Ο μειχανες της Δέσποινας

Ο μειχανες της Δέσποινας

Despina meyhaneτου  Μιχάλη  Σωτηρίου

Tα χρόνια κυλούν, ο κόσμος αλλάζει, η Πόλη ξυπνά , ζεί, αναπνέει, γιγαντώνεται, ύστερα κοιμάται, πάλι, γαληνεμένα. Κι ενώ η μέρα σβύνει, μια άλλη μέρα  έρχεται, η Πόλη συνεχίζει την  αέναη πορεία της, ακολουθεί  τους  νέους  ρυθμούς  της  χωρίς να χάσει τους παλιούς, οι άνθρωποί  κινούν για τον άγιο αγώνα του βίου τους.

«Βάλετε κρασί να πιούμε και καλά να τραγουδούμε.
Τίρι,τίρι το ποτήρι στη χαρά του νοικοκύρη…».

Σωτηρίου_Μιχάλης-2014Πολλά αλλάζουν στις γειτονιές και τους δρόμους. Μα στα Ταταύλα, εκεί στη γωνία  Μπαγίρ και  Ασίκ Γιόλ , τα σύμβολα των ψυχών, οι φωτογραφίες των αναμνήσεων, της ξενοιασιάς, της χαράς, της ψυχαγωγίας , της μοναξιάς και της λύπης. Ένας δρόμος χωρίζει το ρωμαίικο νεκροταφείο του Αγίου Ελευθερίου και τον μειχανέ της Δέσποινας, από το 1946 μέχρι και τώρα. Έστω και χωρίς τη Δέσποινα, πιά.

«Στου Ρείζντερέ  τα μέρη ,δούλεψα ένα καλοκαίρι.
Είχε βρύσες και ποτάμια και λογιώ-λογιώ  καλάμια
Κι από μέσα απ’ το καλάμι, βγαίνει  μια με τουλουμπάνι…».
 

Η Δέσποινα, όμορφη, φιλόξενη και ευγενική, παντρεμένη με τον Χασάν, κράτησε ,για χρόνια πολλά, τη ρωμαίικη  μουσική ψυχαγωγία της Πόλης,μαζί με τα μεζεκλίκια και όλων των ειδών τις πολίτικες νοστιμιές .

«Είχε τα μαλλιά μετάξι και δεμένα με την τάξη…
Είχε φρύδια σα γαιτάνι που ζωγράφος δε τα φτειάχνει.
Είχε μάτια ζαχαρένια,μάγουλα τριανταφυλλένια…»

Ντέρτια, καημοί κι αισθήματα εφύτρωσαν και σκίρτησαν, εφούντωσαν και σβύσαν , ντύθηκαν με νότες και φωνές  θεόσταλτες ,αιθέριες  μα γήινες, ταυτόχρονα. Στολίζοντας με χρώματα, ήχους και μυρουδιές νοστιμιάς, τη σάλα τη μεγάλη του μειχανέ της Δέσποινας.

«Το  ξεύρω  κόσμε αγαπάς ,μα όχι σά κι εμένα,
Γιατ’ έχω μέσα στην καρδιά μαύρες  πληγές για σένα…».
 

Ο μειχανές της Δέσποινας  ήταν ο τόπος συνάντησης Ρωμηών, Εβραίων, Αρμενίων και Τούρκων. Στην υποδοχή πάντα  η ίδια μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990.Τότε αποσύρθηκε ήσυχα-ήσυχα στο διαμέρισμά της ,αγναντεύοντας στο  απέναντι κοιμητήριο,  με υπερβατική ψυχραιμία, το προσωπικό της ταφικό  μαρμάρινο προορισμό.

Από το 2006,καθημερινά,η νύχτα σκεπάζει για μια ακόμη φορά τον Κήπο των Αγγέλων του Αγίου Ελευθερίου. Απο αυτή την παντοτινή πατρίδα, απο την τελευταία κατοικία της Δέσποινας, την ελάχιστη για  τα ανθρώπινα  μέτρα, τ’ αγέρι τραγουδά:

«Σγουρέ βασιλικέ μου και δυόσμε φουντωτέ,
Σά τη δικιά σου αγάπη δεν ένοιωσα ποτέ…».

Είναι τις ώρες της νύχτας που απ΄ το Ρειζντερέ στις γειτονιές της Πόλης, από τη Βλάγκα ,το Πέραν, το Μέγα Ρεύμα ως το μειχανέ των Ταταούλων  ακούς στίχους που συνεπαίρνουν όλες  σου τίς αισθήσεις:

«Ήθελα νάχα  δυό καρδιές, τη μια να στη χαρίσω,
Την άλλη να την έχω εγώ για να μπορώ να ζήσω…».

 Και πρίν η νύχτα δακρύσει στο άκουσμα αυτό, να και το φώς της επόμενης μέρας ροδίζει και στάλες δροσιάς υγραίνουν τα άνθη του Τριανταφυλλόκηπου.

«Πρίν να λιώσουνε τα χιόνια ήρθανε δυό  χελιδόνια.
Δε φοβούνται το αγιάζι, ούτ’ο κόσμος τα τρομάζει…».

Ο  Mουαμέρ  Κετεντσόγλου είναι Τούρκος με καταγωγή απ’τη Σμύρνη, μαγεύει με το ακορντεόν που παίζει. Είναι τυφλός αλλά έχει μέσα του ένα απέραντο φως με το οποίο βλέπει το πεντάγραμμο της ψυχής του, τον κόσμο ολόκληρο. Προέρχεται από οικογένεια μουσικών κι από μικρό παιδί είχε βαθιά σχέση  με την ελληνική μουσική. Λέει πώς θεωρεί  μάνα του τη Δόμνα τη Σαμίου.

Αυτήν είχε δασκάλα του στην  Αθήνα ο Ιμβριώτης  Ρωμηός της Πόλης, ιεροψάλτης  Στέλιος Μπερμπέρης, στη χορωδία δημοτικής μουσικής. Οι δυό τους, μαζί και χώρια, υπηρετούν στην Πόλη, τη μουσική παράδοση  απ’ το  δημοτικό ως το ρεμπέτικο,τραγούδια που άκουγες παλιά στο μειχανέ της Δέσποινας.