ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: 64 χρόνια από την εκτέλεσή του

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: 64 χρόνια από την εκτέλεσή του
Του Νίκου Φαλαγκάρα [nicfalag@yahoo.gr]
Του Νίκου Φαλαγκάρα
[nicfalag@yahoo.gr]

Σαν σήμερα, πριν από 64 χρόνια εκτελέστηκε, μαζί με τους συντρόφους του, ο Νίκος Μπελογιάννης. Στη μνήμη του αναδημοσιεύω το κείμενο που έγραψα πριν από τρία χρόνια.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

«Εάν έκανα δήλωση αποκήρυξης, θα αθωωνόμουνα κατά πάσα πιθανότητα μετά μεγάλων τιμών… Αλλά η ζωή μου συνδέεται με την ιστορία του ΚΚΕ και τη δράση του… Δεκάδες φορές μπήκε μπροστά μου το δίλημμα: να ζω προδίδοντας τις πεποιθήσεις μου, την ιδεολογία μου, είτε να πεθάνω, παραμένοντας πιστός σ’ αυτές. Πάντοτε προτίμησα το δεύτερο δρόμο και σήμερα τον ξαναδιαλέγω…Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ‘ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω».

Από την απολογία του Νίκου Μπελογιάννη.

«Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας./ Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,/ ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη. Καλημέρα αδέρφια μου./ Καλημέρα ήλιε / Καλημέρα κόσμε./ Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά/ πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.»

Γ. Ρίτσος «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο».

Το γαρύφαλλο εκείνο κανείς δεν το θυμάται μαραμένο/Ήταν το ήσυχο λουλούδι της ελπίδας στην ατέλειωτη αγωνία των ανθρώπων/ένα παλιό τραύμα στα γεμάτα θρήνο στήθια της πατρίδας/μια ξάγρυπνη σημαιούλα/στον εξώστη των πιστών της λευτεριάς.

Γιώργος Καφταντζής, Νίκος Μπελογιάννης.

Στις 30 Μαρτίου 1952, ημέρα Κυριακή και ώρα 4.12΄, εκτελέστηκαν διά τυφεκισμού στο στρατόπεδο του Γουδή ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης και Νίκος Καλούμενος. Ακόμα και οι Γερμανοί κατακτητές δεν έκαναν ποτέ εκτελέσεις τις Κυριακές, ούτε πριν χαράξει. Το ελληνικό μετεμφυλιοπολεμικό κράτος όμως δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες. Βιάζεται επειδή ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποδοθεί χάρη στους μελλοθανάτους.

Η καταδίκη σε θάνατο και η εκτέλεση του Μπελογιάννη  και των συντρόφων του δίνει το στίγμα μιας μισαλλόδοξης, ανθρωποφαγικής θα λέγαμε, εποχής. Οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος, εκτός από τους τέσσερις θανατοποινίτες, σημαδεύουν την καρδιά της δημοκρατίας.

Ίσως γι’ αυτό εκδηλώνεται ένα πρωτοφανές κύμα συμπαράστασης από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Η κυβέρνηση Πλαστήρα παίρνει 250.000 τηλεγραφήματα με το αίτημα της ματαίωσης των εκτελέσεων. Από βουλευτές, υπουργούς, πρωθυπουργούς και από κορυφαίες μορφές των γραμμάτων και των τεχνών, όπως ο Πολ Ελιάρ, ο Ζαν Κοκτό, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Τσάρλι Τσάπλιν. Κυκλοφορεί δε σε χιλιάδες αντίτυπα και το σκίτσο του Νίκου Μπελογιάννη με το γαρύφαλλο σχεδιασμένο από τον Πικάσο.

Ο –μετέπειτα- δικτάτορας στρατοδίκης Γεώργιος Παπαδόπουλος, είναι το μοναδικό μέλος του δικαστηρίου που καταψηφίζει τη θανατική καταδίκη. Ο αρχιεπίσκοπος  Αθηνών Σπυρίδων Βλάχος ζητώντας από τον βασιλιά να σταματήσει τις εκτελέσεις, δηλώνει: «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή». Ενώ τα κορυφαία και πασίγνωστα για το αντικομμουνιστικό τους πάθος στελέχη τού -υποτιθέμενου ως διαλλακτικού- Κέντρου Σοφοκλής Βενιζέλος και Γεώργιος Παπανδρέου είναι υπέρμαχοι των εκτελέσεων μέχρι την ύστατη στιγμή.

