Πόλεις ασφαλείς, με ελευθερία και συμμετοχή

Πόλεις ασφαλείς, με ελευθερία και συμμετοχή

Μυλωνά ΕιρήνηΑΡΘΡΟ της Ειρήνης Κ. Μυλωνά, δικηγόρου,

[υποψ. Δημοτικής Συμβούλου στο Δήμο Σερρών με την Διάβαση Πεζών]

Είναι γνωστό, πια, πως η κεντρική πολιτική που ακολουθείται έχει φέρει την τοπική αυτοδιοίκηση, σε σημείο οικονομικού παροπλισμού. Μνημόνια, περικοπές, υπερμεγέθεις και ανομοιόρφοι καλλικρατικοί δήμοι, με αυξημένες οικονομικές ανάγκες και περιορισμένα διαθέσιμα κονδύλια, βρίσκονται καθημερινά σε πρώτη προτεραιότητα στην δική μας κριτική. Τα παραπάνω, ωστόσο, αξιοποιούνται από την κρατούσα επιχειρηματολογία ως άλλοθι για την ανυπαρξία έργου και κυρίως κοινωνικής πολιτικής. Μόνο που η κοινωνική πολιτική είναι περισσότερο αναγκαία σήμερα, παρά ποτέ. Σήμερα, που η ποιότητα ζωής των πολιτών χειροτερεύει, το έλλειμα κοινωνικής πολιτικής, αλλά και το αίσθημα της ανασφάλειας και του φόβου στην γειτονιά, βιώνονται ακόμα πιο δυσβάσταχτα. Οι δικαιολογίες περί κονδυλίων δεν αρκούν για να ξεπλύνουν τις κατά τόπους αυτοδιοικητικές αρχές, καθώς υπάρχουν θεσμοί, μέσα από τους οποίους η διοίκηση και, εν προκειμένω, η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά στην βελτίωση της ζωής των πολιτών, και μάλιστα χωρίς κανένα κόστος. Μόνη προϋπόθεση το ενδιαφέρον και η θέληση των εμπλεκόμενων για το καλό του τόπου και την πρόοδο της κοινωνίας μας.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ενός τέτοιου θεσμού, ο οποίος προβλέφθηκε με τον Ν. 2713/1999, αποτελούν τα Τοπικά Συμβούλια Πρόληψης Εγκληματικότητας. Θεσμός βαθειά κοινωνικός, εφαρμόζει ένα  συμμετοχικό πρότυπο, στο οποίο η ενεργός συμμετοχή του κοινού και η θετική του στάση είναι απαραίτητη για την πρόληψη της εγκληματικότητας, αλλά και για την επανένταξη του εγκληματία. Αντίστοιχοι θεσμοί και δομές λειτουργούν με αποτελεσματικότητα επί δεκαετίες στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η μικροεγκληματικότητα της πόλης, το αίσθημα της ανασφάλειας των πολιτών, η διακινδυνευση των πιο αδύναμων ομάδων, γίνονται μέσα από αυτόν τον θεσμό αντικείμενο μελέτης της ίδιας της τοπικής κοινωνίας. Ο στόχος είναι να εξαλειφθούν οι αιτίες που τα προκαλούν και όχι η κατόπιν εορτής καταστολή.

