Μύθοι και πραγματικότητες

Μύθοι και πραγματικότητες

Η ανάπτυξη της ελεύθερης οικονομίας οδηγεί στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών!

Ιδού ο κυριότερος «μύθος» της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Του Γιάννη Χουβαρδά
Πολιτικού Επιστήμονα

Πράγματι η οικονομική ανάπτυξη αυξάνει τον πλούτο της κοινωνίας. Ωστόσο ο πλούτος είναι κυρίως προϊόν της δραστηριότητας των μεγάλων μετοχικών εταιρειών. Άρα ανήκει σε αυτές. Παράλληλα οι μετοχικές εταιρείες ανήκουν σε ελάχιστους μεγαλομετόχους. Ως εκ τούτου το συντριπτικό κομμάτι του πλούτου αποτελεί δική τους ιδιοκτησία, ενώ ένα πολύ μικρότερο μέρος ανήκει στον υπόλοιπο πληθυσμό. Ταυτόχρονα η οικονομική ανάπτυξη διευρύνει τις εισοδηματικές ανισότητες.

Καθώς ο πλούτος διογκώνεται συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια, ενώ το κομμάτι που περισσεύει για τους πολλούς, παρότι αυξάνεται, καταλαμβάνει μικρότερο μέρος της συνολικής πίτας.

Την ίδια στιγμή οι ατομικές ανάγκες των ανθρώπων διαμορφώνονται από το συνολικό πλούτο της κοινωνίας και όχι από το ατομικό τους εισόδημα. Π.χ. Οι ανάγκες στον τομέα της υγείας καθορίζονται από το επίπεδο ανάπτυξης των υγειονομικών υπηρεσιών και όχι από την ικανότητα των ανθρώπων να απολαμβάνουν αυτές τις υπηρεσίες. Συνακόλουθα η αύξηση του πλούτου διευρύνει τις ανάγκες όλων των ανθρώπων. Ωστόσο η κάλυψη των ατομικών αναγκών προϋποθέτει ένα ελάχιστο ατομικό εισόδημα. Αυτό το εισόδημα λείπει από την πλειοψηφία της κοινωνίας εξαιτίας της άνισης κατανομής του πλούτου.

Π.χ Το 2015 το 91,9% του πληθυσμού κατείχε μόλις το 15,4% του συνολικού πλούτου1. Έτσι οι οικονομικά ασθενέστεροι βλέπουν τις ανάγκες τους να μεγεθύνονται σε υπέρτερο βαθμό απ’ ότι το εισόδημα τους.

Τελικά η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη ακυρώνει και δε διασφαλίζει τη δυνατότητα των πολλών να ικανοποιούν τις ανάγκες τους.

Ένας άλλος «μύθος» της εποχής ακούει στο όνομα αειφόρος ανάπτυξη.

Σύμφωνα με αυτόν η κερδοσκοπική δραστηριότητα των μεγάλων μετοχικών εταιρειών μπορεί να μεγιστοποιεί ασταμάτητα τον κοινωνικό πλούτο.

Συνεπώς η ευημερία της κοινωνίας εξαρτάται από την ικανότητα των κυβερνήσεων να αυξάνουν τις επενδύσεις τέτοιων εταιριών. Αυτό το στόχο έχουν όλα τα κυβερνητικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα.

Η υλοποίηση τους προκαλεί τη μείωση του εργασιακού κόστους, αφού οι μισθοί και τα ασφαλιστικά δικαιώματα αυξάνονται όλο και πιο δυσανάλογα σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας. Επιπλέον περιορίζει τις κρατικές δαπάνες, διευκολύνοντας τη μείωση της φορολογίας στους επενδυτές. Πρόσθετα εντατικοποιεί τη στήριξη των επενδύσεων με κρατικό χρήμα.

Π.χ Συμπράξεις δημόσιου – ιδιωτικού τομέα, κρατικές επιδοτήσεις, χαμηλότοκα κρατικά δάνεια κ.α. Παράλληλα διευρύνει τα πεδία επενδυτικής δραστηριότητας, μέσω της ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης μιας σειράς κοινωνικών υπηρεσιών και παραγωγικών κλάδων.

Τέλος διευκολύνει τη συμμέτοχή τους σε διακρατικούς οργανισμούς, εξασφαλίζοντας στις εταιρίες οφέλη από την εισροή ξένων επενδύσεων, νέες αγορές, καταλληλότερο εργατικό δυναμικό, πρώτες ύλες και εμπορεύματα.

Το αποτέλεσμα είναι να πιέζονται οι εργάτες, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι μικροκαλλιεργητές και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες.

Οι εργάτες ζορίζονται από την πτώση του εργασιακού κόστους και την αύξηση της προσφοράς φτηνής εργασίας που προκαλεί η εισαγωγή εργατών.

