Περί ηθικής βλάβης ή υπάρχει και φιλότιμο

Με αφορμή τα αναδρομικά των συνταξιούχων βουλευτών που επανήλθαν στην επικαιρότητα, αναδημοσιεύω σχετικό κείμενο που έγραψα πριν από τέσσερα χρόνια:

Περί ηθικής βλάβης ή υπάρχει και φιλότιμο

«Πρωτοκλασάτα ονόματα των δύο μεγάλων κομμάτων … εξακολουθούν, παρά τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας, να ζητούν όχι μόνον την καταβολή αναδρομικών αποδοχών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ αλλά και αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν εξαιτίας του ότι οι μισθοί τους δεν αναπροσαρμόσθηκαν». 
Οι εφημερίδες.

Ηθική βλάβη: Η ζημία που δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα και σκοπό έχει την ηθική 
παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση του παθόντος.
Απόφαση 30/1961 Αρείου Πάγου.

Του Νίκου Φαλαγκάρα [nicfalag@yahoo.gr]
Του Νίκου Φαλαγκάρα
[nicfalag@yahoo.gr]

Διαβάζοντας, και μάλιστα σε καιρούς δεινής δοκιμασίας, την παραπάνω είδηση, μετά την κατάπληξη και την οργή, φτάνεις στην απογοήτευση. Διότι λες: διάβολε, δεν είναι ούτε ένας, ούτε δύο, άντε δέκα κοινοί φραγκοφονιάδες οι (αδικημένοι) ενάγοντες. Ξεπερνούν τους εκατόν είκοσι. Τρανταχτά ονόματα με (μικρή ή μεγάλη) ιστορία οι περισσότεροι, μερικοί δε με ενδιαφέρουσα (από ποινικής απόψεως) υπουργική θητεία. Μοιρασμένοι (από σύμπτωση;), σχεδόν μισοί μισοί, στα δύο λεγόμενα μεγάλα κόμματα που εναλλάξ διαχειρίζονται τα δημόσια πράγματα, από το 1974 και εντεύθεν, και με τα γνωστά αξιοζήλευτα, εννοείται, αποτελέσματα.
Το ένδικο αίτημα τους συνίσταται, κατά πρώτον, στο να τους επιδικασθούν αναδρομικά (αυξήσεις) που ενώ κατά νόμον τα δικαιούνταν, παρά τον νόμον δεν τους δόθηκαν. Και τα ζητούν τώρα. Τώρα που, ας πούμε, το ΙΚΑ αν δεν δανεισθεί δεν θα μπορέσει να δώσει τις συντάξεις που από το πολύ κόψιμο έχουν γίνει πια μερικά ρέστα. Τώρα που τα μισά περίπου ελληνικά νοικοκυριά έμειναν χωρίς θέρμανση. Τώρα που οι νεόπτωχοι αυξάνονται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Τώρα που τα παιδιά μας βλέπουν την πατρίδα να τα αντιμετωπίζει όπως η κακιά μητριά του παραμυθιού και γι’ αυτό αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. (Επείγουσα η ανάγκη να βρεθεί ένας νέος Καζαντζίδης για να τραγουδήσει τους καημούς της νέας ξενιτιάς). Αυτή την εποχή λοιπόν οι πρώην (και παραλίγο μερικοί νυν) εθνοπατέρες προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για να ενισχύσουν κατά μερικές χιλιάδες ευρώ ο καθένας και κατά μερικά εκατομμύρια (ευρώ) όλοι μαζί τα φτωχά πορτοφόλια τους.
Αλλά το πιο εξοργιστικό είναι το δεύτερο (ένδικο) αίτημά τους: να τους επιδικασθεί, λέει, επιπλέον κάποιο –δεν έχει και τόση σημασία το ύψος του- χρηματικό ποσό για την ηθική βλάβη που υπέστησαν (τι ευαισθησία!) εξαιτίας του ότι το ανάλγητο Ελληνικό Δημόσιο -για τη δόμηση του οποίου πάνω στις αποκρουστικότερες πελατειακές βάσεις, να σημειωθεί, γενναία συνέδραμαν και οι ίδιοι- αρνήθηκε να τους καταβάλει.
Υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής, ένας ένας άρχισαν, κατόπιν εορτής, να ψελλίζουν κάτι σαθρές και ελάχιστα σοβαρές δικαιολογίες, που θα ήταν προτιμότερο να τις είχαν αποφύγει. Επί παραδείγματι η δήλωση του κυρίου Ιωάννη Καψή ότι το ποσό που θα του επιδικάσει το Δικαστήριο το έχει ήδη εκχωρήσει για την (μερική) απόσβεση του δημόσιου χρέους είναι απλώς η ταφόπλακα του (όποιου) φιλότιμου είχε απομείνει εκεί στα υψηλά δώματα της εξουσίας που αποπνέουν αλαζονεία, απάθεια, αναλγησία και αναίδεια. Δηλαδή κάτι σαν τάμα σε άγιο για τη σωτηρία της ψυχής του.
