Προς μια νέα ισορροπία του τρόμου!

Προς μια νέα ισορροπία του τρόμου!

Το 2018 μας εγκαταλείπει με ειδήσεις εξαιρετικού πολιτικό-στρατιωτικού ενδιαφέροντος από τις ΗΠΑ.

Ο πρόεδρος Τράμπ αποφάσισε την απόσυρση των Αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία και τη μερική

Του Γιάννη Χουβαρδά
Πολιτικού Επιστήμονα

απόσυρση τους από το Αφγανιστάν, ενώ ο υπ. Άμυνας κ. Μάτις παραιτήθηκε. Συνεπώς ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στα διάφορα κέντρα εξουσίας στο εσωτερικό των ΗΠΑ δείχνει να διαμορφώνεται υπέρ του Λευκού Οίκου.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη, αν τελικά επιβεβαιωθεί, σηματοδοτεί τον μεγαλύτερο περιορισμό της συμμετοχής των ΗΠΑ στις παγκόσμιες υποθέσεις. Ως εκ τούτου το φιλελεύθερο οικονομικό-πολιτικό μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης, το οποίο οικοδόμησαν οι ΗΠΑ στη Δύση μετά τη νίκη τους στο Β’ ΠΠ και το οποίο επιβλήθηκε σε ολόκληρο το Διεθνές Σύστημα (ΔΣ) με τη νίκη της Δύσης στον ψυχρό πόλεμο, πρόκειται να εισέλθει σε μια μακρά περίοδο εντονότατης απαξίωσης.

Η ΕΕ αντιτάσσεται στις κινήσεις των ΗΠΑ

Την ίδια ώρα η ΕΕ αντιτάσσεται στις κινήσεις των ΗΠΑ, μένοντας προσηλωμένη στην υποστήριξη της φιλελεύθερης διεθνής τάξης πραγμάτων. Έτσι η κομισιόν επιμένει στην περεταίρω ενίσχυση του παγκοσμίου ρόλου του Ευρώ, με πρώτο βήμα τη σύσταση της για την προώθηση της ευρύτερης χρήσης του στις διεθνείς ενεργειακές συναλλαγές, ενώ ιδιαίτερα ενδιαφέρεται για την εμβάθυνσης της ΟΝΕ, μέσω της αναβάθμισης του ESM και την προώθησης της Τραπεζικής Ένωσης.

Αντίστοιχα Γαλλία και Γερμανία κρατούν αποστάσεις από τις νέες Αμερικανικές κινήσεις στη Συρία, χαρακτηρίζοντας τες μονομερής ενέργειες. Μάλιστα το Παρίσι επαναδιατυπώνει την ανάγκη η ΕΕ να έχει τη δική της αυτόνομη στρατηγική στο ΔΣ και διεκδικεί το ίδιο ενεργότερο στρατιωτικό ρόλο στη Συρία. Ωστόσο η ΕΕ είναι αδύνατο να αναπληρώσει το κενό ισχύος που δημιουργεί στο ΔΣ η νέα Αμερικανική στροφή προς τον απομονωτισμό.

Απλούστατα διότι το οικονομικό και στρατιωτικό εκτόπισμα της δεν επαρκεί για κάτι τέτοιο. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι η συμμετοχή της ΕΕ στο παγκόσμιο ΑΕΠ ανέρχεται σε λιγότερο από 22%, δηλαδή είναι μικρότερη των ΗΠΑ (περίπου 24%), εμφανίζοντας τάση συρρίκνωσης.

Αντίστοιχα η συμμετοχή σημαντικών Ευρωπαϊκών χωρών στις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Η συμμετοχή της Γαλλίας ανέρχεται στο 3,3% (6η θέση), του Η.Β στο 2,9% (7η θέση) και της Γερμανίας στο 2,4% (9η θέση), όταν η αντίστοιχη συμμετοχή των ΗΠΑ ανέρχεται στο 36% (1η θέση).

