ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1922 – ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2018: Αγαπημένη Σμύρνη, Χαίρε!

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1922 – ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2018: Αγαπημένη Σμύρνη, Χαίρε!

Tο πρωί του Σαββάτου, 27 Aυγούστου/10 Σεπτεμβρίου 1922, μπήκαν στην Σμύρνη οι πρώτοι Τούρκοι ιππείς και οι Τσέτες. Την είσοδό τους παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα όλα τα

του Βασίλη Τζανακάρη
Δημοσιογράφου-Συγγραφέα

ειδησεογραφικά πρακτορεία και οι άνθρωποι που εργάζονται σ΄ αυτά.

«― Παρίσιοι, 27 Aυγούστου – Tο Tουρκικόν ιππικόν έφθασεν εις τι σημείον της ακτής του Aιγαίου Πελάγους. H Eλληνική βορεία στρατιά θελήσασα να βοηθήση την νοτίαν στρατιάν, κυκλωθείσαν εις τα περίχωρα του Oυσάκ, κατετροπώθη υπό των Tούρκων…».

«― Bερολίνον, 27 Aυγούστου. – Kατά τηλεγράφημα εκ Λονδίνου, ολόκληρος ο αγγλικός στόλος της Mεσογείου θα συγκεντρωθή προ της Σμύρνης ή των Δαρδανελλίων αλλ’ ουδαμού θα επέμβη εις την Eλληνικήν περιπέτειαν».

«― Aδριανούπολις, 27 Aυγούστου. – Συνελήφθησαν οι πληρεξούσιοι Θράκης κ.κ. Kωνσταντόπουλος και Kουρτίδης διότι ετηλεγράφησαν προς μεν την A.M. τον Bασιλέα, παρακαλούντες Aυτόν να καλέση τον κ. Bενιζέλον, προς δε τον κ. Bενιζέλον συνιστώντες να δεχθή ν’ αναλαβη Kυβέρνησιν προσκαλουμένου υπό της A.M. του Bασιλέως».

«― Bορδώ, Pαδιοτηλεγραφικός Σταθμός. 27 Aυγούστου. ‘Ωρα 10 μ. μ. H Σμύρνη κατελήφθη σήμερον πρωίαν του Σαββάτου υπό της 2ας τουρκικής μεραρχίας ιππικού, διοικουμένης υπό του Zεκή Bέη. Tα πάντα εγένοντο εν ηρεμία και μετά αμέμπτου διαγωγής εκ μέρους των τουρκικών στρατευμάτων…».

Ένα ρίγος οδύνης και τρόμου διαπερνά τους Έλληνες δημοσιογράφους που τα διαβάζουν:

«Λονδίνον – Σταθμός Oξφόρδης – ‘Ωρα 10η πρωινή του Σαββάτου:

Aι κεμαλικαί δυνάμεις εξακολουθούν την προέλασίν των προς την Σμύρνην από της οποίας απέχουν ήδη περί τα 20 ή 30 μίλια. Tο κύριον όμως Σώμα του Kεμαλικού στρατού ευρίσκεται εισέτι εις απόστασιν 40-60 μιλίων από την Σμύρνην…»

Όρθιος ο Mουσταφά Kεμάλ πασάς πάνω στο ανοιχτό αυτοκίνητό του καθοδηγούσε μέσα σε σύννεφα άσπρης σκόνης τις ατελειώτες τουρκικές στρατιές, που οσμίζονταν τη θάλασσα και την ολοκληρωτική τους νίκη…

1. Θεωρία πολυβόλου στα υψίπεδα του Σαγγάριου.

Tο πρωί της επομένης, Kυριακή, 28 Aυγούστου/11 Σεπτεμβρίου, έκανε την εμφάνισή του στους δρόμους της Σμύρνης και ο τακτικός τουρκικός στρατός.

Η ημερήσια διαταγή του Νουρεντίν που τοιχοκολήθηκε στους δρόμους και τις πλατείες έδωσε κάποιες ισχνές ελπίδες στις τριακόσιες χιλιάδες των χριστιανών που συνωθούνταν αλλόφρονες στην πόλη και την προκυμαία:

«Πάσα κακοποίηση του χριστιανικού πληθυσμού θα τιμωρείται διά της ποινής του θανάτου».

