Οι προθέσεις της κυβέρνησης για την τευτλοκαλλιέργεια

τευτλα-συγκομιδήΕρώτηση κατέθεσε στη  Βουλή προς τον Υπουργό Αγροτικής  Ανάπτυξης και Τροφίμων , ο βουλευτής  κ. Θεόφιλος Λεονταρίδης μαζί με άλλους συναδέλφους του για την παροχή επιπλέον κινήτρων για τη στήριξη της τευτλοκαλλιέργειας και την επίσπευση της πληρωμής των 30 ευρώ ανά στρέμμα για την καλλιεργητική περίοδο του 2012.

Το πλήρες κείμενο  της ερώτησης έχει ως εξής:  

Με ολοένα και εντεινόμενο ρυθμό  συρρικνώνεται δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η εγχώρια τευτλοκαλλιέργεια, εξαιτίας της τιμολογιακής πολιτικής που εφήρμοσε η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης (ΕΒΖ Α.Ε.) και της παράλληλης αύξησης του κόστους παραγωγής στο συγκεκριμένο κλάδο.        

Για την αντιστροφή του φαινομένου αυτού απαιτείται από πλευράς πολιτείας η παροχή ουσιαστικών κινήτρων στους τευτλοπαραγωγούς, προκειμένου να καταστεί συμφέρουσα η καλλιέργεια και να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ τιμών και κόστους παραγωγής.        

Πρώτο βήμα αποτέλεσε η εξαγγελία  από πλευράς ΕΒΖ αυξημένων κατά 10% τιμών για τη φετινή σοδειά τεύτλων, ενώ με αρκετή καθυστέρηση προκηρύχθηκε τελικά από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων η εφαρμογή του προγράμματος ολοκληρωμένης διαχείρισης της παραγωγής ζαχαρότευτλων, ως επιπλέον κίνητρο για την τόνωση των τιμών και την παραγωγή ποιοτικής πρώτης ύλης.        

Όμως, την αρχική αισιοδοξία των  τευτλοπαραγωγών για την εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος, διαδέχθηκε η απογοήτευση, καθώς οι όροι συμμετοχής και οι δεσμεύσεις που πρέπει να αναληφθούν από όσους ενδιαφέρονται να ενταχθούν στο πρόγραμμα προκαλούν σημαντικά προσκόμματα και προϋποθέτουν έναν προγραμματισμό σε μεγάλο βάθος χρόνου, που δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί στον πρωτογενή τομέα.       

Επειδή, η τευτλοκαλλιέργεια αποτελεί μια από τις βασικές καλλιέργειες που μπορούν και πρέπει να στηρίξουν την ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα και της υπαίθρου και να καλύψουν τις ανάγκες της εγχώριας ζήτησης, περιορίζοντας τις εισαγωγές και την ελλειμματικότητα του τομέα.         

Επειδή, η εφαρμογή των όρων και δεσμεύσεων του προγράμματος Ολοκληρωμένης Διαχείρισης της τευτλοπαραγωγής δεν δρουν ως κίνητρο για τη στροφή παραγωγών προς την καλλιέργεια.  

ΕΡΩΤΑΤΑΙ ο κύριος Υπουργός,  Εάν  προτίθεται να προβεί  :

 Στην επανεξέταση των όρων και προϋποθέσεων συμμετοχής στο εν λόγω πρόγραμμα (π.χ. υποχρεωτική ένταξη για μια πενταετία) και στην εφαρμογή τους με διευρυμένη βάσηκαι την απαιτούμενη ελαστικότητα.

 Στην παροχή επιπλέον κινήτρων για τη στήριξη της τευτλοκαλλιέργειας, προκειμένου αυτή να καταστεί βιώσιμη και ανταγωνιστική, καλύπτοντας τις ανάγκες της εγχώριαςκατανάλωσης.

  Στην πληρωμή των 30 Ευρώ ανά στρέμμα για την καλλιεργητική περίοδο του 2012 όπως άλλωστε έχει ανακοινωθεί στους τευτλοπαραγωγούς.

