Μνήμη ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Μνήμη ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ
Ό, τι ακούω με το δεξί μου αυτί
    με μάτι αριστερό το βλέπω κι ό, τι
              κι αν καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί
          οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι.
(Οργή Λαού, ΚΕΔΡΟΣ)

Βάρναλης-Κώστας Στις 16 Δεκεμβρίου 2014 έκλεισαν σαράντα χρόνια από την εκδημία, του ποιητή «της πανανθρώπινης φιλιάς» Κώστα Βάρναλη. Έσβησε στο Νοσοκομείο ύστερα από μια βαθιά συγκίνηση με το  μετάλλιο που του απένειμε η Ένωση Συντακτών την προηγούμενη ημέρα σε τιμητική εκδήλωση – φιλολογική γιορτή, που οργάνωσε  μαζί με τον πνευματικό κόσμο σε κεντρικό θέατρο της Αθήνας, ενώ ακόμη αντηχούσαν οι ιαχές και οι πανηγυρισμοί του αθηναϊκού λαού για την αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών.

«…Μέσα σ’ αυτή τη λάμψη της πικραμένης και απαγορευμένης από ένα εθνοκτόνο κατεστημένο ζωής του, δοξολογημένος απ’ το λαό του, προπέμφθηκε από μια ανθρωποθάλασσα που χρόνια είχε να τη δει η Αθήνα ύστερα από την κηδεία του Παλαμά και του Παπανδρέου, και σηκωμένος από τα Νιάτα μέσα σε δάσος από στεφάνια και πλακάτ πέρασε στα Ηλύσια της αθανασίας, συγκάθεδρος του Σολωμού, του Παλαμά, του Μακρυγιάννη και του Γληνού…Η ζωή του, το έργο του, οι αγώνες του, η κληρονομιά του, που θ’ απασχολούν αιώνες τη μελέτη και έρευνα, υψώνονται μέσα στο χρόνο ανεκτίμητη εθνοπαιδευτική πηγή των γενεών…»,

θα γράψει ο Γιώργος Βαλέτας (ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, Ο άνθρωπος – Ο  ποιητής – Ο πεζογράφος – Ο  θεωρητικός, Χριστούγεννα 1975).

(Ας σημειωθεί ότι το αφιέρωμα του εν λόγω περιοδικού στον Κώστα Βάρναλη έχει διπλή αξία: πρώτον, γράφουν γι’ αυτόν οι αξιολογότερες γραφίδες του πνευματικού μας κόσμου, επιχειρώντας μια σφαιρική και εις βάθος αναφορά και αποτίμηση του ανθρώπου και του έργου του και δεύτερον, μια τέτοια κίνηση, τολμηρή, επαινετή και σπουδαία ως πνευματικό γεγονός, δεν ήταν και τόσο αυτονόητη εν όψει του τότε γενικότερου  προσανατολισμού του περιοδικού).  

 Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το έτος 1883, κατ’ άλλους το 1884, στον Πύργο της Βουλγαρίας, το σημερινό Μπουργκάς, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, σ’ ένα κλειστό περιβάλλον της εκεί ελληνικής παροικίας. Ο πατέρας του λεγόταν Γιάννης και καταγόταν από την πόλη Βάρνα από όπου πήρε το επώνυμο Βάρναλης και ασκούσε το επάγγελμα του τσαγκάρη. Η μητέρα του λεγόταν Ελισσάβετ, ο ίδιος την αποκαλούσε Αλισάφα, η οποία, μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του, το 1887, έγινε το βασικό στήριγμα της οικογένειας. Την υπεραγαπούσε και απ’ αυτήν εμπνεύσθηκε τη «Μάννα του Χριστού» και τους «Πόνους της Παναγιάς» (Γ. Βαλέτας, στο ίδιο).

barnalis   Το 1902 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία. Στον νέο τόπο που βρέθηκε, θα συναντήσει ένα καταθλιπτικό κλίμα που θα τον εκπλήξει και θα τον απογοητεύσει. Την Αθήνα της πνευματικής  αναγέννησης και της προγονικής δόξας οραματιζόταν ο Βάρναλης, όμως βρέθηκε ξαφνικά μέσα στο ζοφερό κλίμα που τροφοδοτούσε ο γλωσσικός και θρησκευτικός φανατισμός των αρχών του εικοστού αιώνα. (Στέλιος Γεράνης, Κώστας Βάρναλης, σάτιρα, ποίηση και σοφία, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1985).