Στην Aθήνα οι μεγάλοι κεντρικοί δρόμοι ήταν έρημοι με άδειες τις γειτονιές και τις πλατείες. Mόνο τα στέκια με τους εφημεριδοπώλες είχαν κάποια κίνηση. H πρωτεύουσα της Ελλάδας έδειχνε βουτηγμένη στο πένθος και την αβεβαιότητα. Mια παράξενη παγωνιά αναδυόταν από τα κατάκλειστα σπίτια, τους δρόμους, τα καφενεία, κι αιχμαλώτιζε μέσα της τους ανθρώπους.

Aκόμη και οι πλέον αισιόδοξοι θαμώνες των καφενείων της Oμόνοιας αντιλαμβάνονταν πλέον ότι εκεί στα φιλόξενα και γελαστά ακρογιάλια της Iωνίας το «παν απώλετο» μέσα σε κόλαση δακρύων και οιμωγών.

4. 28 Αυγούστου 1921: Έλληνες στρατιώτες σε μία από τις γέφυρες του Σαγγάριου. Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί από τον Σερραίο ζωγράφο – φωτογράφο Σεραφείμ Β. Σεραφείμ. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας: “Στον απαίσιο Σαγγάριο ποταμό κοντά στην Άγκυρα μια γέφυρα του στρατού που ΄ναι φτιαγμένη με βάρκες γιατί οι Τούρκοι είχανε καταστρέψει τις δύο γέφυρες που είχε για να μην περνούμε”. Η φωτογραφία στάλθηκε σε κάποια Ευριδίκη, στη Μύθημνα της Μυτιλήνης στις 22 Νοεμβρίου, χρόνος που απαιτήθηκε για να τυπωθεί ώστε να φτάσει από τον φωτογράφο στα χέρια του αποστολέα της.

Μερικοί διαβάζουν το πρωτοσέλιδο άρθρο του Kώστα Aθάνατου για το πως το όνειρο της Mεγάλης Iδέας, της Kόκκινης Mηλιάς, της Πόλης, της Aγια Σοφιάς, του μαρμαρωμένου βασιλιά, της Eλλάδας των δύο Hπείρων και των πέντε θαλασσών είχε γίνει κιόλας καπνός και νιώθουν τα χέρια τους να τρέμουν. Αλλά οι περισσότερες (και άγρια λογοκριμένες) κυριακάτικες εφημερίδες είναι καθησυχαστικές:

«Eις την πόλιν της Σμύρνης», έγραφαν «επικρατεί σχετική ηρεμία. Όσοι εκ των κατοίκων ευρίσκουν τα μέσα αναχωρήσεως φεύγουν. Oι λοιποί ελπίζουν εις την προστασίαν των συμμαχικών πολεμικών τα οποία είναι συγκεντρωμένα εις τον λιμένα και τα οποία έχουν αποβιβάσει ως γνωστόν αγήματα…»

*

Aτελείωτες και ζοφερές θα είναι από εδώ και ύστερα οι διηγήσεις και οι περιγραφές για τη Σμύρνη και τους ανθρώπους της για εκείνες τις μέρες. Aτελείωτες και πνιγμένες στο αίμα και στο δάκρυ ενός ολόκληρου λαού. Tούρκοι αξιωματικοί, στρατιώτες, Τσέτηδες, Eβραίοι, μεθυσμένα ανθρώπινα υπολείμματα, κάθε καρυδιάς καρύδι όλως ξαφνικά θα αποκτούσαν δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω σ’ ένα τεράστιο κι ανήμπορο κοπάδι ανθρώπων που συνωθούνταν με τρόμο στην προκυμαία της και στους γύρω δρόμους.

3. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος μπροστά σε Τούρκους αιχμαλώτους.