 

Απαντώντας ο κύριος Υπουργός στην ερώτηση αυτή,  δήλωσε τα εξής :

Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) στηρίζει διαχρονικά την τευτλοκαλλιέργεια και κατ’ επέκταση την Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης (ΕΒΖ), ώστε η τελευταία να επιτυγχάνει την κάλυψη της ποσόστωσής της(158.702 τόνοι ζάχαρης), σε συνδυασμό με την εκάστοτε τιμολογιακή πολιτική της.

Στο πλαίσιο αυτό, αξιοποιώντας τις  δυνατότητες που παρέχει η  ενωσιακή νομοθεσία προς όφελος των  τευτλοπαραγωγών, κατά την πενταετία 2007-2011, χορηγήθηκε συνδεδεμένη ενίσχυση στους παραγωγούς που καλλιέργησαν ζαχαρότευτλα.

Επιπλέον, ενόψει της νέας Κοινοτικής Αγροτικής Πολιτικής από το 2014, στόχος του ΥΠΑΑΤ είναι να αξιοποιήσει  τις δυνατότητες που παρέχει  το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, σημειώνεται η προοπτική που  υπάρχει για χορήγηση συνδεδεμένης ενίσχυσης σε διάφορες καλλιέργειες, μεταξύ των οποίων είναι και τα ζαχαρότευτλα.

Όσον αφορά στη Δράση 2.3 (Β) «Ολοκληρωμένη  Διαχείριση της τευτλοκαλλιέργειας», πρόκειται για μία από τις  γεωργοπεριβαλλοντικές δράσεις  του Μέτρου 214 του Προγράμματος Αγροτικής  Ανάπτυξης (ΠΑΑ) 2007-2013. Η εν λόγω Δράση εφαρμόζεται στις τευτλοπαραγωγικές περιοχές της χώρας με σκοπό την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, μέσω της μείωσης των χημικών εισροών (λιπάσματα-φυτοφάρμακα) και του αρδευτικού νερού, την παροχή εγγυήσεων στους καταναλωτές για παραγωγή ασφαλών τροφίμων και την ασφάλεια των ιδίων των τευτλοπαραγωγών στο χώρο εργασίας τους.

Ο  προϋπολογισμός της Δράσης είναι 12 εκατ. € για πληρωμές που θα πραγματοποιηθούν έως 31-12-2015, ενώ οι δικαιούχοι της θα εισπράξουν :

– 29,9 €/στρ/έτος στην περίπτωση  που εφαρμόζουν ολοκληρωμένη  διαχείριση στην παραγωγή τους  σύμφωνα με το εθνικό πρότυπο AGRO2 με παράλληλη μείωση των μονάδων αζωτούχων λιπασμάτων τουλάχιστον κατά 30℅ ή

– 31,8 €/στρ/έτος στην περίπτωση  που εφαρμόζουν ολοκληρωμένη  διαχείριση στην παραγωγή τους  σύμφωνα με το εθνικό πρότυπο  AGRO2 με παράλληλη μείωση των μονάδων αζωτούχων λιπασμάτων τουλάχιστον κατά 30℅ και του αρδευτικού νερού τουλάχιστον κατά 20℅.

Οι δικαιούχοι θα μπορούν και  χωρίς τροποποίηση του υφιστάμενου  θεσμικού πλαισίου της Δράσης να προχωρούν  στη μείωση της συμβασιοποιημένης  έκτασης τους, σε περιπτώσεις που  συνιστούν «φυσικές περιστάσεις», όπως η αδυναμία σποράς των σακχαρότευτλων λόγω κακών καιρικών συνθηκών (π.χ λόγω υπερβολικών βροχοπτώσεων) ή σε περιπτώσεις όπως αυτή στην οποία οι τοπικοί ΤΟΕΒ αποφασίζουν να διαθέσουν το νερό ώστε να καλλιεργηθεί ρύζι, με αποτέλεσμα οι δικαιούχοι της Δράσης να μην μπορούν να σπείρουν τεύτλα καθώς τα αγροτεμάχια τους θα έχουν δεσμευτεί για την καλλιέργεια ρυζιού. Στις περιπτώσεις αυτές, απαραίτητη θα είναι η πιστοποίηση της αδυναμίας σποράς σακχαρότευτλων από τις οικείες Δ/νσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ).

