Ο καφές στα «σόλια» και η απόλαυση του… «ντελβέ», η δροσιά του «μπόζα» και το «νυφοπάζαρο» στης… Χατζημάμως

Σερραϊκά καφενεία και καφετζήδες, λέσχες, κέντρα διασκέδασης, ταβέρνες και ζυθεστιατόρια που πέρασαν στην ιστορία (ΜΕΡΟΣ 4ο)

Ο καφές στα «σόλια» και η απόλαυση του… «ντελβέ», η δροσιά του «μπόζα» και το «νυφοπάζαρο» στης… Χατζημάμως

Σε όλα τα παλιά σεραϊκά καφενεία το κάπνισμα, είτε του τσιγάρου είτε του ναργιλέ έδινε κι έπαιρνε με το… ντουμάνι να πηγαίνει σύννεφο! Την εποχή ακόμη που ο ηλεκτροφωτισμός ήταν προβληματικός ως

Του Βασίλη Τζανακάρη

ανύπαρκτος, τι νύχτες πολλά καταστήματα όπως και τα καφενεία φωτίζονταν με λαδοφάναρα και κυρίως με λάμπες αερίου περισσότερο γνωστές ως «Λουξ», τις οποίες κάθε τόσο ο καφετζής… τρομπάριζε για να δυναμώσει την έντασή τους.

Στα κάπως πιο κυριλέ, η διεύθυνση εκτός όλων των άλλων διέθετε και εφημερίδες, για όσους φυσικά γνώριζαν γράμματα, ενώ από τους θαμώνες παιζόταν μετά μανίας τάβλι, κοντσίνα ή άλλα χαρτοπαίγνια και ενίοτε σκάκι ή τρίλιζα.

Εκτός από τον καφέ σερβιριζόταν, ιδίως τις κρύες μέρες του χειμώνα, τσάι, χαμομήλι, φασκόμηλο, γλυκά του κουταλιού και κατά τους θερινούς μήνες αναψυκτικά, βανίλια μέσα σε παγωμένο νερό, το γνωστό «υποβρύχιο», παγωτό καϊμάκι χειροποίητο και λουκούμια με μπόλικη λουκουμόσκονη.

Η περιοχή των Αγίων Αναργύρων σε μέρα γιορτής, στη συμβολή της με εκείνη “των εξοχών” και την ξύλινη γέφυρά της, σε φωτογραφία των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Η γέφυρα αντικαταστάθηκε από τη σημερινή σιδερένια το 1910 από τον Τούρκο φιλέλληνα Δήμαρχο της πόλης Ακήλ Μπέη.

Το παγωτό καϊμάκι, ο «ντοντουρμάς» και ο «μποζάς».

Το παγωτό καϊμάκι έκανε την εμφάνισή του στα Σέρρας το 1903 και τα έτοιμα και τυποποιημένα τσιγάρα το 1905. Παγωτό και «μποζάς» πουλιόνταν ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι πλανόδιοι πωλητές διαφήμιζαν το παγωτό τους ως «ντοντουρμά».

Ο «μποζάς», ήταν δροσερό αναψυκτικό που είχε ως βάση του το κεχρί. Σερβιριζόταν ιδίως από πλανόδιους αρμένηδες στην καταγωγή που τον κουβαλούσαν στην πλάτη τους, όπως και το σαλέπι, μέσα σε ειδικές, τεράστιες, συνήθως νικέλινες εξωτερικά κατασκευές και σερβιριζόταν σε γυάλινα ποτήρια τα οποία ξέπλεναν επί τόπου και στη συνέχεια τα ξαναγέμιζαν.

Κάτι παρόμοιο γινόταν και με το σαλέπι που εκτός του ότι έπρεπε να είναι καυτό, σερβιριζόταν πασπαλισμένο με μπόλικη κανέλα κάτι που ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στους Σερραίους να το απολαμβάνουν είτε στο καφενείο είτε στο δρόμο.

“Καφεστιατόριον” με “τα τραπεζάκια έξω” στα χρόνια του Μεσοπολέμου στις παρυφές της Θεσσαλονίκης

Ο καφές στα «σόλια» και η απόλαυση του… «ντελβέ»

Η απόλαυση, του πρωινού καφέ, είχε κάτι από τελετουργικό καθώς οι θεριακλήδες του είδους τον έπιναν με αργές, πολλές φορές «φωναχτές» ρουφηξιές, κάνοντας στη συνέχεια στιγμιαίο διάλειμμα για μία ή δύο εισπνοές από το τσιγάρο ή για να κατεβάσουν ή να ανεβάσουν μερικές από τις κεχριμπαρένιες χάντρες του κομπολογιού τους.

Πολλοί από τους θεριακλήδες του καφέ ύστερα από το πιώμα του απολάμβαναν το πηχτό καταπότι του, το λεγόμενο «ντελβές» που τον συμμάζευαν με το δάχτυλο από το εσωτερικό του φλυτζανιού.

Τα φλυτζάνια του καφέ ή τα «σόλια» όπως τα ανέφεραν, έπρεπε να είναι από λευκή χοντρή πορσελάνη και με στομωμένο το χερούλι τους για να πιάνονται εύκολα.

Υπαίθριο καφεδάκι σε καφενείο των Σερρών λίγο μετά τους Βαλκανικούς πολέμους.