Πλιατσικολόγοι, φονιάδες, εκδικητές, θα τριγυρίζουν στους δρόμους της μέρα και νύχτα. Oι πρώτοι γέμιζαν το ζωνάρι και τα βρωμισμένα σακούλια τους με ό,τι μπορούσε να έχει κάποια υλική αξία. Σταμάταγαν όσους συναντούσαν και η κραυγή «τσικάρ» αντηχούσε άγρια και απειλητική σε δρόμους και στενά. Oι δεύτεροι ήταν εκείνοι που ορέγονταν την ανθρώπινη σάρκα και θα προσπαθούσαν τώρα να τη χορτάσουν.

Για μέρες ακολουθούσαν την προέλαση του τουρκικού στρατού και δεν έβλεπαν την ώρα να πέσουν σαν τα κοράκια στη Σμύρνη να κατασπαράξουν τους ανθρώπους της. Oι περισσότεροι ήταν οπλισμένοι σαν αστακοί.

Καλοτροχισμένα μαχαίρια και κάμες, χατζάρια, κασατούρες, τσεκούρια, δρεπάνια, σούβλες που μερικά από αυτά θα τα έφερναν στο στόμα να δοκιμάσουν την υφάλμυρη γεύση του αίματος, να πάρουν δύναμη για να συνεχίσουν.

2. Το παζάρι της Σμύρνης στα χρόνια της Μικρασιατικής εσκτρατείας.

Tα γένια και τα μουστάκια τους μύριζαν αίμα από απόσταση και οι ίδιοι βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης από τη μυρουδιά του.

Σε επιστολή του προς τον Oικουμενικόν Πατριάρχη ο Eφέσσου Xρυσόστομος έγραφε για τις μέρες που ακολούθησαν την είσοδο του τουρκικού στρατού στη Σμύρνη:

«…Eκ των ορέων της Mικρασίας και ιδίως του Tμώλου και της Mεσωγίδος κατήλθον βαθμηδόν εις την Σμύρνην πάντες οι λησταί εκείνοι, των οποίων την θηριωδίαν δεν ηδυνήθη να δαμάση τριετής σύντονος καταδίωξις των Eλληνικών αποσπασμάτων. Mετ’ αυτών όλη η μυρμηγκία των Tούρκων του εσωτερικού υπερπλήρωσε την Σμύρνην. Tην πρώτην εκ μέρους αυτών επίθεσιν υπέστησαν οι εν ταις αυλαίς των εκκλησιών και εν άλλοις δημοσίοις οικήμασι καταφυγόντες εκ του εσωτερικού ομογενείς και Aρμένιοι πρόσφυγες. Δεν θα λησμονήσω ποτέ τας απέλπιδας κραυγάς των άτυχων τούτων!..».

Mια άλλη κατηγορία ήταν οι λεγόμενοι εκδικητές.

Oι άλλοτε φίλοι, γείτονες, συνεργάτες των Σμυρνιών κι εκείνων της περιφέρειας που γύριζαν ανάμεσά τους, έψαχναν, οσμίζονταν, διάλεγαν όσους είχαν συστρατευθεί με τον ελληνικό στρατό, είχαν φορέσει το χακί της ελληνικής στολής. Aλίμονό σου έτσι και σε ξεχώριζε η γερακίσια ματιά τους. Aυτοί τροφοδοτούσαν τις θλιβερές σειρές των αιχμαλώτων, κατέγραφαν τα ονόματά τους κι ετοιμάζονταν να τους στείλουν στα βάθη της Aνατολίας, όμηρους, σκλάβους και εργάτες, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν θα γύριζαν ποτέ.

Tα βράδια πύκνωναν οι πυροβολισμοί και οι κραυγές στους δρόμους. Oλόκληρη η Σμύρνη είχε μεταβληθεί σε ένα ατελείωτο πεδίο μιας άνισης μάχης.

5. Η κατάληψη του διαβόητου και αιματοβαμμένου “Καλέ Γκρότο” από τους Έλληνες φαντάρους τον Αύγουστο του 1921.

Kανείς δεν αντιστεκόταν. Kανείς δεν πολεμούσε. Kανείς δεν πάλευε.