Οι αυτοαπασχολούμενοι, οι μικροκαλλιεργητές και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες πνίγονται στον ανταγωνισμό με τις μεγάλες μετοχικές εταιρίες, οι οποίες απολαμβάνουν πλήθος φορολογικών και χρηματοδοτικών προνομίων.

Αντίστοιχα τα εμπορεύματα τους δε μπορούν να ανταγωνιστούν τα φτηνότερα εισαγόμενα εμπορεύματα. Τέλος όλοι επωμίζονται το κόστος της συρρίκνωσης των κρατικών παροχών και της εμπορευματοποίησης μιας σειράς αγαθών και υπηρεσιών.

Από την άλλη μεριά τα κέρδη των εταιρειών μεγαλώνουν.

Συνακόλουθα η υψηλή κερδοφορία ανοίγει την όρεξη για επιπλέον επενδύσεις και πρόσθετα κέρδη. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ο πλούτος αυξάνεται τυφλά και άναρχα.

Συνεπώς κάθε αύξηση του πλούτου υποσκάπτει την ικανότητα της πλειοψηφίας του πληθυσμού να τον καταναλώνει. Η οικονομική «υπερθέρμανση» δεν αργεί να εμφανιστεί.

Ο τραπεζικός δανεισμός δίνει μια πρόσκαιρη ανάσα στην οικονομία. Ωστόσο και οι τράπεζες θα μετατραπούν σύντομα σε κομμάτι του προβλήματος. Το ίδιο θα πάθουν και τα κράτη που θα τρέξουν να κρατικοποιήσουν τις ζημιές τους. Η διάσωση των τραπεζών θα οδηγήσει σε αύξηση του δημοσίου χρέος.

Από ένα σημείο και έπειτα ο πλούτος είναι αδύνατο να καταναλωθεί.

Τα εμπορεύματα μένουν απούλητα. Ως εκ τούτου οι επενδύσεις δεν αποδίδουν κέρδη άλλα ζημιές. Μόνο όμως το κέρδος αποτελεί κίνητρο για επενδύσεις. Εφόσον η προοπτική γι’ αυτό έχει ατονήσει ατονεί και η επενδυτική δραστηριότητα. Έτσι το χρήμα αποσύρεται από την αγορά για να προστατευτεί στα θησαυροφυλάκια και τα κεφάλαια λιμνάζουν αναξιοποίητα.

Η κρίση είναι γεγονός.

Στη διάρκεια της κρίσης οι μεγάλες μετοχικές εταιρείες περιορίζουν τις εργασίες τους, κλείνουν μονάδες, απολύουν εργαζομένους, μειώνουν μισθούς. Οι πιο αδύναμες από αυτές χρεοκοπούν. Χειρότερα είναι τα πράγματα για τους αυτοαπασχολούμενους και τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, οι οποίοι βάζουν μαζικά «λουκέτο» στις επιχειρήσεις τους.

Τέλος τα υπερχρεωμένα κράτη χρεοκοπούν. Η εναλλακτική τους είναι να καταφύγουν στο δανεισμό από διακρατικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή απευθείας από άλλα κράτη, εκχωρώντας ως αντάλλαγμα πρόσθετο μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας. Ωστόσο και αυτή η εναλλακτική είναι επισφαλής.

Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος η κρίση να χτυπήσει και τα κράτη πιστωτές, αδυνατίζοντας την ικανότητα τους να δανείζουν τρίτες χώρες ή να μετέχουν ενεργά σε διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Το αποτέλεσμα της κρίσης είναι η μείωση του συνολικού πλούτου. Το μάρμαρο το πληρώνουν και πάλι η μη προνομιούχοι. Αυτοί βλέπουν το εισόδημα τους να κατρακυλά. Ως επακόλουθο ανάγκες που πρωτύτερα καλυπτόταν σήμερα δεν ικανοποιούνται. Η ίδια η ύπαρξη τους αμφισβητείται. Παράλληλα και κάποιοι ισχυροί θα καταστραφούν. Ωστόσο αυτοί που θα επιβιώσουν θα καταλάβουν και το κενό που άφησαν όσοι καταστράφηκαν. Η συγκέντρωση του πλούτου θα επιταχυνθεί.

Για το τέλος αφήσαμε το «μύθο» που λέει ότι οι επενδύσεις διασφαλίζουν την ειρήνη.

Είναι γεγονός ότι όσο αυξάνονται τα κέρδη των εταιρειών ενισχύεται και η συνεργασία ανάμεσα τους. Έτσι πολλαπλασιάζονται οι ξένες επενδύσεις και διευρύνονται τα πολυεθνικά εταιρικά σχήματα. Αυτός είναι ο λόγος που στον καιρό της ανάπτυξης διευρύνεται η συνεργασία ανάμεσα στα κράτη.