Την ελληνική πολιτικο – κοινωνική ζωή, την επαύριον της ταπεινωτικής ήττας στον πόλεμο του 1897,  κατά κύριο λόγο χαρακτηρίζουν φαύλος κομματικός παρασιτισμός, στείρος λογιωτατισμός, μισαλλοδοξία και σκοταδισμός που ενίοτε συμπαρασύρουν στη φοβερή δίνη τους ακόμη και τους φοιτητές, όπως όταν μαζί  με τον  έξαλλο όχλο, επιτίθενται για να ματαιώσουν τις παραστάσεις της μεταφρασμένης στη δημοτική «Ορέστειας» του Αισχύλου στο Εθνικό Θέατρο («Τα Ορεστειακά», 8 Νοέμβρη 1902).

Όλα αυτά, πέρα από τη διάψευση και την απογοήτευση που δοκιμάζει ο Κώστας Βάρναλης,  θα τον προβληματίσουν σοβαρά  και  θα στραφεί προς τη μελέτη και την ποίηση. Θα γνωρισθεί, εξάλλου, με τον πατριάρχη των ελληνικών γραμμάτων Κωστή Παλαμά, ο οποίος βλέποντας τα πρώτα ποιητικά του δείγματα θα τον ενθαρρύνει να συνεχίσει. Αλλά η μεγάλη υπέρβαση και ανατροπή στον ψυχικο – ιδεολογικό κόσμο του Βάρναλη θα συντελεσθεί στο Παρίσι όπου μετεκπαιδεύεται ως δημοδιδάσκαλος. Εκεί έρχεται σε επαφή και συνδιαλέγεται με την κορυφή της γαλλικής διανόησης – επιγόνους του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, όπως τους: Αντρέ Ζιντ, Ρομαίν Ρολάν, Ανρί Μπαρμπύς κ. ά., καθώς και με τις ρηξικέλευθες θεωρίες του Κ. Μαρξ που ευαγγελίζονταν την απελευθέρωση του ανθρώπου από την κοινωνική αδικία και τον πόλεμο.  Η λήξη του Α΄ παγκόσμιου πολέμου συνοδευόμενη από τις ευχές και τις ελπίδες των καθημαγμένων ευρωπαϊκών λαών για «ποτέ πια πόλεμος», μαζί με τα οράματα της Οκτωβριανής Επανάστασης που εκθεμελίωνε τα κάστρα της τσαρικής δεσποτείας στην αχανή Ρωσία,  θα σηματοδοτήσουν  και θα κατευθύνουν σταθερά την μετέπειτα ιδεολογική και πνευματική πορεία του Βάρναλη.

Η  Έλλη Αλεξίου γράφει: «Ο Βάρναλης άφησε λεύτερο το ταλέντο του να εκδηλωθεί τέτοιο που ήταν. Δεν είναι πια ο υμνητής των ιδεών, είναι μαχητής και κοινωνικός διεγέρτης…είχε ανακαλύψει επιτέλους  μέσα στις πολυποίκιλες ικανότητες της ευνοημένης τόσο διανοητικής του σύστασης, την προεξάρχουσα: Το σαρκασμό, τη σάτιρα, την παρρησία, την ειρωνεία, τον εξοντωτικό χλευασμό της υποκρισίας και της άθλιας διαστρέβλωσης της αλήθειας, για τα συμφέροντα των ισχυρών» (ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1975).