Τα καφενεία η φτηνή διασκέδαση

Σε πολλά από τα υπαίθρια καφενεία και κέντρα διασκέδασης από ρέκτες ιδιοκτήτες πολλές φορές γίνονταν παραστάσεις καραγκιόζη ή προβολές ταινιών ή ακόμη και κάποια θεατρικά δρώμενα. Ξακουστές ήταν οι προβολές που γινόταν στο καφενείο «του Χρήστου» και στο θερινό «Κρόνιο» κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Τα καφενεία υπήρξαν ο φτηνός τρόπος διασκέδασης του κοσμάκη αλλά και τόπος συζητήσεων, καθημερινής ενημέρωσης και πολιτικών διεργασιών και εξελίξεων. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές επαναστάσεις ή διαμαρτυρίες που σηματοδότησαν τις ζωές των ανθρώπων είχαν ξεκινήσει από αίθουσες καφενείων.

Οι «τάξεις» των καφενείων

Οι ευπορότεροι και οι… «κάπως», όταν πήγαιναν σ΄ αυτά ήθελαν δύο και τρεις καρέκλες για να «αράξουν». Τα «κουτσαβάκια» της πόλης μας σύχναζαν στα καφενεία που υπήρχαν στα «Ταμπάχανα» και στα καφέ σαντάν που υπήρχαν εκεί μέχρι περίπου τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Αν συνοδευόταν από γυναίκα αυτή θα έπρεπε να ανήκε στο «προσωπικό» κάποιου οίκου ανοχής κι όχι κάποια ευηπόληπτη σύζυγος, νοικοκυρά, ή εργαζόμενη.

Στα καφενεία σύχναζαν και πολλοί «γαβριάδες» της εποχής ακόμη και μαθητές των σχολείων όταν έκαναν σκασιαρχείο, με τους δημοσιογράφους να διαμαρτύρονται κάθε τόσο για την παρουσία τους:

«… Ηθελήσαμεν να διέλθωμεν και ημείς από τα λεγόμενα κέντρα ψυχαγωγίας των παρόδων και τριόδων, από τα καφέ αμάν και τα καφέ σαντάν κ.τ.λ. ως παρατηρηταί» σημειώνει ένας σερραίος δημοσιογράφος στη δεκαετία του ΄20. «Και αντελήφθημεν μετ΄ εκπλήξεως ότι δυστυχώς συχνάζουν εκεί όχι μόνο ενήλικοι και επομένως υπεύθυνοι των πράξεών τους αλλά και μειράκια. Τέλος πάντων αν οι φυσικοί κηδεμόνες αυτών των λίαν προώρως θελόντων να εξελιχθώσιν «ανθρωπαρίων» δεν ενδιαφέρονται, η αστυνομία οφείλει να ασκήσει αυστηρόν έλεγχον ώστε τα κέντρα αυτά να μη καταντήσουν περισσότερο απ΄ ό,τι, φυτώρια διαφθοράς…»

Παρέα Σερραίων σε… χορευτική άσκηση, κατά πάσα πιθανότητα στην περιοχή “Κιόσκια” με συνοδεία λατέρνας και ενός… μειράκιου που βοηθούσε στο κουβάλημα.

Το «νυφοπάζαρο» στης Χατζημάμως

Κουτσαβάκια και πάσης φύσεως νταήδες σύχναζαν και βολτάριζαν παρέα με φαντάρους και καπνεργάτες στα καφενεία της περιοχής των Πυροβολικών, όπου η θρυλική Χατζημάμω διατηρούσε τον δικό της οίκο ανοχής, και όπου γινόταν άλλο ένα «νυφοπάζαρο». Οι καπνεργάτες έπαιρναν καλά μεροκάματα κι έβγαζαν πολλά λεφτά εκείνη την εποχή, μιας και η δουλειά της παρασκευής των τσιγάρων γινόταν όλη με τα χέρια και την προσωπική εργασία που ήταν δύσκολη και φθοροποιά για την υγεία τους. Και επομένως είχαν, για να ξοδεύουν.

Τα καφενεία μετά τη Μικρασιατική καταστροφή

Στα χρόνια που ακολούθησαν τη Mικρασιατική καταστροφή στην περιοχή των Πυροβολικών, λειτουργούσε το καφενείο του Mαλιόσογλου και τα καφενεία των Kύρου Kύρου, Aλκιβιάδη Pουστάνη και του μπάρμπα-Mήτσου Xατζηασλάνη.

Ανάγνωση εφημερίδας στο χειμερινό καφενείο “Κρόνιον”, πριν την αλλαγή χρήσης του.
Φωτογραφία του Μιχ. Παππού, αρχείο Β. Τζανακάρη.

O Kύρος Kύρου είχε το καφενείο του απέναντι από την είσοδο του στρατοπέδου. (Αργότερα μπροστά του στήθηκε ένα περίπτερο). Ήταν ραχητικός και τα ψώνια του ήταν αναγκασμένος να τα κάνει καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι.

Tο καφενείο του Pουστάνη ήταν ιδιοκτησία του Mουτάκα και το δούλευαν μαζί. Στην αυλή του καφενείου του μπάρμπα-Mήτσου του Xατζηασλάνη, που διέθετε μουσική από πλάκες γραμμοφώνου, έστηνε τον μπερντέ του και ένας καμενικιώτης καραγκιοζοπαίκτης ο Aσημάκης που  έκοβε εισιτήριο με δεκάρες. Aργότερα το ίδιο καφενείο ονομάστηκε «Pομάντζα», το 1961 «Nεράιδα» και τα τελευταία χρόνια «Tο Πυροβολικό».
Αλλά θα συνεχίσουμε…