Παράλληλα οι κυβερνήσεις Μακρόν-Μέρκελ σε Γαλλία-Γερμανία, βλέπουν τις πλανητικές τους επιδιώξεις να καταβαραθρώνονται υπό το βάρος των «κίτρινων γιλέκων» (Γαλλία) και της εγχώριας-εσωκομματικής αμφισβήτησης (Γερμανία), ενώ το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης δείχνει να έχει παραλύσει από τις συνομιλίες για το BREXIT, την απειθαρχία των χωρών τις Αν. Ευρώπης και τις διαφωνίες της Ιταλίας. Συνακόλουθα οι φορείς του Ευρωσκεπτικισμού ενισχύονται σε ολόκληρη την ήπειρο, τάση που υποδαυλίζεται και από τις ενέργειες των κ. Πούτιν και Τράμπ.

Η Ασία αυξάνει το αποτύπωμα της στον κόσμο

Ταυτόχρονα η Ασία αυξάνει όλο και περισσότερο το αποτύπωμα της στον κόσμο. Με ατμομηχανή την Κινεζική οικονομία {περίπου 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ (2η θέση)}, οι οικονομίες της Ασίας έφτασαν να αντιπροσωπεύουν γύρω στο 34% της παγκόσμιου ΑΕΠ, με τη Β. Αμερική (περίπου 28%) και την Ευρώπη να ακολουθούν.

Μάλιστα η ενίσχυση του μεγέθους της Ασίας στο σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται να διευρυνθεί ταχέως τα επόμενα χρόνια.

Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι μέχρι το 2030 η Κινεζική οικονομία θα κατακτήσει την πρώτη θέση στον πλανήτη, ξεπερνώντας αυτή των ΗΠΑ. Αντίστοιχα πιστεύουν ότι σε διάστημα ίσως και λιγότερο των 15 ετών η Ινδία θα βρεθεί στην 3η θέση, ενώ η Ν. Κορέα και η Ινδονησία θα εισέλθουν δυναμικά στην πρώτη δεκάδα, εκτοπίζοντας απ’ αυτή την Ιταλία και τον Καναδά. Παράλληλα η Γερμανία και το Η.Β εκτιμάται ότι θα απωλέσουν από μία θέση στην παγκόσμια κατάταξη και θα βρεθούν στην 5η και την 7η θέση αντίστοιχα, ενώ η Γαλλία αναμένεται να καταβαραθρωθεί από την 5η στην 9η θέση.

Ως εκ τούτου η συνεισφορά των Ασιατικών χωρών στη χρηματοδότηση και τη λειτουργεία των διάφορων διεθνών οργανισμών πιστεύεται πως επίσης θα αυξηθεί. Ήδη η Κίνα καταβάλλει τη δεύτερη μεγαλύτερη συνεισφορά στον προϋπολογισμό του ΟΗΕ σχετικά με τις ειρηνευτικές επιχειρήσεις (θα αυξηθεί από 10,24% το 2019 σε 15,22% το 2021), ενώ από φέτος θα καταβάλλει τη δεύτερη μεγαλύτερη συνεισφορά και στον τακτικό του προϋπολογισμό (θα αυξηθεί από 7,92% το 2018 σε 12,01% το 2021).

Η Κίνα σέρνει το χορό

Φυσικά η προηγούμενη εξέλιξη έχει ως αποτέλεσμα την αναβάθμιση της συμμετοχή της Ασίας και στη διαχείριση των διεθνών οργανισμών, με την Κίνα να επιδιώκει τη διεύρυνση του ρόλου της στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ως εκ τούτου, μόνο τυχαία δεν είναι η δήλωση της κ. Λαγκάρντ, επικεφαλής του ΔΝΤ, το 2017 για το ενδεχόμενο μεταφοράς της έδρας του ταμείου από την Ουάσιγκτον στο Πεκίνο.

Τέλος η οικονομική άνοδος της Ασίας επηρεάζει προς το θετικότερο και τη στρατιωτική της ισχύ. Έτσι οι στρατιωτικές δαπάνες της Κίνας αυξήθηκαν κατά 110% τη δεκαετία 2008-2017, αντιπροσωπεύοντας το 2017 το 13% (2η θέση) των παγκόσμιων δαπανών, ενώ την ίδια περίοδο οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 14%. Ωστόσο η σημαντικότερη επίπτωση της Ασιατικής οικονομικής ανόδου είναι οι νέες προτεραιότητες που θέτει για τους πυλώνες της.