Το μετεμφυλιακό κράτος επιδιώκει πάση θυσία να αποθαρρύνει κάθε προσπάθεια πολιτική εθνικής συμφιλίωσης. Η υπόθεση Μπελογιάννη είναι μια κλασική ευκαιρία να επιδείξει όχι μόνο την αδιαλλαξία του αλλά και να διαλύσει κάθε σκέψη ότι μπορεί να υπάρξει κλίμα ειρήνευσης, μετά από έναν καταστροφικό αδελφοκτόνο σπαραγμό. Τη σκληρή πολιτική εκπροσωπεί και κατορθώνει να επιβάλει ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (Ι.Δ.Ε.Α.), συνωμοτική οργάνωση, στρατοκρατικής αντίληψης, φιλική στην ξένη επίδραση και σε άμεση επαφή με την αμερικανική C.I.A. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση Πλαστήρα διαβάλλεται ως φιλοκομμουνιστική και ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος προβάλλεται ως «Σωτήρας του Έθνους». Όμως η κυβέρνηση Πλαστήρα χρειαζόταν ένα γερό πλήγμα για να επιτευχθούν στην εντέλεια τα σχέδια των καταχθόνιων -εγχώριων και ξένων- σιδηρουργών της ανωμαλίας, σύμφωνα με την σπάνιας ευστοχίας και παραστατικότητας έκφραση του αείμνηστου εισαγγελέα Παύλου Δελαπόρτα στη δίκη Λαμπράκη, και η υπόθεση Μπελογιάννη της «έρχεται γάντι».

vekkltakfz551924426138aΤο γεγονός ότι η υπόθεση αυτή προσφερόταν για τη ματαίωση κάθε ενδεχόμενου να επιτευχθεί σύγκλιση κάποιων δυνάμεων του Κέντρου με την Αριστερά ενισχύεται και από το ότι ο Μπελογιάννης είχε τη φήμη μετριοπαθούς και μάλιστα ήταν ο βασικός υποστηρικτής της ιδέας για τη δημιουργία μιας ευρύτερης Αριστεράς του τύπου της ΕΔΑ. Επιπλέον, ανάμεσα στους κατηγορουμένους ήταν και ο Στάθης Δρομάζος, που είχε αναλάβει, εκ μέρους του ΚΚΕ όλες τις συνεννοήσεις, το καλοκαίρι του 1950, για τη δημιουργία μιας ευρύτερης δημοκρατικής εφημερίδας, αλλά και τη συγκρότηση του δημοκρατικού μετώπου και τη διερεύνηση των πιθανοτήτων πολιτικής – κυβερνητικής συνεργασίας με την ΕΠΕΚ.

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1915. Από παιδική ηλικία γαλουχήθηκε με την κομμουνιστική ιδεολογία και από νωρίς, στα φοιτητικά του κιόλας χρόνια, στη Νομική Αθηνών, στοχοποιείται λόγω της πολιτικής του δράσης. Οι σκληρές διώξεις σημάδεψαν τη ζωή του. Όταν οι Ιταλοί στις 28 Οκτωβρίου μάς κήρυξαν τον πόλεμο, βρίσκεται κρατούμενος στις φυλακές Ακροναυπλίου. Ζήτησε, όπως και άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι, την απελευθέρωσή του για να πάει στο μέτωπο, αλλά η μεταξική κυβέρνηση αρνήθηκε. Ειρήσθω εν παρόδω ότι, μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας, τον Απρίλη του 1941, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου παρέδωσε τους 600 κρατούμενους της Ακροναυπλίας στους κατακτητές. Από αυτούς οι 200 στάλθηκαν στα στρατόπεδα Κατούνας, ΒόνιτσαςΛαζαρέτο και Κέρκυρας. Άλλους 300 έστειλαν στο στρατόπεδο Λάρισας – Τρικάλων. Από το στρατόπεδο της Λάρισας 54 εκτελέστηκαν για αντίποινα στο Κούρνοβο στις 6 Ιουνίου του 1943. Με την συνθηκολόγηση των Ιταλών το 1943, οι Γερμανοί μετέφεραν τους Ακροναυπλιώτες της Λάρισας στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Καταφέρνει όμως ο Μπελογιάννης να αποδράσει και εντάσσεται στον ΕΛΑΣ ως καπετάνιος μεραρχίας στην Πελοπόννησο.