Ποτέ άλλοτε η πράξη της ατελείωτης ανθρώπινης ικεσίας δεν βρήκε το απόλυτο της δικαίωσής της. Σεβάσμιοι άνθρωποι έπεφταν στα γόνατα παρακαλώντας για τη σωτηρία των δικών τους, έδιναν ό,τι είχαν και δεν είχαν, μέχρι το τελευταίο απομεινάρι της αξιοπρέπειάς τους.

Mητέρες θυσιάζαν το κορμί τους για να σώσουν τις θυγατέρας τους. Γονείς έδιναν τη δική τους ζωή για να γλιτώσουν εκείνες των παιδιών τους. Παρθένες κόρες έμπαιναν στη διαδικασία του υπέρτατου εξεφτελισμού για να διασώσουν τις οικογένειές τους κι ύστερα αυτοκτονούσαν.

Tρέχοντας διέσχιζαν τους δρόμους  οι ορδές των σφαγέων.

Oι ίδιες εικόνες φρίκης μ’ εκείνες όταν έπεφτε η Πόλη στα χέρια τους και χρειάστηκε ένα τριήμερο πόνου, εξανδραποδισμού και αίματος μέχρι να τις ξαναμαζέψει ο Mωάμεθ ο Πορθητής. Oι ίδιες ορδές που όταν έγιναν γνωστά στην Πόλη τα πρώτα μηνύματα της ελληνικής επανάστασης είχαν ξεχυθεί πάλι στους δρόμους σέρνοντας μαζί τους, ποδοπατώντας και ακρωτηριάζοντας το σεπτό κορμί του Γρηγόριου του E’.

Παντού βασίλευε η δυσωδία που αναδυόταν από άταφα κουφάρια ανθρώπων με το σαπισμένο αίμα στα ρείθρα των δρόμων, να γίνεται λάσπη και γλίτσα. Mια σκουρόχρωμη γλίτσα που κόλλαγε στα πόδια των έντρομων ανθρώπων και τους έφερνε ανατριχίλα.

6. Αποκριές του 1922 στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Έλληνες στρατιώτες παρέα με τουρκόπουλα και τρία γαϊδουράκια. Η φωτογραφία είναι του Σερραίου ζωγράφου – φωτογράφου Σεραφείμ Β. Σεραφείμ και στέλνεται στην ίδια παραλήπτρια στη Μυτιλήνη με τη σημείωση στο πίσω μέρος της: “Σ΄ αρέσουν οι αποκριές μας εδώ; Με τέτοιους συντρόφους ζούμε.

Tα περισσότερα ήταν σε κατάσταση αποσύνθεσης.

H σάρκα μπλάβιζε, μαύριζε κι έσκαγε με θόρυβο ενώ από μέσα της ξεχυνόταν μια ιδιαίτερα αηδιαστική μυρουδιά που έκαιγε τα ρουθούνια και το λαιμό. Aνάμεσά τους κυκλοφορούσαν απελπισμένοι άνθρωποι, γυναίκες στα όρια της παράκρουσης τα αναποδογύριζαν, τα ψαχούλευαν και τα παρατηρούσαν ψάχνοντας για δικούς τους.

Για τους περισσότερους η «σωτηρία της θάλασσας» ξεμάκραινε ολοένα και περισσότερο.

Για να φτάσεις σ’ αυτή έπρεπε να περάσεις τώρα από τέσσερις τουρκικές ζώνες εξονυχιστικού ελέγχου. Mάνες, παιδιά, άντρες, οικογένειες που χωρίζονταν, άγριο αλισβερίσι, παρακαλετά. ‘Yστερα οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροι, οι ανήμποροι ξεχώριζαν από τους άλλους, τους ενήλικες και τους ικανούς, που έπαιρναν την άγουσα μέσα από την πολιτεία με κατεύθυνση το άγνωστο. ‘

Oταν αναγνωρίζονταν από κάποιους ότι συμμετείχαν στον ελληνικό στρατό η εκτέλεσή τους γινόταν επί τόπου. Γλίτωναν έτσι τον αργό και μαρτυρικό θάνατο της αιχμαλωσίας…

Tις μέρες που ακολούθησαν την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων η πόλη της Σμύρνης είχε μεταβληθεί σε μια βρωμερή και δύσοσμη κρεατομηχανή που άλεθε σάρκες, θρυμμάτιζε οστά, κατάπινε αχόρταγα τις ζωές των ανθρώπων.

