνωση, βέβαια, των δυσκολιών και των κινδύνων που συνόδευαν τέτοια διακυβεύματα. Η παύση του από τη θέση του Γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1911), που του επέβαλε το υπουργείο παιδείας ως ποινή για τους γλωσσικούς του αγώνες, ήταν ένα μέρος του τιμήματος που πλήρωσε γι’ αυτή του την επιλογή.

roilos-georgios-poets-parnassosΌπως εύστοχα  γράφει ο Νικηφόρος Βρεττάκος, (Επιστροφή στον Παλαμά, 40 χρόνια από τον θάνατό του, «Τετράδια Ευθύνης» 21) οι δύο πόλοι του Παλαμά από νωρίς έγιναν η γλώσσα και το έθνος. Κατά αντιστοιχία προς το σολωμικό δίπολο ελευθερία και γλώσσα. Και αυτό σε μιαν εποχή που οι περισσότεροι Έλληνες λόγιοι θέλουν να ξαναγυρίσουμε τουλάχιστο στη γλώσσα του Πλουτάρχου, ενώ αυτός που χρησιμοποιεί τη γλώσσα της μητέρας του αποκαλείται «μαλλιαρός», «άπατρις» και «άθεος». (Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί αυτοί θα χρησιμοποιηθούν αργότερα κατά κόρον για κάποιους άλλους επικατάρατους, το φρόνημα και η επιλογή των οποίων θα αποτελέσουν έγκλημα καθοσιώσεως, σε ένα τόπο, που κατά καιρούς, χαλεπούς και δίσεκτους, σαν τον Κρόνο τρώει τα παιδιά του).

Αν αργότερα (μετά το 1920) ο Παλαμάς γίνεται περισσότερο συμβιβαστικός και συντηρητικός, αφού όπως σημειώνει: «… ο δημοτικισμός, που με την παλιά μου την αγάπη τον αγαπώ, όμως τώρα με πολύ διαφορετικήν  από την πρώτη αντίληψη», αυτό λοιπόν καθόλου δεν σημαίνει ότι οι αγώνες  του για τη γλώσσα και την παιδεία, για την κοινωνική πρόοδο εντέλει, δεν τον καταξιώνουν και δεν απέδωσαν πλούσιους καρπούς. Είχαν πια δημιουργήσει (οι αγώνες αυτοί) ένα στέρεο υπέδαφος, καθώς και τα θεμέλια για να ολοκληρωθεί το πνευματικό οικοδόμημα της σύγχρονης Ελλάδας.

Η βαθμιαία μεταστροφή του, η οποία οφειλόταν κατά ένα μεγάλο μέρος και σε προσωπικά του προβλήματα (υγεία, οικονομική κατάσταση κ.λπ.), όπως προκύπτει μέσα από την ογκώδη αλληλογραφία του, δεν μπορούσε να αναιρέσει ή να μειώσει ό, τι προσέφερε μέχρι τότε. Τον αγώνα του, ωστόσο, δεν θα τον εγκαταλείψει στα επόμενα χρόνια της ζωής του, αλλά με άλλους ρυθμούς ή και προσανατολισμούς.

Κατά τον καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά, (Κωστής Παλαμάς, Ο αγωνιστής του Δημοτικισμού και η κάμψη του, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ),  η γενικότερη πίστη του Παλαμά στη δημοτική γλώσσα διατηρήθηκε μέχρι το τέλος.  Έστω με  «άλλην αντίληψη» πια, όπως εξομολογείται ο ίδιος ο Παλαμάς, αλλά με την ίδια πάντα αγάπη και αγωνία.