Μέσα από μία τέτοια διαδικασία, η αντεγκληματική πολιτική παύει να αποτελεί κρατικό μονοπώλιο και γίνεται υπόθεση όλων. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από την καταστολή, στην πρόληψη, από την θεραπεία του προβλήματος και την αποκατάσταση των ζημιών, στον εντοπισμό των αιτίων του και την παρέμβαση σε αυτά. Πρόκειται για ένα μοντέλο, με ιδιαίτερη έμφαση στον εκδημοκρατισμό της κοινωνικής ζωής, σε τοπικό τουλάχιστον επίπεδο, καθώς ενθαρρύνει την συμμετοχή των πολιτών στα κοινωνικά ζητήματα. Προς αποφυγήν επικίνδυνων παρεξηγήσεων, ας μην φανταστεί ο αναγνώστης ομάδες πολιτοφυλακής τύπου farwest. Αντιθέτως, πρόκειται για μια δομή, η οποία σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο έχει χαρακτήρα συμβουλευτικό και συγκαλείται και προεδρέυεται από τον Δήμαρχο του οικείου Δήμου ή κάποιον οριζόμενο από αυτόν εκπρόσωπό του. Μέλη του μπορούν να αποτελέσουν επιστήμονες ή λειτουργοί σχετικοί με το ζήτημα τη παραβατικότητας (κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, εκπρόσωποι της αστυνομίας, του δικηγορικού συλλόγου κ.α.).

Έτσι μπορεί να ξεκινήσει μια προσπάθεια κατανόησης των κοινωνικών παραγόντων που συντελούν στην δημιουργία του εγκλήματος και πρόληψής του μέσα από τον περιορισμό των παραγόντων αυτών. Η προσπάθεια αυτή, μπορεί να βρει έδαφος παρέμβασης ιδίως σε θέματα πρόληψης της παραβατικότητας των ανηλίκων, στοχεύοντας σε παραμέτρους κινδύνου όπως το σχολείο, το οικογενειακό περιβάλλον, οι συναναστροφές με συνομήλικους, η ανεργία και η οικονομικές στερήσεις και κατευθύνοντας τους σε κρίσιμα σημεία της ανάπτυξης των νέων, από τη γέννηση έως την μετάβαση στην αγορά εργασίας ή και μεταγενέστερα.

Με απλά λόγια, πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά κυρίως το πιο πολύτιμο κομμάτι της κοινωνίας μας και ταυτόχρονα το πιο ευάλωτο, τα παιδιά και  τους νέους. Κι ενώ υπάρχει θεσμικά η δυνατότητα, υπό την προεδρία και τον συντονισμό του Δημάρχου, να συνεργαστούν οι ίδιοι οι πολίτες για τον σκοπό αυτό, εδώ και δεκαπέντε χρόνια κανείς δήμαρχος δεν πήρε την παραμικρή πρωτοβουλία επί του θέματος. Από τις τροχαίες παραβάσεις μέχρι τα ναρκωτικά και από τη ρύπανση μέχρι το σχολικό εκφοβισμό, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει την θεσμική και πραγματική δυνατότητα να μελετήσει, να εντοπίσει αιτίες, να προτείνει λύσεις, να διαπαιδαγωγήσει τους πολίτες, να προστατέψει ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες κι όμως, σφυρίζει αδιάφορα. Ίσως γιατί η διαδικασία αυτή δεν περιλαμβάνει μεγάλα κονδύλια κι αναθέσεις σε εργολάβους. Ίσως γιατί η λειτουργία του θεσμού απαιτεί ενεργοποίηση και συμμετοχή των πολιτών, τους οποίους απ’ ότι φαίνεται κάποιοι θέλουν παθητικούς θεατές.

Η πρόταση επί του θέματος είναι μία και συγκεκριμένη, και έχει να κάνει με το όραμα του κάθε πολίτη για την τοπική αυτοδιοίκηση. Δεν υπάρχει πλέον περιθώριο ανοχης στην αδιαφορία των τοπικών αρχόντων για το κοινό καλό. Δεν υπάρχει δικαιολογία στην αποχή των δημοτικών αρχών από σημαντικές πρωτοβουλίες για την βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών. Είναι η στιγμή να ανατραπεί η υπάρχουσα αντίληψη. Είναι η στιγμή να αντικαταστήσουμε την Αυτοδιοίκηση της εγωπάθειας, της αυταρέσκειας και της αλαζονίας, με την Αυτοδιοίκηση της συλλογικότητας, των νέων, καθαρών ανθρώπων, των νέων ιδεών και των κοινών αγώνων.