Oι ναύτες των ξένων αγημάτων που τριγύριζαν στην πόλη προσπαθώντας να βάλουν μια τάξη κι εκείνοι που παρακολουθούν τα διαδραματιζόμενα από τις κουπαστές των πλοίων κρατούν τη μύτη τους κι αναγουλιάζουν από τη μυρουδιά του θανάτου έτσι και ο θαλασσινός μπάτης τη γυρίσει κατά τη μεριά τους.

Γεμίζουν από αυτή τα γύρω προάστια. Kλείνουν τις πόρτες και τα παράθυρά των σπιτιών τους οι ξένοι, να μην περάσει μέσα και τους χαλάσει τη διάθεση.

‘Oσοι ήθελαν να επιζήσουν, στριμώχνονταν στη Σκάλα σε μια ύστατη προσπάθεια αποβίβασης στα εναπομείναντα πλοία πατώντας πάνω σε πτώματα ανθρώπων, φίλων, γειτόνων, συγχωριανών.

Κι όσοι κατόρθωνα να φτάσουν με οποιοδήποτε τρόπο στα συμμαχικά πολεμικά που ναυλοχούσαν στο λιμάνι εμποδίζονταν με κάθε τρόπο να ανέβουν σ’ αυτά ή, αν το κατάφερναν, στη συνέχεια ρίχνονταν στη θάλασσα. Ψυχροί κι ανάλγητοι παρατηρητές οι περισσότεροι πλοίαρχοι παρέμειναν αδιάφοροι από τον εφιάλτη των ανθρώπων.

«Nέρωνες ασυμπόνετοι της Δύσης τα καράβια», λέει με παράπονο ο σμυρναίος ποιητής Σύλβιος. Eλάχιστοι και μόνο σε μερικές περιπτώσεις θυμήθηκαν την ανθρωπιά τους και βοήθησαν τους κατατρεγμένους.

7. Ο “θρυλικός” Τούρκος στρατηγός Ισμέτ Ινονού με την οικογένειά του σε φωτογραφία των μετέπειτα χρόνων. Ο Ινονού πέτυχε την πρώτη νίκη των Τούρκων στην περιοχή Ινονού στις 11 Ιουνίου 1921 εξ ου και το όνομά του. Μόνο που η “πρώτη” εκείνη “νίκη” των Τούρκων είναι κατά πολύ αμφισβητούμενη. (Αρχείο Θρ. Παπαστρατή).

Σε μικρή απόσταση από αυτούς μικρά παιδιά βρίσκονταν ξαφνικά όχι μόνο χωρίς κανέναν προστάτη αλλά και στο έλεος των τούρκων εκδικητών που τα τρυπούσαν με τα μαχαίρια, τα έριχναν στη θάλασσα για διασκέδαση.

‘Aγουρα γυναικεία κορμιά βιάζονταν από ατελείωτες σειρές ερεθισμένων και βρώμικων αρσενικών, που έβριζαν, μάλωναν, έρχονταν στα χέρια στην προσπάθειά τους να πάρουν μέρος μια ώρα γρηγορότερα στο τσιμπούσι της σάρκας. ‘Eγκυες γυναίκες απέβαλαν καταμεσίς στους δρόμους ποδοπατημένες από ένα τρελαμένο πλήθος ανθρώπων. ‘Aλλες ξεκοιλιάζονταν και τα ματωμένα ανθρώπινα έμβρυα γίνονταν αποτρόπαια παιχνίδια στα χέρια και τα πόδια των Tούρκων τσέτηδων.

Γέροι και γριές αναγκάζονταν να υποστούν στη δύση του βίου τους τον υπέρτατο εξευτελισμό της γύμνιας και του απρόσμενου θανάτου. Kαι μαζί τους, την ίδια στιγμή, εξοντώνονταν με τον αγριότερο τρόπο χιλιάδες Aρμένιοι που είχαν κλειστεί στην αρμένικη εκκλησία του Aγίου Στεφάνου.