Όσον αφορά στο αίτημα ένταξης  των ενδιαφερομένων τευτλοπαραγωγών  στη Δράση για χρονική διάρκεια μικρότερη των πέντε (5) ετών, σημειώνεται  ότι η χρονική περίοδος των  γεωργοπεριβαλλοντικών    δράσεων  υπόκειται στους περιορισμούς του Κανονισμού (ΕΚ) 1698/2005 του Συμβουλίου, άρθρο 39. Συγκεκριμένα, η πενταετία ορίζεται ως η ελάχιστη χρονική περίοδος για την οποία μπορούν να αναληφθούν δεσμεύσεις από τους δικαιούχους γεωργοπεριβαλλοντικών δράσεων, προκειμένου να υπάρξει επαρκής χρόνος, ώστε οι γεωργοπεριβαλλοντικές δράσεις να παράξουν τα αναμενόμενα περιβαλλοντικά αποτελέσματα.

Σημειώνεται ότι, στην περίπτωση που  κατά την περίοδο δέσμευσης τεθούν νέοι όροι βάσει ενωσιακών και  εθνικών διατάξεων τους οποίους  ο δικαιούχος τεκμηριωμένα δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να τηρήσει, τότε ο δικαιούχος μπορεί να διακόψει την τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων χωρίς επιπτώσεις, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (Άρθρο 22 της ΚΥΑ της Δράσης).

Επίσης, αλλαγές επί των όρων της Δράσης ενδέχεται να προκύψουν στο πλαίσιο του υπό διαμόρφωση θεσμικού πλαισίου της επόμενης  Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020. Ωστόσο, οι δικαιούχοι δε θα μπορούν να προχωρούν μονομερώς στη διακοπή της σύμβασης χωρίς επιπτώσεις, παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι οι όποιες δυνητικές αλλαγές προκύψουν από το νέο κανονιστικό πλαίσιο, θα έχουν αποτυπωθεί στο εγκεκριμένο νέο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020 και θα έχουν εκδοθεί οι αντίστοιχες αποφάσεις από το Φορέα Εφαρμογής της Δράσης που θα δίνουν τη σχετική δυνατότητα στους δικαιούχους.

Επισημαίνεται ότι, βασική προϋπόθεση για την καταβολή της ενίσχυσης  στους τευτλοπαραγωγούς της 1ης Πρόσκλησης της Δράσης για την καλλιεργητική περίοδο 2012, αποτελεί αφενός η υποβολή αίτησης ενίσχυσης και η -κατόπιν αξιολόγησης αυτής- υπογραφή σύμβασης εκ μέρους των δικαιούχων και αφετέρου η προσκόμιση της δήλωσης εφαρμογής, με τη συμπλήρωση ενός περίπου έτους από τη έναρξη των δεσμεύσεων του δικαιούχου (15η Μαρτίου 2012).

Αναφορικά, τέλος, με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης ενίσχυσης και για τη Δράση 2.3 (Β) των παραγωγών που υπέβαλαν αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο της γεωργοπεριβαλλοντικής Δράσης 1.1 «Βιολογική Γεωργία», επισημαίνεται ότι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όπως είχε ανακοινώσει, προχώρησε στη τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη Δράση, ώστε να ικανοποιηθεί το σχετικό αίτημα.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο της  επικείμενης 2ης Πρόσκλησης Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος της Δράσης 2.3 (Β), με ημερομηνίες υποβολής αιτήσεων ενίσχυσης από 1/4/13 έως 31/5/13, δύνανται να κριθούν δικαιούχοι της εν λόγω Δράσης και οι δικαιούχοι της Δράσης 1.1 «Βιολογική Γεωργία», με την προϋπόθεση ότι οι αιτήσεις των υποψηφίων στις δύο Δράσεις αφορούν διαφορετικά αγροτεμάχια.