Στο ίδιο αυτό τεύχος του περιοδικού, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος θα σημειώσει: «Είταν ένας ποιητής και πεζογράφος με στερεότητα και δύναμη. Τόσο η ποίησή του όσο και η πεζογραφία του ξεκινούν από ψηλά κεφαλάρια. Για να τ’ ανακαλύψει ήρθε σιμά στο λαό. Ένοιωσε την κακοδαιμονία του, το πάθος του και τον απελπισμό του κι έπεσε ανάμεσά του σύμμαχος λυτρωτής. Οι στίχοι του δεν αγαπούν τα πρόσκαιρα καλλωπίσματα, δεν κρέμονται στον αέρα, είναι στίχοι αποφασιστικοί».

Ενώ ο Θεόδωρος Ξύδης, επίσης στο ίδιο τεύχος  του περιοδικού γράφει: «…Ο Βάρναλης έχοντας σταθερές πεποιθήσεις και ανήκοντας σε ορισμένη ιδεολογία, αναμόχλευε τα λογής προβλήματα με άκρα αντικειμενικότητα, έβρισκε κάθε φορά τον σωστό τόνο, εφάρμοζε σε όλα το μέτρο, ασπαζόταν γνώμες όχι μόνο των ομοϊδεατών του αλλά και των αντίθετων, όταν τις θεωρούσε πειστικές…κανένα κείμενο του Βάρναλη δεν είναι πρόχειρο κι ανοργάνωτο».

Βαρναλης ΕπίγραμμαΟι κατοπινές πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις (Μικρασιατική Καταστροφή, στρατιωτικά κινήματα κ.λπ.) με την ανάπτυξη του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς,  θα διαμορφώσουν και θα παγιώσουν την ιδεολογική και πνευματική του συγκρότηση και φυσιογνωμία.

«Εμποτισμένος βαθύτατα από τα νέα κοινωνικά ιδεώδη θα παραμείνει σε όλη του τη ζωή ένας ακατάβλητος μαχητής στις προφυλακές του ανθρωπισμού και η ποίησή του ουσιαστική, κρυστάλλινη θα πλουτίζεται όλο και πιο πολύ με περισσότερο ανθρώπινους τόνους και τρυφερότερες φωνές», κατά τον Ηλία Σιμόπουλο(Επαφές και προσεγγίσεις, ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, 1981), ο οποίος  συνεχίζει: «…Παίρνοντας τα μεγάλα σύμβολα της ιστορίας τον Προμηθέα, τον Χριστό και τον Σωκράτη, τα φέρνει κοντά μας, τα βάνει να μας μιλήσουν με τη δική μας γλώσσα, να μας βεβαιώσουν πως  για τη δική μας ευτυχία ο ένας μαρτύρησε στον Καύκασο, ο άλλος σταυρώθηκε στο Γολγοθά και ο τρίτος ήπιε το κώνειο. Και τούτος πρέπει  να ομολογήσουμε ήταν ίσως ο καλύτερος ποιητικός τρόπος, αν όχι ο μοναδικός για να μας κάνει τόσο φανερές, αυτές τις μεγάλες αλήθειες της ζωής. Τις αλήθειες, που από καταβολής κόσμου παραμένουν οι ίδιες,  μα που ποτέ δεν έπαψαν να παραβιάζονται από τους εκάστοτε ισχυρούς της γης.» (στο ίδιο).

Η ένταξή του στην Αριστερά φυσικά θα ανταμειφθεί με ποικίλες διώξεις και κατατρεγμούς, όπως, για κάποιες δεκαετίες, σ’ αυτόν τον τόπο όριζε η μοίρα ενός ολόκληρου κόσμου (του αριστερού), στιγματισμένου και αποσυνάγωγου.  Είχε δε την τύχη να βιώσει όλες τιςαντιδημοκρατικές εκτροπές και  τις μεγάλες περιπέτειες της πατρίδας μας,  και μόλις που πρόλαβε την πτώση της μισητής δικτατορίας και τη μεταπολίτευση του 1974, η οποία  προδιέγραψε μια νέα πορεία και προοπτική για την Ελλάδα.