Η Κινεζική οικονομία, παρά την αξιοσημείωτη της αντοχή, γνωρίζει και αυτή επιβράδυνση. Ο ρυθμός ανάπτυξης της για το 2019 αναμένεται εκ νέου να περιορισθεί, στο 6,2%, όταν την περίοδο 1998-2013 ήταν μεγαλύτερος από 7,5%. Βασική αιτία της συγκεκριμένης εξέλιξης είναι η πτώση του επενδυτικού ενδιαφέροντος στην παραγωγική βάση της χώρας.

Η τελευταία, καθώς βασίζεται στις εξαγωγές εμπορευμάτων στη Δύση, πλήττεται από την αδυναμία ή την απροθυμία της τελευταίας να διατηρεί τον ίδιο όγκο εισαγωγών από την Κίνα.

Ως απάντηση στο πρόβλημα η Κίνα προωθεί 4 νέα σχέδια.

  • 1) Τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης, μέσω της αύξησης του δανεισμού.
  • 2) Ανακατεύθυνση των επενδύσεων της στο εξωτερικό.
  • 3) Ιεράρχηση της παραγωγής προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.
  • 4) Διευκόλυνση του παγκοσμίου εμπορίου.

Συνακόλουθα η ικανοποίηση αυτών των σχεδιασμών απαιτεί:

  • Α) Ισχυροποίηση του Γουάν ως διεθνούς συναλλαγματικού μέσου.
  • Β) Προώθηση της «οικονομικής παγκοσμιοποίησης».
  • Γ) Δημιουργία μιας ευρύτερης διακρατικής-γεωγραφικής ζώνης για την άσκηση εμπορικών-επενδυτικών δραστηριοτήτων.

Μία Ζώνη-Ένας Δρόμος (OBOR)

Η πρωτοβουλία Μία Ζώνη-Ένας Δρόμος (OBOR), με την οποία η Κίνα φιλοδοξεί να ενώσει την Ευρασία σε ενιαίο οικονομικό χώρο, μέσω της «αναγέννησης» του αρχαίου χερσαίου δρόμου του μεταξιού και της θαλάσσιας σύνδεσης Ειρηνικός Ωκεανός-Μεσόγειος, έχει ορισθεί ως το εργαλείο για την εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων. Τα αποτελέσματα της υλοποίησης της OBOR, αν και δε θα αποτρέψουν την εκδήλωση κρίσης και στην Κινεζική οικονομία, αντίθετα θα επιτείνουν το βάθος της, εν τούτοις θα μεταβάλλουν άρδην τη γεωπολιτική πραγματικότητα στον πλανήτη.

Για του λόγου το αληθές απλά αναφέρουμε ότι στην ακμή του αρχαίου δρόμου του μεταξιού (13ος-14ος αιώνας) η Κίνα αναλογούσε στο 58% του παγκόσμιου ΑΕΠ!

Συνεπώς γίνεται κατανοητό, ότι η τάση ενίσχυσης της αλληλοδιαπλοκής μεταξύ των εθνικών οικονομιών, απλά επιταχύνει την πτώση της Δύσης και διευκολύνει την άνοδο της Ανατολής.

Οι οικονομίες της Δύσης και της Ασίας

Οι οικονομίες της Δύσης δε μπορούν να ανταγωνιστούν τις ανερχόμενες οικονομίες της Ασίας, γιατί απλούστατα το εργατικό κόστος (μισθοί-κρατικές παροχές) στην τελευταία είναι πολύ μικρότερο απ’ ότι στη Δύση.

Μάλιστα 20 χρόνια λιτότητας στη Δύση, δε μπόρεσαν να ανατρέψουν αυτήν την πραγματικότητα. Ως εκ τούτου οι Δυτικές ελίτ (μεγαλομέτοχοι μονοπωλιακών ομίλων και οι κοινωνικοί και πολιτικοί τους δορυφόροι) στρέφονται προς την εσωστρέφεια και σε πιο «τελικές» λύσεις.

Το κόστος της εργασίας επιχειρείται να πέσει και μέσω της εφαρμογής μη φιλελεύθερων πολιτικών (περιορισμός των δημοκρατικών ελευθεριών και άρνηση της ιδιότητας του πολίτη σε ένα μέρος του πληθυσμού).