Με τη βαθιά σοφία και τον θερμό πατριωτισμό που τον διέκρινε, απευθυνόμενος στη νεολαία εν όψει της φασιστικής επίθεσης που δέχθηκε η Ελλάδα το 1940, θα συμβουλέψει και θα εμψυχώσει με τους εξής μνημειώδεις στίχους:

Αυτό κρατάει ανάλαφρο μέσ’ στην ανεμοζάλη/ το από του κόσμου  τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,/ αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,/ μεθύστε με τα’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα! (Από τη συλλογή «Πρόσωπα και μονόλογοι»)

κατ’ αναλογία προς το «ίτε, παίδες, Ελλήνων…» του Αισχύλου.

Το πλήθος κόσμου που αυθόρμητα συνέρευσε, στις  27-2-1943,  για να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία, εν μέσω ζοφερής και επώδυνης  κατοχής, επικύρωσε και σφράγισε την αναγωγή και την ανάδειξη του Παλαμά σε εθνικό σύμβολο, επειδή ακριβώς η κρίσιμη εκείνη στιγμή συμπύκνωνε,  συνόψιζε και ταυτιζόταν με μια μακρά διαδρομή προσφοράς και αγώνων για τα δίκαια του λαού και του έθνους.

Παλαμας κηδειαΜια απόδοση ελάχιστης τιμής ήταν σε έναν άνθρωπο που με το κολοσσιαίο έργο του, σε δύσκολους καιρούς, συντάχθηκε ανεπιφύλακτα και μοιράσθηκε  τους καημούς και τα οράματα του Ελληνισμού.  Για να μετατραπεί η κηδεία του σε πάνδημη διαμαρτυρία και κορυφαία αντιστασιακή εκδήλωση και ακόμα «διάτορη διεκδίκηση της εθνικής ελευθερίας»  κατά τον Κ. Δεσποτόπουλο, που συντάραξε ακόμη και τους κατακτητές.

Σε κείνο το σεπτό φέρετρο ακουμπούσε πραγματικά όλη η Ελλάδα, όπως επιγραμματικά βροντοφώναξε ο Σικελιανός. Στίχοι του δε, όπως:

ως που να σε λυπηθεί /της αγάπης ο Θεός /και να ξημερώσει μιαν αυγή /και να σε καλέσει ο λυτρωμός, από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου»,

απαγγέλλονταν σε πολλές αντιστασιακές συγκεντρώσεις, αναφέρει ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (όπου παραπάνω).

Ο Παλαμάς, εβδομήντα δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, είναι αναμφισβήτητα παρών, και σήμερα αλλά και στο μέλλον πιστεύω, ως  μια πνευματική φυσιογνωμία με διαχρονική διάσταση και δυναμική. (Όσοι σήμερα αγωνιούν ειλικρινά και αγωνίζονται για μια καλύτερη παιδεία στον τόπο μας, από οποιαδήποτε θέση, δεν έχουν παρά να σκύψουν με προσοχή στη ζωή και το έργο του Παλαμά. Θα έχουν να  διδαχθούν πολλά και σημαντικά. Μέσα στον στίχο του «τα σχολειά χτίστε» δεν περιέχεται απλώς η αγωνία του για μιαν αληθινή παιδεία, αλλά και ο στόχος και η προτεραιότητα που επιβάλλεται να τίθενται κάθε φορά με σταθερότητα και συνέπεια).

Δεν μπορείς να μιλήσεις κυριολεκτώντας για ποίηση, για γλώσσα και λογοτεχνική κριτική, για παιδεία, για γενικότερη πνευματική ανάταση, χωρίς η σκέψη σου να μην ανατρέξει σ’ αυτόν. Θα διασταυρωθείς αναγκαστικά μαζί του και θα συνομιλήσεις. Μπορείς βέβαια να τον κρίνεις, ίσως δε, αν έχεις το πνευματικό ανάστημα, και  να τον αμφισβητήσεις ακόμη, ποτέ όμως να τον αγνοήσεις.