Υπήρξε προικισμένος ποιητής, πεζογράφος και  κριτικός ο Κώστας Βάρναλης, λάτρης και τεχνίτης της δημοτικής γλώσσας και φυσικά συνεπής πρόμαχος της αριστερής ιδεολογίας, η οποία σαν κόκκινη κλωστή διαπερνά τη ζωή και το έργο του. Με μιαν όμως ειδοποιό διαφορά, την οποία οφείλουμε να διακρίνουμε και να υπογραμμίσουμε αποτιμώντας με τρόπο δίκαιο το πλούσιο και πολυσχιδές έργο του.

Ο, σύμφωνα με τον Βύρωνα  Λεοντάρη (Η ποίηση της ήττας, ΕΡΑΣΜΟΣ, 1983), «πιο προχωρημένος ιδεολογικά Έλληνας ποιητής» Βάρναλης  ούτε πολιτικός ρήτορας και καθοδηγητής υπήρξε, βέβαια, αλλά ούτε  και υπηρέτης μιας άχρωμης και δήθεν ουδέτερης τέχνης. Τέτοιες στενές και στεγνές προσεγγίσεις και αξιολογήσεις φτωχαίνουν το έργο του και τον αδικούν ως πνευματική οντότητα.  Άρτια εξοπλισμένος με εκπληκτικήν  αρχαιομάθεια, γενικότερη παιδεία και λυρική φλέβα, συγχρόνως δε,  κοινωνικό-πολιτικά συνειδητοποιημένος και ευαισθητοποιημένος, κατόρθωσε να εναρμονίσει την πολιτική και κοσμοθεωρητική του στάση με την τέχνη, πράγμα που για να το κατορθώσει κάποιος και να το διατηρήσει για πάνω από πενήντα χρόνια έντονης πνευματικής παρουσίας, απαιτεί βαθιά καλλιέργεια και ανοιχτή σκέψη.

Ακόμη και «οι ελάχιστοι αρνητές του, όπως ο Ανδρέας Καραντώνης», αναφέρει (όπου παραπάνω) ο Στέλιος Γεράνης, «που τους ενοχλούσε η αμετακίνητη ιδεολογία του, θα γράψουν πως ο Βάρναλης «είξερε την ποίηση, αλλά περιφρονούσε την αλήθεια της ζωής».

Αλλά ποια αλήθεια της ζωής περιφρονούσε ο Βάρναλης;», διερωτάται κανείς εύλογα μαζί με τον  συγγραφέα, όταν  σε όλη του τη ζωή και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, με ανιδιοτέλεια και συνέπεια, την αλήθεια και την τέχνη υπηρέτησε; Ωστόσο η προκατάληψη, τα στερεότυπα και οι ιδεολογικές εμμονές οδηγούν ακόμη και αξιόλογους κριτικούς σε μονόπλευρες και εν τέλει άδικες κρίσεις. Κατά τον Παντελή Μπουκάλα (Ενδεχομένως, Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου, ΑΓΡΑ, 1996), «Εν αντιθέσει με πολλές σελίδες του «επικαιρικού» Ρίτσου, στην περίπτωση του Βάρναλη η ποιητικότητα δεν είναι εξωτερική παράμετρος, δεν είναι ύστερο επίθεμα, η δε μορφή δεν είναι ντύμα που απλώς δανείζει την αίγλη του».