Παράλληλα εθνικιστικές δυνάμεις (Τράμπ-Ευρωσκεπτικιστές), επιχειρούν να περιορίσουν τους δεσμούς της Δύσης με τον έξω κόσμο. Έτσι οι φιλελεύθεροι διεθνείς θεσμοί, τους οποίους η Δύση οικοδόμησε με σκοπό την άσκηση παγκόσμιας διακυβέρνησης, κρίνονται ως επιβλαβής για τα συμφέροντα της.

Αντίστοιχα η παγκόσμια οικονομική συνεργασία (ελεύθερο εμπόριο-ελευθερία κίνησης κεφαλαίων), επιδιώκεται να περιορισθεί στα πλαίσια διμερών σχέσεων, στις οποίες οι ΗΠΑ μπορούν να μετάσχουν με καλύτερους όρους.

Πρόσθετα οι ΗΠΑ εκβιάζουν την Ασία και τη φιλελεύθερη ΕΕ να αποδεχθούν τους όρους τους στις διμερής οικονομικές τους σχέσεις, απειλώντας τες με την κήρυξη εμπορικού πολέμου. Τέλος και η συνεισφορά της Δύσης στη διατήρηση της παγκόσμιας ασφαλείας αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό.

Οι ΗΠΑ δε θέλουν να δεσμεύουν πόρους για τη σταθερότητα ενός ΔΣ, το οποίο δε μπορούν να ελέγξουν. Ως εκ τούτου ιεραρχούν την προστασία-επέκταση της στρατιωτικής τους παρουσίας σε σημεία του πλανήτη, τα οποία θεωρούνται κρίσιμα για την ασφάλεια τους και τα οποία πρωτίστως συνδέονται με την αναχαίτηση της Κίνας (Νότια Κινεζική Θάλασσα).

Καρότο και μαστίγιο με την Ρωσία

Την ίδια ώρα η προσέγγιση τους απέναντι στη Μόσχα χαρακτηρίζεται από την τακτική καρότο και μαστίγιο. Από τη μια περιλαμβάνει την άσκηση οικονομικής-πολιτικής-στρατιωτικής πίεσης, η οποία εξασθενεί περεταίρω την ήδη ασθενική, εξαιτίας της πτώσης της τιμής του πετρελαίου, Ρωσική οικονομία. Από την άλλη συνοδεύεται από καλέσματα για συμβιβασμό και συνεργασία σε τομείς οικονομίας-ασφάλειας, καθώς οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι η Ρωσία βλέπει παραδοσιακά καχύποπτα την άνοδο της Κίνας.

Γεωγραφικό τόξο ασφαλείας των ΗΠΑ

Σε αυτά τα πλαίσια και δεδομένων μιας σειράς αρνητικών για τη Δύση εξελίξεων (Αραβική Άνοιξη-πόλεμοι της Μεσοποταμίας-κατοχή του Αφγανιστάν), οι ΗΠΑ αναδιατάσσουν τη γραμμή άμυνας τους στην Ευρασία. Έτσι διαμορφώνουν ένα γεωγραφικό τόξο ασφαλείας από την Πολωνία-Βαλτική μέχρι το Ισραήλ και τη Σ. Αραβία, το οποίο καλείται να διαχειριστεί τα βασικότερα μέτωπα της νέας εποχής (Ουκρανία- Αν. Μεσόγειος-Περσικός Κόλπος) στη Δυτ. ηπέρήπειρο.

Τα βαλκάνια στο επίκεντρο

Τα Βαλκάνια βρίσκονται σε καίρια θέση στο συγκεκριμένο τόξο, εξού και η πρεμούρα της ενσωμάτωσης τους σε ΝΑΤΟ-ΕΕ. Παράλληλα οι ΗΠΑ, αναγνωρίζοντας τον αυξημένο ρόλο που θα έχουν οι στρατιωτικοί ανταγωνισμοί στο νέο ΔΣ, επικεντρώνουν την προσοχή τους στο αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων.

