ΝΤΑΒΑΝΤΟΥΡΙ

ΝΤΑΒΑΝΤΟΥΡΙ
λαϊκιστές_nΜάκης Βορίδης, υπουργός Υγείας: «Είναι ένα επικοινωνιακό νταβαντούρι ακόμα, από αυτά που μας έχει συνηθίσει η αξιωματική αντιπολίτευση».
Νταβαντούρι το [davadúri] & νταβατούρι το [davatúri] & ταβατούρι το [tavatúri]: (οικ.) θόρυβος, φασαρία που δημιουργούν πολλοί άνθρωποι μαζί, σε χαρούμενη συγκέντρωση ή σε συμπλοκή, σε επεισόδιο: Έγινε μεγάλο. ΣYN ΦΡ έγινε μεγάλο πανηγύρι.
 ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

Προσεγγίζοντας κανείς τον σύγχρονο πολιτικό λόγο, σκέφτεται αίφνης την περίφημη φράση «η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, αλλά πρέπει και να φαίνεται τίμια», ανεξάρτητα πάντως από την -αμφισβητούμενη- ιστορική της ακρίβεια. Πράγματι, ο πολιτικός λόγος δεν αρκεί, στις μέρες μας, να έχει (κάποιο) επίπεδο, αλλά χρειάζεται, επιπλέον, αυτό (το επίπεδο) να είναι διακριτό και αισθητό από τον καθένα που παρακολουθεί στοιχειωδώς –έστω- τα πολιτικά μας πράγματα.

Αρμοδιότεροι, βέβαια, να προβάλουν το επίπεδο και την ποιότητα του πολιτικού λόγου είναι κυρίως εκείνοι που καθημερινά τον διαμορφώνουν και –δοθείσης ευκαιρίας- τον εκφέρουν, δηλαδή οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι. Έτσι, οι συχνές και πάντα αξιοπρόσεκτες παρεμβάσεις τους, ιδίως μέσω του ραδιοτηλεοπτικού βήματος, αυτόν ακριβώς τον σκοπό υπηρετούν. Μόνο που κάτι τέτοιο, για να είναι αποτελεσματικό, απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες και δεξιότητες. Όχι μόνο ρητορική δεινότητα και ετοιμότητα για έκφραση γνώμης επί παντός του επιστητού, αλλά και κατάλληλη χρήση της γλώσσας, όπως π.χ. είναι η προσφυγή σε εύστοχα και εντυπωσιακά λεκτικά σχήματα και χαρακτηρισμούς.

Ο –μέχρι πρότινος κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας και ήδη- υπουργός Υγείας κ. Μάκης Βορίδης διαθέτει, κατά κοινή ομολογία, αυτές τις αρετές. Και σε κάθε ευκαιρία σπεύδει να τις επιδείξει. Έτσι λοιπόν «επικοινωνιακό νταβαντούρι» αποκάλεσε τοαίτημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ) να διεξαχθεί δημοψήφισμα για το ζήτημα της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ.

προικα-ΔΕΗ-Προς τι η έκπληξη για τον βαρύ έως ανοίκειο (πολιτικά και ηθικά) χαρακτηρισμό, θα πει κανείς, τη στιγμή που έχουν ακουστεί και χειρότερα με αφορμή το εν λόγω αίτημα. Ότι δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, μέσω αυτού, επιχειρεί να διχάσει την κοινωνία, να αποσταθεροποιήσει το πολιτικό σύστημα κ.λπ. Μόνο για λοιμούς, λιμούς και καταποντισμούς δεν έγινε– προς το παρόν τουλάχιστον- λόγος.

Ώστε επικοινωνιακό νταβαντούρι είναι, κατά τον κ. Βορίδη, το αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και άλλων πολιτικών δυνάμεων του ελληνικού Κοινοβουλίου για την ενεργοποίηση μιας συνταγματικής πρόνοιας (άρθρο 44 του Συντ.) που πραγματώνει, σύμφωνα με τους ειδικούς, σε σημαντικό βαθμό, την άμεση δημοκρατία στον τόπο που κάποτε τη γέννησε και την ανέδειξε.