βαρναλης-7Ο δε Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εξάλλου,  σημειώνει: «Ο μαρξισμός του Βάρναλη δεν βγαίνει από τα ινστιτούτα φιλοσοφίας της ΕΣΣΔ ούτε από τα πανεπιστήμια της Δύσης αλλά από τις έσχατες συνέπειες της εγελιανής αριστεράς, δηλαδή από τον ίδιο τον Μαρξ- και όχι απλώς από τον καθιερωμένο Μαρξ αλλά από τον απωθημένο Μαρξ του Φόυερμπαχ…και δεν έχει καμία σχέση με τα λαϊκίστικα προσχήματα που σκαρώνει μια «αριστερίζουσα» θεολογία ή μια θεολογίζουσα αριστερά…»(περ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, τεύχος 15 Ιούλιος 1978).

Ενώ ο Κλέων Παράσχος (ΑΥΓΗ, 9-12-1956)γράφει: « Λίγοι λογοτέχνες, απ’ εκείνους που έθεσαν την τέχνη στην υπηρεσία μιας ιδεολογίας, συνταίριαξαν τόσο αρμονικά τέχνη και ιδεολογία, όσο ο Βάρναλης. Τον καλλιτέχνη, σε ό,τι γράφει, δεν τον ξεχνά ούτε στιγμή ο Βάρναλης, όχι μόνο γιατί έχει ισχυρότατο καλλιτεχνικό ένστικτο, αλλά και γιατί ξέρει, όπως το έγραψε κάποτε σε μια μελέτη του για τον Βαλαωρίτη, ότι ηθικά δεν μπορεί να ενεργήσει ένα καλλιτέχνημα αν δεν ενεργήσει αισθητικά, ότι η τέχνη και η ηθική στον αληθινό καλλιτέχνη μαζί γεννιούνται και μαζί πορεύονται πάντα».

Στιγματίζει και οικτίρει ο Βάρναλης τους καιροσκόπους και τους δουλόφρονες όλων των καταστάσεων και των εποχών με τον ευθύβολο αποφθεγματικό του στίχο: «Φρόνιμα και ταχτικά πάει με κείνον που νικά» (Ελεύθερος Κόσμος, ΚΕΔΡΟΣ). Είναι ακλόνητη πεποίθησή του, ότι ο άνθρωπος που στη ζωή του δεν έχει σταθερές αρχές και αξίες, οράματα και στόχους και δεν είναι αποφασισμένος, ακόμα και με θυσίες, να τα υπερασπισθεί αυτά,  μοιάζει με τους μοιραίους που στο ομότιτλο ποίημά του (μάταια)  προσμένουν, ίσως, κάποιο θάμα για να σωθούν.

Τίθεται, βέβαια, μετά από όλα αυτά, επιτακτικό το ερώτημα: σαράντα χρόνια από τον θάνατό του, πόσο επίκαιρος και ενδιαφέρων μπορεί να είναι σήμερα ο Κώστας Βάρναλης, μετά και την κατάρρευση του λεγόμενου (αν – )υπαρκτού σοσιαλισμού. Παρωχημένος θα μας απαντήσουν χωρίς δισταγμό και δεύτερη σκέψη οι μεταμοντέρνοι,  καθώς και οι κάθε απόχρωσης αρνητές του (εαυτών και αλλήλων) αριστερού  παρελθόντος με ό, τι αυτό σηματοδοτεί και κομίζει στο διαχρονικό πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό μας γίγνεσθαι. Άλλοι δε, ίσως, με κάποια (δήθεν) συγκατάβαση, θα αποδεχθούν μερικά στοιχεία από το έργο του.  Παρ’ όλα αυτά, ένα είναι δεδομένο και παραδεκτό στους ευρύτερους λογοτεχνικούς κύκλους: ο Βάρναλης ανήκει στους λογοτέχνες που η εν γένει πνευματική τους παρουσία  υπερβαίνει την εποχή στην οποία έζησαν και δημιούργησαν.