Έτσι οι στρατιωτικές τους δαπάνες για το 2019 θα αυξηθούν εκ νέου κατά 10%, φτάνοντας το αστρονομικό ποσό των 686 δις.$!1 Αντίστοιχα επιθυμούν και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι τους στο ΝΑΤΟ να συμμεριστούν τις ανησυχίες τους και να προετοιμαστούν καταλλήλως για τη νέα εποχή.

Η Ρωσία προσεγγίζει σταθερά την Κίνα

Την ίδια περίοδο η Ρωσία προσεγγίζει σταθερά την Κίνα. Η Μόσχα το 2016 εξήγγειλε τη δική της πρωτοβουλία για την ένωση της Ευρασίας, μέσω της προώθησης της “Ευρύτερης Ευρασιατικής Εταιρικής Σχέσης”, η οποία φιλοδοξεί να καταστήσει τη Ρωσία γέφυρα ανάμεσα στο «παλιό» (Ευρώπη-Ατλαντικός) και στο ανερχόμενο (Ασία-Ινδικός-Ειρηνικός) οικονομικό «κέντρο» του κόσμου.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία, που αν τελικά ευοδωθεί θα οδηγήσει, στην υπό Ρωσική ηγεσία, οικονομική-στρατιωτική ολοκλήρωση του πρώην Σοβιετικού χώρου, επιτρέποντας στη Μόσχα να επιστρέψει ως αυτόνομος πόλος στο club των υπερδυνάμεων. Ωστόσο η παρατεταμένη οικονομική δυστοκία της Ρωσίας, η οποία ενισχύεται από τις Δυτικές κυρώσεις, υποσκάπτει αυτές τις φιλοδοξίες.

Ακόμη περισσότερο θέτει σε κίνδυνο την κατακτημένη με πολύ κόπο στρατιωτική ισορροπία ισχύος με τη Δύση, δεδομένης της αδυναμίας της Μόσχας να ακολουθήσει την Ουάσιγκτον στο ράλι των στρατιωτικών εξοπλισμών.

Αντίστοιχα η υλοποίηση της Κινεζικής πρωτοβουλίας OBOR θα συναντά διαρκώς εμπόδια, όσο η Κίνα στερείται το βαθμό της στρατιωτικής και διπλωματικής ισχύος που είναι απαραίτητος για τη σταθεροποίηση της Ευρασίας, αλλά και για την εξισορρόπηση τυχών επιθετικών ενεργειών εκ μέρους της Δύσης.

Σε αυτά τα πλαίσια οι δύο χώρες κατανοούν πως μόνο από κοινού μπορούν να προχωρήσουν τα εκατέρωθεν σχέδια τους για την ολοκλήρωση της Ευρασίας.

Το Πεκίνο διαθέτει τα κεφάλαια και μια πολύ ανεπτυγμένη αγορά, ενώ η Μόσχα κατέχει την απαραίτητη στρατιωτική ισχύ (πυρηνικά) και άφθονες πρώτες ύλες (ιδιαίτερα υδρογονάνθρακες). Ως εκ τούτου, οι δύο τους μπορούν να καλύψουν το κενό ασφαλείας που δημιουργεί στο ΔΣ η υποχώρηση της Δύσης, αλλά και να απαντήσουν στην αύξηση της επιθετικότητας της τελευταίας, καθώς αυτή πασχίζει να διατηρήσει τον ηγεμονικό της ρόλο και στη νέα εποχή.

Ωστόσο τόσο το επίπεδο ισχύος των Ευρασιατικών εταίρων, όσο και οι μεταξύ τους αντιθέσεις, καθιστούν αδύνατη την ολοκλήρωση της Ευρασίας σε αντίστοιχα της ΕΕ επίπεδα και αποκλείουν την οικοδόμηση οργανισμών τύπου NATO ή ΔΝΤ.

Αντίθετα η βάση της περιφερειακής ολοκλήρωσης της Ευρασίας θα εδράζεται στη συνδεσιμότητα των οικονομιών μέσω της ανάπτυξης των υποδομών διαμετακόμισης εμπορευμάτων, ενώ ο βαθμός ολοκλήρωσης της δεν επιδιώκεται να υπερβεί αυτόν της συγκρότησης ζώνης ελεύθερων συναλλαγών, «σεβόμενος» την εθνική κυριαρχία των χωρών που θα μετάσχουν σε αυτή.