Ωστόσο, αξιοσημείωτο εν προκειμένω δεν είναι τόσο το ότι οι συγκυβερνώντες διαφωνούσαν (αναφαίρετο δικαίωμά τους φυσικά) με την αναγκαιότητα του δημοψηφίσματος για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος (εκποίηση της ΔΕΗ), όσο το ότι προσπάθησαν με κάθε τρόπο να αποφύγουν ακόμα και τη συζήτησή του στον φυσικό του χώρο, δηλαδή στην Ολομέλεια της Βουλής. Είναι γνωστός βέβαια ο υποβαθμισμένος ρόλος που της έχουν επιφυλάξει τα τελευταία (και μνημονιακά καλούμενα) χρόνια (π.χ. πολυνομοσχέδια μαμούθ στριμωγμένα σε ένα μόνο άρθρο που κανείς δεν πρόλαβε να αναγνώσει καν, αλλεπάλληλες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου χωρίς να συντρέχει προς τούτο καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει το Σύνταγμα, τροπολογίες της τελευταίας στιγμής σε άσχετα νομοσχέδια, συστηματική απουσία του πρωθυπουργού καθώς και άλλα παρόμοια και πρωτοφανή ων ουκ έστιν αριθμός).

Αναρωτιέται κανείς, ανεξάρτητα αν συμφωνεί με την ανάγκη διεξαγωγής του δημοψηφίσματος ή την ίδια την εκποίηση της ΔΕΗ, τι πιο δημοκρατικό από την ανοιχτή συζήτηση στη Βουλή και την ψηφοφορία;

Και όμως, οι συγκυβερνώντες (ίσως από ανασφάλεια ή από δυσανεξία απέναντι σε διαδικασίες που ούτε συνηθίζουν αλλά ούτε και εμπιστεύονται) το αρνήθηκαν. Και για να δικαιολογήσουν την αυθαίρετη παράκαμψη των δημοκρατικών διαδικασιών, αντί να αντιπαραθέσουν και να αναπτύξουν πολιτικά και νομικά επιχειρήματα, δαιμονοποιούν τα κίνητρα και τις προθέσεις του αντιπάλου ή εκτοξεύουν εναντίον του ευφυολογήματα και ειρωνείες.

Όμως ένα είναι βέβαιο: έτσι δεν πλήττουν και δεν απαξιώνουν μόνο την αντιπολίτευση, αποκομίζοντας πρόσκαιρα οφέλη ή δημιουργώντας φευγαλέες και παραπλανητικές εντυπώσεις, αλλά τον ίδιο τον πολιτικό λόγο. Και για να επιστρέψουμε στη φράση για τη γυναίκα του Καίσαρα, όντως αυτό που βλέπουμε και ακούμε πολλές φορές, ως πολιτικό λόγο, δυστυχώς αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο και τη ουσία του.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι όταν την πολιτική αντιπαράθεση την υποκαθιστούν απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί και αναθέματα, κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται περήφανος για το παρόν αυτής της χώρας αλλά ούτε και αισιόδοξος για το μέλλον της.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr

 12/07/2014

ΥΓ. Είχε γραφτεί ήδη το παρόν κείμενο όταν οι 51 βουλευτές του θερινού τμήματος της Βουλής (συμπολίτευσης) αποφάσισαν ότι οι 139 συνάδελφοί τους που υπέγραψαν τις (ξεχωριστές) προτάσεις για το δημοψήφισμα δεν μπορούν να προκαλούν συζήτηση στη Βουλή για «σημαντικό κοινωνικό ζήτημα». Με την απόφασή τους αυτή οι συγκεκριμένοι πατέρες του έθνους δεν εκόμισαν κάτι νέο, απλώς επικύρωσαν όσα αναφέρουμε παραπάνω.