Φυσικά, δεν τα είπε όλα ο Παλαμάς στην ποίηση και τη γλώσσα. Ούτε όσα είπε αποτελούν θέσφατα και ακλόνητες βεβαιότητες. Το έργο του επιδέχεται πολλαπλές προσεγγίσεις και κριτικές αποτιμήσεις. Είπε όμως εκείνα τα πράγματα και με τέτοιον τρόπο που ο αντίλαλός τους ηχεί αδιάκοπα και ευεργετικά σε κάθε ευήκοον ους. Όσο δε, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει ή να μειώσει τον Παλαμά, άλλο τόσο δεν μπορεί να τον προσεταιρισθεί και να τον εγκλωβίσει αυθαίρετα στον μικρόκοσμο ιδεολογικών ή άλλων σκοπιμοτήτων αντιμετωπίζοντάς τον με προκρούστεια  και ιδιοτελή μέτρα και σταθμά, γιατί έτσι θα τον αφυδατώσει και θα τον αδικήσει.

Ο Παλαμάς είναι, θα πρέπει αυτό να το υπογραμμίσουμε, εθνικός και συγχρόνως οικουμενικός ποιητής. Γι’ αυτό, είναι τουλάχιστον ανιστόρητοι και ανευλαβείς αυτοί που, υπό την επήρεια του μεταμοντέρνου οίστρου που τείνει να κατακλύσει σχεδόν τα πάντα στην σύγχρονη κοινωνική μας ζωή, χωρίς περίσκεψη και επίγνωση,  έσπευσαν να τον τοποθετήσουν στο μουσείο ή, ακόμη χειρότερα, έχουν αυθεντικά αποφανθεί ότι ο Παλαμάς είναι πια παρωχημένος και πνευματικά νεκρός.

Όσοι δε, τον είχαν αρνηθεί στο παρελθόν (Ιωάννης Αποστολάκης, Φώτος Πολίτης, Πάνος Καραβίας) όχι μόνο δεν έπεισαν με τα όσα είπαν  για τον Παλαμά, αλλά οι ίδιοι φέρουν εσαεί το στίγμα, αν όχι της κακοπιστίας, οπωσδήποτε όμως μιας ατεκμηρίωτης και  άδικης κρίσης.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ τη γνώμη του ποιητή και κριτικού Τάκη Παπατσώνη, ο οποίος, ενώ εξομολογείται ότι ποτέ δεν τον συγκίνησε η ποίηση του Παλαμά, εν τούτοις, για την «ιερατική μορφή του Παλαμά», γράφει, «έχουμε  χρέος να αισθανόμαστε αιώνια ευγνωμοσύνη που φορτώθηκε θεληματικά και συνειδητά όλο το βάρος  και το μόχθο, για να καλύψει, όσο ήταν δυνατό σε άνθρωπο, το φοβερό κενό που αφήκαν τέσσερις αιώνες  σκοταδιού, σκλαβιάς και καθυστέρησης…» και αλλού «… Δεν μου ήταν ανεκτό να βλέπω από καθιερωμένα επίσημα στόματα να προπηλακίζεται ο Παλαμάς, να περιφρονείται το μεγαλείο του Παπαδιαμάντη, που κατά τη γνώμη μου αποτελούν τους δύο πόλους των κατευθύνσεων που καλούμεθα να φέρομε σε τελείωση».

Εν κατακλείδι:

Πνευματικά αναστήματα σαν τον Παλαμά (ή τον Κοραή και  τον  Σολωμό) είναι όλη μας η περιουσία. Και η αρετή  και η δόξα, θα συμπλήρωνα τελειώνοντας και παραφράζοντας αυτό που είχε διακηρύξει ο ποιητής για τη δημοτική γλώσσα.

 

ΥΓ. Μόλις είχα τελειώσει αυτό το κείμενο έμαθα ότι πέθανε σήμερα τα ξημερώματα ο σπουδαίος ποιητής Γιάννης Κοντός μετά από μακρά παραμονή σε νοσοκομείο.

 ΝΙΚΟΣ ΕΠΑΜ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ

(nicfalag@yahoo.gr)

21/01/2015