Με την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς και το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου ο Μπελογιάννης αναλαμβάνει ρόλο Πολιτικού Επιτρόπου της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Το 1949, μετά την ήττα, εγκαταλείπει τη χώρα, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο στις γειτονικές σοσιαλιστικές χώρες. Ένα χρόνο αργότερα τον Ιούνιο του 1950, ως μέλος πλέον της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, επιστρέφει στην Ελλάδα, με εντολή να ανασυγκροτήσει και να οργανώσει τους μηχανισμούς του ΚΚΕ στην Αθήνα, το οποίο είναι πια παράνομο. Επρόκειτο για μια αποστολή παρακινδυνευμένη που συζητήθηκε πολύ. Μερικοί μίλησαν για παράδοσή στο στόμα του λύκου, που αντανακλούσε τακτοποίηση εσωκομματικών λογαριασμών.

Το Δεκέμβρη του 1950 συλλαμβάνεται, μαζί με 93 συντρόφους του, και μετά από εννιά μήνες βασανιστηρίων, τον Οκτώβρη του 1951, οδηγείται ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου. Ο Μπελογιάννης καταδικάζεται σε θάνατο. Η διεθνής κατακραυγή αναγκάζει τον τότε πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα, να ανακοινώσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Ωστόσο ο Μπελογιάννης και μερικοί ακόμη σύντροφοί του, θα δικαστούν και πάλι με την κατηγορία της κατασκοπείας, η οποία θα ενισχυθεί όταν οι αρχές θα ανακοινώσουν, ότι βρήκαν παράνομους ασύρματους σε χώρους κομμουνιστών σε Καλλιθέα και Γλυφάδα.

Τον Φεβρουάριο  του 1952, ξεκινάει το δεύτερο μέρος της πολύκροτης δίκης, η οποία έσπασε τα σύνορα της Ελλάδας και κέντρισε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Την 1η Μαρτίου, ο Νίκος Μπελογιάννης, κρατώντας ένα γαρύφαλλο όπως κάθε μέρα κατά τη διάρκεια της δίκης, ακούει τον πρόεδρο του στρατοδικείου να ανακοινώνει ότι μαζί με επτά συντρόφους του (Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νίκος Καλούμενος, Τάκης Λαζαρίδης, Χαρίλαος Τουλιάτος, Μιλτιάδης Μπισμπιάνος και Έλλη Ιωαννίδου) καταδικάζεται σε θάνατο.

Λίγες ημέρες αργότερα, έρχεται στο φως της δημοσιότητας ένα γράμμα από το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Νίκο Πλουμπίδη, με το οποίο αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την οργάνωση του ΚΚΕ στην Ελλάδα και υπόσχεται να παραδοθεί αμέσως στις αρχές, με αντάλλαγμα να μην εκτελεστεί ο Νίκος Μπελογιάννης. Η γνησιότητα του γράμματος του Πλουμπίδη αμφισβητείται, κατά τρόπο ανήθικο, εκ μέρους της, υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη, ηγεσίας του ΚΚΕ, όχι όμως και από το Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο ωστόσο αρνείται να διαπραγματευτεί μαζί του. Ο Νίκος Πλουμπίδης, ευρισκόμενος ήδη σε προχωρημένο στάδιο φυματίωσης, την αυγή της 14ης Αυγούστου του 1954, θα εκτελεστεί στο δάσος του Δαφνιού.

Μαζί με τις κρύπτες των ασυρμάτων επανερχόταν σε ισχύ ο μεταξικός νόμος 375/36 περί κατασκοπίας, μια ιδέα του τότε, εκπροσώπου της Ελλάδας στον ΟΗΕ, Αλέξη Κύρου, ακριβώς για να νομιμοποιηθεί η στρατηγική αυτή και να αποτραπούν οι διεθνείς αντιδράσεις για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Κυρίως δε για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην εκτελεστεί ο Μπελογιάννης, αφού στην πρώτη δίκη η κατηγορία ήταν τέτοια που θα επέτρεπε την μετατροπή οποιασδήποτε ποινής σε κάθειρξη (όπως προέβλεπε και ο νόμος «περί μέτρων ειρήνευσης» που σχεδίαζε η κυβέρνηση Πλαστήρα). Μάλιστα, μέσα στην ίδια την κυβέρνηση, το δεξιό κομμάτι της, όπως ο ίδιος ο -και εμπνευστής λίγα χρόνια πριν της Μακρονήσου- υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Ρέντης, βρήκε την ευκαιρία να καταφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στην αριστερή τάση της ΕΠΕΚ και για αυτό έσπευσε από την πρώτη στιγμή να προεξοφλήσει ότι η Ελλάδα βρισκόταν μπροστά σε μια καταφανή περίπτωση κατασκοπίας.