Το έργο του έχει ακατάλυτη δύναμη, ένταση, γοητεία και συγχρόνως κρίσιμες αναλογίες και αντιστοιχίες και στις σημερινές συνθήκες. Έργα όπως:  «Οι μοιραίοι»,  «Σκλάβοι πολιορκημένοι»«Το φως που καίει», «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη», μοιάζουν σαν να έχουν γραφεί μόλις χθες, αν αναλογισθούμε τι διαδραματίζεται γύρω μας και πού οδεύει ο κόσμος μας παρά τα όσα έχουν επιτευχθεί. Οι ακόλουθοι στίχοι που εντελώς

ενδεικτικά παραθέτουμε δεν ξεχειλίζουν μόνο από λυρισμό και ομορφιά αλλά και από σοφία και αλήθεια:

«Εγώ είμαι η τέχνη που νικώ – την ύλη με το ιδανικό»,
    «Μέσα στο λόγο το δικό μου – όλ’ η ανθρωπότητα πονεί».
(Από  «Το φως που καίει»),
 
          Όλα εδώ χάμου ψέφτικα.
          Δε σ’ έζησα, ονειρεύτηκα
       μάβρη ζωή, όλη πίκρα.
            Μα θα χαρώ σε Λεφτεριά
                αιώνια Αλήθεια κι Ομορφιά
          σαν θα περάσω Αντίκρα.
(…)
          Άμποτε λίγο να δυνόμουν
                       για μια στιγμή να τρελαινόμουν,
                                                      ο σαλεμένος νους
             και τα κλεισμένα τσίνορα
            να μην ξαμώνουν σύνορα
                                                      και  χώριους ουρανούς!
 
                Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα
     τον αδερφό μου ξένο
                    και τον οχτρό μου αδέρφι μου
        τ’ άδίκου σκοτωμένο».
(Από το «Σκλάβοι πολιορκημένοι»),
 
                                          «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα να μη χορταίνω
απ’ το βουνό ψηλά
                                                  στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
                           απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά…»
(Από «Το φως που καίει»).  

         httpv://www.youtube.com/watch?v=v018Oz-brfU

Κρίνω σκόπιμο να ολοκληρώσω αυτή την αναφορά μου στον άνθρωπο και πνευματικό δημιουργό Κώστα Βάρναλη, με την παράθεση ενός μικρού αλλά χαρακτηριστικού αποσπάσματος από το κείμενο του Τίμου Μαλάνου στο τεύχος της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ του 1975,  το οποίο θεωρώ καταλυτικό και αναμφισβήτητα δίνει επαρκή και πειστική απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε παραπάνω:

«…Σήμερα ο Βάρναλης θεωρείται μια συνείδηση άγρυπνη, που ζει τις ανησυχίες ενός μεγάλου ιδανικού καλύτερων ημερών. Με δυο λόγια, είναι ο διανοητής που έχει συνειδητοποιημένο μέσα του έναν κοινωνικό σκοπό. Αλλά τον σκοπό αυτόν, που ανάλαβε να τον εξυπηρετήσει αποκλειστικά, γυρίζοντας θελητά την πλάτη σε κάθε αλλότρια έμπνευση, τον εξυπηρετεί τουλάχιστον χωρίς να θυσιάζει την ποιότητα της τέχνης του. Η ποίησή του δεν κατεβαίνει στον φτηνό, τον  εύκολο προσηλυτισμό. Όπως και η παλαιότερη φωνή της, έτσι και η καινούργια της βγαίνει  μέσα από ένα αριστοτεχνικά παιγμένο όργανο… Ο Βάρναλης δεν παύει ούτε στιγμή να είναι ο αξιολογότατος τεχνίτης που ζητάει με μόχθο την τελειότητα, ξέροντας πως ένας λογοτέχνης, τελικά, ίσως να μην δικαιώνεται, παρά μόνο με την επιδίωξη της διάρκειας. Οι ανθρωπιστικές προθέσεις μόνες θα μπορούσαν να σώσουν μια ψυχή, δεν σώζουν ποτέ, ή σχεδόν ποτέ, ένα ποιητικό έργο και, γενικώτερα, ένα έργο τέχνης…».

 ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)
 18/12/2014