Πρόσθετα, σε αντίθεση με την πορεία ολοκλήρωσης της ΕΕ, η οποία στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ιδιωτική οικονομία, η ολοκλήρωση της Ευρασίας αναμένεται να στηριχθεί εξίσου στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα της οικονομίας. Τέλος η ασφάλεια του Ευρασιατικού χώρου θα επιδιωχθεί σε συνεργασία με τους διάφορους ισχυρούς περιφερειακούς παράγοντες, οι οποίοι αναβαθμίζονται σε εγγυητές της σταθερότητας στη γειτονιά τους.

Η νέα περίοδος ισορροπίας του τρόμου

Συμπερασματικά, το ΔΣ εισέρχεται σε μια νέα περίοδο ισορροπίας του τρόμου. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν την πιο ισχυρή δύναμη στον πλανήτη, ωστόσο το ΔΣ είναι πολύ λιγότερο μονό-πολικό απ’ ότι μερικά χρόνια πριν.

Παράλληλα η ΕΕ μοιάζει αδύναμη να συνεχίσει την πορεία ολοκλήρωσης της και ανέλιξης της σε αυτοδύναμη υπερδύναμη. Έτσι μάλλον καλείται να διαλέξει, αν θα ακολουθήσει τις ΗΠΑ στην απομόνωση ή αν θα συνδεθεί ως ένας ακόμη περιφερειακός πόλος, με το Ευρασιατικό εγχείρημα.

Φυσικά η τεράστια σημασία της ως σύμμαχος των ΗΠΑ, για την ασφάλεια των τελευταίων, αναμένεται να επιτείνει με δραματικό τρόπο τις πιέσεις που πρόκειται να της ασκηθούν απ’ αυτές. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, η τελική απόφαση θα είναι της Γερμανίας, η οποία είναι και η μόνη χώρα της ηπείρου, που μεσοπρόθεσμα φαίνεται να διατηρεί την ικανότητα της να δρα ως περιφερειακή δύναμη.

Η … «προσφορά» της Κίνας

Ταυτόχρονα η Κίνα μέσω της πρωτοβουλίας OBOR θέτει σε ευθεία αμφισβήτηση την Αμερικανική ηγεμονία στο ΔΣ, ενώ από κοινού με τη Ρωσία «προσφέρουν» στον κόσμο ένα «εναλλακτικό» (Κευνσιανού τύπου) σχέδιο κεφαλαιοκρατικής παγκοσμιοποίησης.

Σε αυτά τα πλαίσια ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις Ρωσία-Κίνα αναμένεται να οξυνθεί περεταίρω.

Παράλληλα η αποδυνάμωση του Ευρωατλαντικού άξονα, η μείωση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ σε Μ. Ανατολή και Αφγανιστάν, η απαξίωση των Δυτικό-κεντρικά προσανατολισμένων διεθνών οργανισμών και η επιμονή της Ρωσίας και της Κίνας στην οικοδόμηση ενός πολυμερούς συστήματος συλλογικής ασφαλείας, αναβαθμίζουν το ρόλο περιφερειακών παραγόντων της Ευρασίας, όπως το Ιράν, η Τουρκίας και η Σ. Αραβία.

Μάλιστα ο Σιιτικός άξονας που προωθεί το Ιράν, οι νέο-Οθωμανικές φιλοδοξίες της Τουρκίας και η Σουνιτική στρατιωτική συμμαχία που έχει χτίσει η Σ. Αραβία, θα μπορούσαν να ιδωθούν ακόμη και ως συστατικά στοιχεία της Ευρασιατικής ολοκλήρωσης, εφόσον κρατήσουν τις απαραίτητες αποστάσεις από τις ΗΠΑ, αποδεχθούν την ισχύ του Ισραήλ και περιορίσουν το μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Ως εκ τούτου οι κινήσεις του κ. Ερντογάν στην κατεύθυνση προσέγγισης της Ρωσίας και του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης για την ώρα δικαιώνονται. Τέλος η άνοδος του οικονομικού προστατευτισμού και των διεθνών εντάσεων επισπεύδει την εκδήλωση νέας παγκόσμιας οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης, σε μια εποχή που οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η παγκόσμια ανάπτυξη εξάντλησε τα όρια της.