Με την εξέλιξη αυτή των ασυρμάτων όλες οι υποθέσεις που αφορούσαν στον εμφύλιο άρχισαν πλέον να μετατρέπονται σε κατηγορίες κατασκοπίας, εντείνοντας το κλίμα κατατρομοκράτησης του πληθυσμού και ενισχύοντας τα επιχειρήματα. των δυνάμεων καταστολής. Έτσι, ακυρωνόταν πλήρως η πάνδημη απαίτηση, ακόμα και του Συναγερμού, για μια πολιτική ειρήνευσης και ανασυγκρότησης. Οι άνθρωποι πλέον δεν εκτελούνταν για κομμουνιστική συνομωσία, αλλά για υποτιθέμενη κατασκοπία υπέρ των βορείων γειτόνων μας.

prooallΜέσα στην ίδια την ΕΠΕΚ προκλήθηκε μια γενικευμένη αναταραχή. Οι βουλευτές Λουκής Ακρίτας, Νικόλας Ασκούτσης και Ιωάννης Μογγογιάννης, φανατικά αντίθετοι των εκτελέσεων, σχεδόν ανοικτά δημοσιοποιούσαν την άποψη τους. Ταυτόχρονα η νεολαία της ΕΠΕΚ Αθηνών έσπευδε να απαιτήσει την ματαίωση της εκτέλεσης. Όμως η πολύ ισχυρή συντηρητική μερίδα στο εσωτερικό της ΕΠΕΚ, σε συνεργασία με άλλους κεντροδεξιούς συμμάχους της στην κυβέρνηση, υποστήριζε αταλάντευτα την πόλωση και την κάθετη ρήξη με την Αριστερά. Ήταν οι δυνάμεις που την ίδια στιγμή προωθούσαν και την πολιτική σύγκλιση με τις δυνάμεις της δεξιάς του Παπάγου. Ήδη από την εποχή της σύλληψης του Μπελογιάννη, η τότε ΕΠΕΚ με πρόεδρο τον Εμμανουήλ Τσουδερό, -που αργότερα προσχώρησε στον Ελληνικό Συναγερμό-, είχε ανακοινώσει ότι επικροτούσε πλήρως τα μέτρα κατά του κομμουνισμού, (που είχαν επανέλθει σε ισχύ την προηγούμενη μέρα της ανακοίνωσης της σύλληψης του Μπελογιάννη), αυτά που οδήγησαν στην παύση της αριστερής εφημερίδας «Δημοκρατικός» χωρίς στην ουσία κατηγορητήριο. Ο δε αρχηγός των Φιλελευθέρων Σοφοκλής Βενιζέλος, συνεταίρος του Πλαστήρα στην κυβέρνηση, είχε δηλώσει ότι η Ελλάδα όφειλε να μεταβληθεί σε ορμητήριο ώστε να προελάσει ο δυτικός στρατός προς το Δούναβη «για να επιφέρει πλήγμα στην καρδιά της Ρωσίας».

Μέσα στην κυβέρνηση είχε επικρατήσει η λογική ότι η εκτέλεση συνέφερε περισσότερο από την αποτροπή της. Είναι χαρακτηριστικό της μεθόδευσης σε σχέση με την υπόθεση Μπελογιάννη ότι ενώ στις 12 Δεκεμβρίου 1951 ο υπουργός Δικαιοσύνης κατέθεσε στη βουλή νομοσχέδιο για τα «μέτρα επιείκειας» το μοναδικό άρθρο του 4ου Κεφαλαίου του νομοσχεδίου μετέτρεπε σε ισόβια όλες τις θανατικές καταδίκες που είχαν επιβληθεί μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1951, μόνο και μόνο για να εξαιρεθεί ο Μπελογιάννης.