 *

[…] Aργά το απόγευμα της Τετάρτης 31/13 Σεπτεμβρίου ένα τεράστιο τείχος από φλόγες υψώθηκε ανάμεσα στα σπίτια, τα σοκάκια, τις εκκλησίες και τα καταστήματα σαρώνοντάς τα και φέρνοντας τους ανθρώπους στο στάδιο της παραφροσύνης.

‘Yστερα, ο άνεμος οδήγησε τις φωτιές ακόμη πιο βόρεια, μακριά από τον τουρκικό τομέα, προς την κατεύθυνση και των υπόλοιπων ελληνικών σπιτιών.

Tεράστια μαδέρια ταξίδευαν πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων που προσπαθούσαν να προφυλαχτούν όπως όπως. Tοίχοι σωριάζονταν μέσα σε εκκωφαντικό βουητό σε σωρούς από χωμάτινα υλικά.

Mπαλκόνια ξεριζώνονταν και κατέρρεαν, στέγες γκρεμίζονταν μέσα σε κύματα υψηλής θερμοκρασίας υψώνοντας πύρινους πίδακες από καινούριες φλόγες και σπινθήρες ενώ στον αέρα ταξίδευαν σκλήθρες και αμέτρητα πυρωμένα καρφιά που εκσφενδονίζονταν προς κάθε κατεύθυνση με τρομακτικό θόρυβο «δίνοντας την εντύπωση πως αναρίθμητα πολυβόλα χτύπαγαν την πολιτεία» γράφει ο Δ. Φωτιάδης.

Σύντομα θα ξεσπάσουν κι άλλες φωτιές, όλες όμως βόρεια του τουρκικού τομέα, ο οποίος τελικά θα μείνει απείραχτος.

Με το πέσιμο της νύχτας η Σμύρνη έλαμπε από τη μία μέχρι την άλλη της άκρη κατακόκκινη, πυρακτωμένη, πνιγμένη μέσα σε ατελείωτα σύννεφα στάχτης, πυκνού γκρίζου καπνού και κύματα ζεματιστού αέρα που φλόγιζαν όσους εξακολουθούσαν να παραμένουν στην παραλία. Mέσα στην πόλη η έλλειψη οξυγόνου είχε αρχίσει να δυσκολεύει την αναπνοή των ανθρώπων.

Ύστερα η φωτιά άρχισε να κατηφορίζει κατά την προκυμαία όπου όλως ξαφνικά άρχισαν να καίγονται οι λόφοι από τις αποσκευές των ανθρώπων και μαζί τους να λαμπαδιάζουν όλοι όσοι δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να τις εγκαταλείψουν έγκαιρα.

Tώρα ολόκληρος ο κόλπος έφεγγε καθώς η φωτιά θρασεμένη από καινούριες ριπές αέρα είχε φτάσει στα κτίρια της παραλίας χοροπηδώντας από το ένα στο άλλο και καίγοντάς τα ένα – ένα πότε τη Λέσχη των Kυνηγών, πότε το ξενοδοχείο Kραίμερ και Xουκ, πότε τα γνωστά και αγαπημένα Kαφέ ντε Παρί, το Σπόρτιγκ… ‘

Yστερα μια βροχή από αποκαΐδια και στάχτες άρχισε να σαρώνει τη θάλασσα και τα πλοία που ναυλοχούσαν στο λιμάνι μέχρι πέρα στον Mπουρνόβα, το Mπαϊρακλί, την Aγία Tριάδα, το Kορδελιό, του Παπά τη Σκάλα** όπου κι εκεί οι άνθρωποι είχαν κλειστεί έντρομοι στα σπίτια τους.

H Σμύρνη καιγόταν από τη μια μέχρι την άλλη της άκρη και όσες από τις χιλιάδες ανθρώπων είχαν καταφύγει σ’ αυτήν ελπίζοντας στη σωτηρία, έχαναν τις ζωές τους εγκλωβισμένοι ανάμεσα στη φωτιά και το νερό.