Ωστόσο ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις εταιρείες δε σταματά ούτε και στο πιο κερδοφόρο περιβάλλον.

Η κατανομή του κέρδους προκαλεί  διαμάχες. Αυτές οι διαμάχες επεκτείνονται σε διακρατικό επίπεδο. Σε κάποιες περιπτώσεις προκαλούν μέχρι και ένοπλες αναμετρήσεις.

Ακόμη περισσότερο εντείνονται οι ανταγωνισμοί σε περιόδους κρίσης ή παρατεταμένης ύφεσης. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι επιστροφή στην ανάπτυξη προϋποθέτει την καταστροφή του πλούτου που δε μπορεί να καταναλωθεί. Ο τελευταίος όμως αποτελεί ατομική ιδιοκτησία των μεγαλομετόχων. Ως εκ τούτου κανένας μεγαλομέτοχος δε θέλει να καταστραφεί εκείνο το μέρος του πλούτου που βρίσκεται στα χέρια των εταιρειών του. Αντίθετα προσπαθεί να ωφεληθεί από μια ενδεχόμενη καταστροφή των ανταγωνιστών.

Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνουν οι κυβερνήσεις με σκοπό να προστατέψουν τις εγχώριες εταιρείες.

  • Από τη μια επιταχύνουν τις μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στη βαθύτερη εκμετάλλευση της εγχώριας αγοράς.
  • Από την άλλη ασκούν επιθετικότερη και βιαιότερη εξωτερική πολιτική με στόχο την προστασία και την επέκταση του μεριδίου που κατέχει η χώρα τους στην παγκόσμια αγορά.

Οι διεθνής σχέσεις οξύνονται απότομα.

Τέλος ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της κάθε χώρας δεν είναι ίδιος.

Άλλες χώρες βρίσκονται σε ανάπτυξη, άλλες σε ύφεση και άλλες σε κρίση, άλλες αναπτύσσονται με γρηγορότερους ρυθμούς και άλλες με μικρότερους. Αυτή η ανισομετρία της παγκόσμιας οικονομίας προκαλεί ανακατατάξεις και στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα.

Κάποιες χώρες διευρύνουν το μερίδιο συμμετοχής τους στον παγκόσμιο πλούτου, ενώ κάποιες άλλες το βλέπουν να μειώνεται. Αυτές όμως οι ανακατατάξεις προκαλούν κέρδη ή ζημιές δισεκατομμυρίων δολαρίων στις εταιρείες των χωρών που ανεβαίνουν ή υποχωρούν στην ιμπεριαλιστική κλίμακα. Γι’ αυτό το λόγο αποτελούν και μόνιμη πηγή εντάσεων.

Σε περιόδους μάλιστα που συντελούνται δραματικές ανακατατάξεις, όπως όταν η παραδοσιακά ισχυρές χώρες πιέζονται να παραχωρήσουν τη θέση τους σε ανερχόμενες δυνάμεις, υπάρχει κίνδυνος ολόκληρος ο πλανήτης να μετατραπεί σε μια απέραντη σύρραξη. Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα αν αυτό συμβαίνει εν μέσω κρίσης ή παρατεταμένης ύφεσης.

Οι τρεις παραπάνω «μύθοι» αποτέλεσαν τους κυριότερους διαμορφωτές της κοινωνικής συνείδησης στην αυγή του 21ου αιώνα.

Η κυριαρχία τους αποτυπώνει τη γενικότερη επικράτηση ανορθολογικών θέσεων, εξαιτίας της απογοήτευσης που έσπειρε η ανικανότητα του ορθολογισμού να ολοκληρώσει το πέρασμα της ανθρωπότητας σε έναν ανώτερο κόσμο τον προηγούμενο αιώνα.

Οι θέσεις αυτές υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος μπορεί να καταργήσει τους νόμους που διέπουν τα διάφορα φαινόμενα. Στην προκειμένη περίπτωση η πολιτική να καταργήσει τους νόμους που διέπουν την οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις.

Η πραγματικότητα όμως είναι αμείλικτη.

Ο άνθρωπος δε μπορεί να καταργήσει τους νόμους που διέπουν τα φαινόμενα, άρα ούτε η πολιτική μπορεί να καταργήσει τους νόμους που διέπουν την οικονομία και τις διεθνής σχέσεις.

Η ιστορία μας έχει διδάξει ότι όταν η ανθρωπότητα αντικαθιστά την πραγματικότητα με φαντασιώσεις οι εξελίξεις είναι πολύ δυσάρεστες. Οι πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα μας έχουν ήδη δώσει επικίνδυνα σημάδια…

Συνεχίζεται…