Ο ίδιος ο αρχηγός της ΕΠΕΚ και πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας, σταθερά εκφραστής της συντηρητικής μερίδας της ΕΠΕΚ και εντελώς αντίθετος με κάθε σχέδιο πολιτικής συνεργασίας με την Αριστερά, βλέποντας ότι η κατάσταση με τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΕΠΕΚ ξέφευγε από τον έλεγχό του, κάλεσε στα Παλαιά Ανάκτορα το διοικητικό Συμβούλιο της νεολαίας για να τους επαναφέρει στην τάξη. Όταν αυτοί αντέδρασαν διέγραψε όλη την ηγεσία της νεολαίας (Α. Πεπονή, Λ. Βούλγαρη, Εμ. Καλιτσουνάκη).

Τελικά, ρόλο στην υπόθεση έπαιξε και η ασυνέπεια των ίδιων των αντιπάλων της εκτέλεσης μέσα στην κυβέρνηση. Παρότι μεγάλη μερίδα βουλευτών της ΕΠΕΚ αντιμετώπισαν το θέμα με εύγλωττη σιωπή και άφησαν να αιωρείται ότι θα αντιδρούσαν αν γινόταν η εκτέλεση, όταν αυτή ανακοινώθηκε και μάλιστα με τον παράνομο τρόπο που έγινε, παραιτήθηκε μόνο ο Ανδρέας Ιωσήφ, υφυπουργός της προεδρίας της κυβερνήσεως, αν και άνθρωπος συντηρητικός πολιτικών πεποιθήσεων, ενώ ο Γεώργιος Καρτάλης που απείλησε με παραίτηση, σύντομα έσπευσε να την ανακαλέσει.

Να σημειωθεί εδώ ότι από αρκετούς υποστηρίχθηκε η άποψη ότι λόγω ασθένειας ο Πλαστήρας δεν μπορούσε να αντιδράσει και η εκτέλεση έγινε ερήμην του. Αντιθέτως, παρά την όποια ασθένεια του, «κατόρθωσε» να αμνηστεύει με διάταγμα της 15ης Ιανουαρίου 1952 τους αξιωματικούς του ΙΔΕΑ που είχαν προβεί σε πραξικόπημα στις 30-31 Μαρτίου 1951, διότι, όπως ανέφερε η εισηγητική έκθεση, η κυβέρνηση δεν μπορούσε να φυλακίσει αξιωματικούς που «αρχικώς συσπειρώθηκαν προς την αποτελεσματικωτέραν δράσιν κατά των κομμουνιστών». Επιπλέον, επιδίωξε τη διάλυση της ΕΔΑ και τη δίωξη της «επί κατασκοπεία» και μάλιστα με επίσημες δηλώσεις του, που υποχρέωσαν εφημερίδες προσκείμενες στην ΕΠΕΚ να αποδυθούν σε αρθρογραφία «διόρθωσης» των δηλώσεων αυτών.

Με την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του, η εγχώρια σκληροπυρηνική Δεξιά θριαμβεύει και ο διαβόητος Πιουριφόυ εδραιώνει και συστηματοποιεί την απροκάλυπτη παρεμβατική του δραστηριότητα στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ψηφίζονται μεν μέτρα ειρήνευσης στη Βουλή και επικρατεί έστω και τυπικά μετριοπάθεια στον πολιτικό χώρο, όμως ούτε Γενική Αμνηστία δίνεται, ούτε τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων θα καταργηθούν. Συγχρόνως δε, το παρακράτος δρα ανενόχλητα και ασύδοτα και μερικά χρόνια αργότερα, χρησιμοποιώντας τον ελληνικό στρατό και τα όπλα που του εμπιστεύθηκε η πατρίδα, θα αναβαθμισθεί σε επίσημο κράτος.

ΠΗΓΕΣ:

  • -Σπύρος Λιναρδάτος, «Από τον Εμφύλιο στη Χούντα», τ. Α΄, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1977.
  • -Βασίλης Ραφαηλίδης, «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993, σελ. 330.
  • -Νίκος Ν. Μπελογιάννης, Συνέντευξη στα ΝΕΑ – 10 Σεπτεμβρίου 2010.
  • -Έλλη Παππά, Συνέντευξη στο ΒΗΜΑ – 10 Σεπτεμβρίου 2010.
  • -Μιχάλης Π. Λυμπεράτος: Από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ (Η ραγδαία ανασυγκρότηση της ελληνικής Αριστεράς και οι μετεμφυλιακές πολιτικές αναγκαιότητες), Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2011.
  • -Κώστας Τζιαντζής, ΠΡΙΝ – 1 Απριλίου 2012.
  • -Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ – 30 Μαρτίου 2013.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfala@yahoo.gr)

04-04-2013