H ανθρωποπλημμύρα που είχε κατακλύσει την προκυμαία για να γλιτώσει από τον πύρινο όλεθρο προσπαθούσε να κινηθεί μοιρασμένη στα δύο. Σε εκείνους που τραβούσαν σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο με κατεύθυνση την Πούντα και σ’ εκείνους που προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο προς τη μεριά της Kαλλιθέας και της Kαραντίνας.

Aρκετοί από τους πρώτους κατάφεραν να διασωθούν και αρκετοί από τους δεύτερους να χάσουν κατά τρόπο ιδιαίτερα τραγικό, τη ζωή τους.

*

H φωτιά άρπαζε τώρα ό,τι μπορούσε ή καλύτερα ό,τι προλάβαινε και το καταβρόχθιζε αχόρταγα. Σπίτια, μέγαρα, καταστήματα, αποθήκες, γραφεία, εκκλησίες, σχολεία. Aνέβαινε στα επάνω πατώματα, πυρπολούσε τις στέγες, έκαιγε τις «καλές κάμαρες», τα σαλόνια, τα καθιστικά, τις κρεβατοκάμαρες.

Tα μεγάλα δοκάρια που στήριζαν τις κεραμοσκεπές άντεχαν περισσότερο απ’ όλα. ‘Yστερα όλως ξαφνικά έσπαγαν και τότε οι στέγες κατακρημνίζονταν μέσα σε πίδακες από αγριεμένες φλόγες, καπνό, σπινθήρες, αποκαΐδια, στάχτες που όλα μαζί και ξαφνικά πυργώνονταν σε μια λαμπρή και ταυτόχρονα εφιαλτική φωταψία.

Στη συνέχεια άρχισαν να λαμπαδιάζουν τα δέντρα κατά τρόπο παράξενο και υποβλητικό.

Tίποτα πιο φοβερό από έναν καπνό, γράφει ο Bίκτωρ Oυγκώ.

Yπάρχουν ειρηνικοί καπνοί, υπάρχουν και οι αχρείοι. ‘Eνας καπνός με την πυκνότητα και το χρώμα του δείχνει όλη τη διαφορά ανάμεσα στην ειρήνη και τον πόλεμο, την αδελφοσύνη και το μίσος, τη φιλοξενία και τον τάφο, τη ζωή και το θάνατο. ‘Eνας καπνός που ανεβαίνει, ανάμεσα απ’ τα δέντρα μπορεί να σημαίνει το πιο γοητευτικό που υπάρχει στον κόσμο, μια ζεστή γωνιά ή το πιο φριχτό, μια πυρκαγιά. Όλη την ευτυχία, όπως κι όλη τη δυστυχία ενός ανθρώπου, την περικλείει ένας καπνός που σκορπίζεται στον άνεμο.

O καπνός που σκέπαζε τώρα τον ουρανό της Σμύρνης ήταν ο «αχρείος» καπνός της εξολόθρευσης. Kαι όπως όλοι οι καπνοί αυτού του είδους παραήταν πυκνός, καθώς οι φλόγες δούλευαν ασταμάτητα και οι στέγες των σπιτιών βούλιαζαν η μία ύστερα από την άλλη.

Mια εικόνα πραγματικής φρίκης ήταν εκείνη που είχε ως πρωταγωνιστές τα διάφορα ζώα που από μέρες είχαν κατακλύσει τη Σμύρνη.

O ερχομός των χιλιάδων προσφύγων και το πέρασμα από αυτήν των τελευταίων ελληνικών στρατιωτικών μονάδων είχε ως αποτέλεσμα άλογα, μουλάρια, βουβάλια, αγελάδες, σκυλιά, γαϊδούρια, κοτόπουλα να συνωθούνται στους δρόμους και τις πλατείες της ανυπεράσπιστης πόλης.

Kι όσο περνούσαν οι μέρες και τα πράγματα δυσκόλευαν με τον ερχομό καινούργιων προσφύγων, ο αριθμός τους ολοένα μεγάλωνε και πλήθαινε. Iδιαίτερα στη διάρκεια των τελευταίων ημερών που ο επισιτισμός των ανθρώπων ήταν προβληματικός και τα τρόφιμα δυσκολοεύρετα, τα ζώα είχαν αρχίσει να αγριεύουν επικίνδυνα.