Υπό κανονικές συνθήκες και –έστω- μετά τον όλο θόρυβο που δικαιολογημένα προκλήθηκε, η πρώτη κίνηση των εν λόγω πρώην αντιπροσώπων του έθνους θα ήταν να σπεύσουν να αποσύρουν, με τον τρόπο, βέβαια, που προβλέπει ο νόμος και όχι με πομπώδεις και ανέξοδες δηλώσεις στα τηλεπαράθυρα, τις ασκηθείσες αγωγές. Κατόπιν, να ζητήσουν ταπεινά συγγνώμη από τον ελληνικό λαό για την πρόκληση να σύρουν στα Δικαστήρια, τύποις μεν το Ελληνικό Δημόσιο, ουσία δε τον σκληρά δοκιμαζόμενο από την πρωτοφανή οικονομική (και όχι μόνο πια) κρίση λαό. Κι όλη αυτή η φασαρία, για να εισπράξουν αναδρομικά μερικές χιλιάδες ευρώ και έτσι να ανακουφίσουν, τόσο την αδικημένη τσέπη τους, όσο και τον ηθικό τους πόνο. Επίσης δε για το ότι και με δική τους προσωπική (υποκειμενική ή αντικειμενική, δεν έχει και τόση σημασία) ευθύνη κατρακυλήσαμε ως κοινωνία και έθνος τόσο βαθιά στου Κακού τη σκάλα, όπως θα έλεγε ο μεγάλος Παλαμάς.
Το μόνο ίσως «ελαφρυντικό» που θα μπορούσε κανείς να τους αναγνωρίσει είναι ότι ελάχιστα επικοινωνούν με την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα και επομένως έχουν σχηματίσει παραμορφωμένη εικόνα. Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει, εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς αν είναι δυνατόν να θεωρούνται αντάξιοι του υψηλού τίτλου που με την ψήφο του ο κυρίαρχος λαός τους επιδαψίλευσε και της βαριάς αποστολής που τους ανέθεσε να διεκπεραιώσουν, στο μέτρο, βέβαια, που αυτό είναι ανθρωπίνως εφικτό.
Καλό θα είναι, πάντως, μερικοί εξ αυτών να μην εκλαμβάνουν την –αυστηρή πολλές φορές- κριτική) που τους ασκείται ως άδικη και υπονομευτική πράξη εις βάρος του ίδιου του κοινοβουλευτικού θεσμού. Τους λόγους της βαθμιαίας απαξίωσής του ας τους αναζητήσουν κατά κύριο λόγο στη δυσαρμονία λόγων και έργων και βέβαια σε κινήσεις, όπως η δικαστική διεκδίκηση χρημάτων που δεν υπάρχουν, αλλά και αν ακόμα υπήρχαν, οι τελευταίοι που θα έπρεπε να τα ζητήσουν θα ήταν οι βουλευτές. Κι αυτό όχι επειδή είναι οι πλουσιότεροι ή γενικώς προνομιούχοι (αν και μερικοί είναι όντως), αλλά επειδή αυτοί οφείλουν να δίνουν, πρώτοι και χωρίς καμία άλλοθεν υπόδειξη, το παράδειγμα επιβάλλοντας εις εαυτούς όχι μόνο διαυγή αλλά και λιτή διαβίωση, αντίστοιχη σε κάθε περίπτωση με τις δυνατότητες και τις αντοχές της κοινωνίας.
Κατά τη γνώμη μου, ακόμα και ένα ευρώ να διεκδικούσαν δικαστικώς οι πρώην βουλευτές, και σ’ αυτή την περίπτωση θα υπήρχε ηθικό ζήτημα και δεν θα είχαν εκτεθεί λιγότερο στα μάτια της κοινής γνώμης.
Μόλις που χρειάζεται να σημειώσει κανείς ότι το νόμιμο όχι μόνο δεν είναι, αυτονοήτως και εξ ορισμού, και ηθικό, όπως αναιδώς και ανοήτως διεκήρυττε την εποχή που βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του ένας άλλος πρώην, αλλά μερικές φορές προκαλεί βάναυσα το κοινό περί δικαίου αίσθημα και τραυματίζει βαριά το φιλότιμο. Κι αυτό, νομίζω, είναι το πιο σοβαρό σύμπτωμα της βαθιάς και καθολικής μας παρακμής.
Εν είδει επιλόγου στο σημείωμα αυτό, ας μου επιτραπεί να παραθέσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το άρθρο του Παντελή Μπουκάλα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (15/12/2011), το οποίο ανεπιφύλακτα προσυπογράφω: «…Δεν τους ζορίσαμε να γίνουν βουλευτές. Δεν τους σύραμε να μπουν στο λειτούργημα, θέλοντας και μη, γιατί στα λειτουργήματα μπαίνεις με την καρδιά σου, κι ας ξέρεις ότι θα χάσεις, διαφορετικά μένεις στη βολή σου. Και άλλο βολή, άλλο Βουλή. Όσοι λοιπόν επέλεξαν να πολιτευτούν, δεν εξαναγκάστηκαν από κανέναν, και πάντως δεν τους υποχρέωσε η Ιστορία αυτοπροσώπως ούτε το Μέλλον του Τόπου…»

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfala@yahoo.gr)

16/12/2011