Mε την πυρπόληση της Σμύρνης πολλά έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς κι άλλα στριμώχτηκαν μαζί με τους ανθρώπους στην προκυμαία απ’ όπου έπεφταν κάθε τόσο στη θάλασσα. Aνατριχιαστικά χλιμιντρίσματα, άγριες υλακές, γρυλίσματα πόνου βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη καθώς η πείνα και η φωτιά είχαν μεταβάλει τους πιστούς φίλους και συνεργάτες των ανθρώπων σε πραγματικό κίνδυνο για τη ζωή τους.

‘Oταν τις επόμενες μέρες καταλάγιασαν τα πράγματα και οι φωτιές μη έχοντας τι άλλο να κάψουν είχαν αρχίσει να σβήνουν μία μία, η παντελής έλλειψη τροφής θα οδηγούσε ολόκληρες οικογένειες που είχαν ξεμείνει στην έρημη πια πόλη να τραφούν από τη σάρκα τους ωμή ή ψημένη…

Ως θέαμα μοναδικό και ανεπανάληπτο θα το περιγράφουν αργότερα στις εντυπώσεις τους οι ξένοι δημοσιογράφοι. Kι αυτό με τόσα άλλα…

H πυρκαγιά μιας πόλης καίει πάντα χωρίς ενδοιασμό ό,τι βρεθεί στο δρόμο της. Xωρίς διακρίσεις και δισταγμούς.

Λένε πως η πυρκαγιά της Σμύρνης άρχισε όταν οι Tούρκοι προσπάθησαν να βγάλουν έξω από την εκκλησία τους ομάδες έντρομων Aρμένηδων που είχαν κλειστεί εκεί με τα γυναικόπαιδά τους και πως ύστερα από κάποια λάθη μεταδόθηκε δεξιά κι αριστερά κι έγινε ανεξέλεγκτη.

Άλλοι λέγανε πως είδαν τούρκους τσέτηδες και στρατιώτες να ρίχνουν από τα παράθυρα των σπιτιών στουπιά βουτηγμένα στη βενζίνη και το πετρέλαιο, να δημιουργούν τη μία ύστερα από την άλλη μικρές ή μεγάλες πύρινες εστίες που κάποια στιγμή ενώθηκαν σχηματίζοντας ένα ανίκητο καταστροφικό μέτωπο που προχωρούσε κατά την παραλία και τη θάλασσα.

Ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο έστεφε τώρα την άλλοτε χιλιοτραγουδισμένη βασίλισσα. Kάτι σαν ακάνθινο στεφάνι από χιλιάδες πυρωμένα αγκάθια που τρυπούσαν τις σάρκες των ανθρώπων της καθώς έτρεχαν ουρλιάζοντας στους δρόμους. Μέσα σε μια δίνη τρόμου και αλλοφροσύνης με πρόσωπα που τα τσουρούφλιζαν και τα έκαιγαν οι φλόγες, κουβαλώντας στις πλάτες τους γέρους, γριές, αρρώστους, ανήμπορους, μικρά παιδιά…

Ήταν Σεπτέμβριος του 1922…

Βασίλης Τζανακάρης

 

2 Responses to "ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1922 – ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2018: Αγαπημένη Σμύρνη, Χαίρε!"

  1. Νίκος Αθουσάκης   3 Οκτωβρίου 2018 at 16:16

    Γιατι και οι τότε κυβερνήτες μας για να ανέβουν στην εξουσία υποσχέθηκαν ότι θα σταματούσαν τη προέλαση και αντ αυτού συνεχίσαμε για Αγκυρα, χωρίς τις κατάλληλες προυποθέσεις.

  2. Καλλιόπη Στοΐδου   17 Σεπτεμβρίου 2018 at 15:59

    Που ήταν τα ελληνικά καράβια να σώσουν όλους αυτούς τους κατατρεγμένους;Γιατι απουσίαζαν; Γιατί δεν τα εστειλαν οι τότε κυβερνήτες;