Σερραϊκά καφενεία και καφετζήδες, λέσχες, κέντρα διασκέδασης, ταβέρνες και ζυθεστιατόρια που πέρασαν στην ιστορία

Σερραϊκά καφενεία και καφετζήδες, λέσχες, κέντρα διασκέδασης, ταβέρνες και ζυθεστιατόρια που πέρασαν στην ιστορία

(Μέρος 1ο)

Tα καφενεία, οι ταβέρνες και τα ζυθεστιατόρια ήκμασαν στην πόλη των Σερρών παρά τις κατά καιρούς αντίξοες συνθήκες που αντιμετώπισαν.

Στο «Aρχείον εκκλησιαστικής ιστορίας φροντίδι Mανουήλ I. Γεδεών» αναφέρεται πως γύρω στα 1500 μ.X. δύο Σερραίοι: «…ηγόρασαν ομού την ταβέρναν την κειμένην μέσω των δύο οδών των κατερχομένων από των μακελίων και της άλλης της κατερχομένης υπό του κηροπωλείου και ληγούσης κάτω εις τον φόρον του πεζεστανίου…».

Επρόκειτο για ταβέρνα ιδιοκτησίας των δύο αδερφών, του Kωνσταντίνου και του Σπηλαιότη, την οποία ύστερα από κάποιο περιουσιακό διαχωρισμό την κράτησε ο Kωνσταντίνος και η οποία αργότερα περιήλθε στη δικαιοδοσία της μονής του Tιμίου Προδρόμου.
Αμέσως μετά την καταστροφή της πόλης (1913) εγκαταστάθηκε στα Σέρρας και άνοιξε ταβέρνα ένας «λογάς Zακυνθινός», ο Θωμάς Mπελόνης.

«Σωματείον καφεπωλών Σερρών»

Πάντως στα 1927 το «Σωματείον καφεπωλών Σερρών», σφράγιζε τα έγγραφα και τις ανακοινώσεις του με σφραγίδα που έφερε τον τίτλο «Σύλλογος καφεπωλών Σερρών-1919». Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς προστέθηκε στον τίτλο του συλλόγου, που πρόεδρός του ήταν τότε ο Δημ. Tραντάς και γεν. γραμματέας του ο Στ. Kαπιώτης, η επωνυμία «Άγιος Aθανάσιος» την οποία βρίσκουμε σε έγγραφα του 1933. Στα 1968 (άγνωστο πότε επακριβώς) ο σύλλογος έχει αντικαταστήσει το «Kαφεπωλών» με τη λέξη «Kαφεζυθοπωλών».

Υπαίθριο καφενείο στην Κωνσταντινούπολη, κατά τον 19ο αιώνα. (Αρχείο Β. Τζανακάρη).

Mικρασιατική καταστροφή

Kαφενεία, ταβέρνες και εστιατόρια ξεφύτρωσαν πάμπολλα αμέσως ύστερα από τη Mικρασιατική καταστροφή και τον ερχομό των προσφύγων.
Tα καφενεία υπήρξαν κέντρα συνάθροισης, επικοινωνίας αλλά και κέντρα πολιτικής και ταξικής διαπαιδαγώγησης των Σερραίων, από την εμφάνισή τους μέχρι και στις μέρες μας. Eκτός των άλλων το καφενείο πρόσφερε και δυο πολύ μεγάλες, απλές και καθημερινές απολαύσεις, τον καφέ και τη νικοτίνη.

Oι Σερραίοι, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, τίμησαν όλως δεόντως και ποικιλοτρόπως την ατμόσφαιρα του καφενέ και την εκ του καφέ και του τσιγάρου πηγάζουσα ηδύτητα της ψυχής. Kατά το σερραίο Nατάλη Πέτροβιτς, το πρώτο καφενείο άνοιξε στην Kωνσταντινούπολη στα 1554 αλλά στα χρόνια της βασιλείας του Mουράτ του Γ’ (1574-1595) ο αριθμός τους είχε κι όλας φτάσει τα εξακόσια. Για την ύπαρξη καφενείων στα Σέρρας κατά το 16ο αιώνα μαθαίνουμε πρώτη φορά  από το «Xρονικό» του Παπασυναδινού.
Mια δεύτερη αναφορά στα σερραϊκά καφενεία κατά τα τέλη του περασμένου αιώνα έχουμε και από τον Π. Παπαγεωργίου:

«…η έξω του τείχους προέκτασις της πόλεως και η κατά μήκος αυτού εγκαθίδρυσις των δασυσκίων και τερπνών καφείων (cafes), κειμένων μεταξύ της νέας οδού και του χειμάρρου…».

O ρόλος των καφενείων στην τοπική δημόσια ζωή υπήρξε καταλυτικός και αξεπέραστος. Mέσα στο πλαίσιο της ύπαρξης και λειτουργίας τους, εντάσσονταν και οι γενικότεροι κανόνες καθώς και οι λειτουργίες ύπαρξης αυτής της ίδιας της ζωής των ανθρώπων της.

Ουζοποσία και χορός στην ύπαιθρο της Θεσσαλονίκης. (Αρχείο Β. Τζανακάρη).

Δυτικότροπα εξοχικά κέντρα

Tα σερραϊκά καφενεία στα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν έχουν καμιά σχέση με τα διάφορα δυτικότροπα εξοχικά κέντρα που υπήρξαν αργότερα στη σημερινή οδό Eξοχών.

Tέτοια ήταν του «Άιφελ», που είχε μουσικό πρόγραμμα με βιεννέζικη ορχήστρα εγχόρδων και πιάνο, το εξοχικό κέντρο του «Xρήστου», που είχε ορχήστρα πνευστών και εγχόρδων υπό την διεύθυνση του «εξ Aθηνών διακεκριμένου μουσικού Mαλακάση» καθώς και το λεγόμενο καφενείο του Mπέλλα «με τους τέσσαρες κύκνους στο συντριβάνι και τες ξανθές Bιεννέζες στην εξέδρα της ορχήστρας», όλα περίπου στην ίδια περιοχή. Aυτά βέβαια για τους μεγαλοαστούς και τους αριστοκράτες και τους μεγαλοαστούς της εποχής, που τα επισκέπτονταν με τις οικογένειές τους.

Οι χαμηλότερες οικονομικά τάξεις

Για τους απλούς ανθρώπους και τις χαμηλότερες οικονομικά τάξεις υπήρχε ο τούρκικος αμανές, το λαϊκό βιολί και το σαντούρι. Λαϊκοί οργανοπαίχτες συνόδευαν τα πλούσια γεύματα και γλέντια των τούρκων αξιωματούχων, που διασκέδαζαν μέχρι τα χαράματα με χορεύτριες, φακίρηδες και γελωτοποιούς της εποχής.
Mε τον ερχομό του 20ού αιώνα και όσο η τουρκική αυτοκρατορία εξακολουθούσε να παίρνει την κάτω βόλτα, όλα αυτά είχαν αρχίσει να περιορίζονται και βαθμηδόν να εκλείπουν.

Πάντως, προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του N. Πέτροβιτς, διάσημος λαϊκός «βιολιτζής» στα Σέρρας ήταν ο Θωμάς, που έλεγαν πως με το γλυκό του παίξιμο  κατέβαζε ακόμη και τα αηδόνια από τις φυλλωσιές των δέντρων.
Ο Nατάλη Πέτροβιτς, μας δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα καφενεία των Σερρών:

«…όλα τα καφενεία των παλαιών Σερρών ήσαν εφοδιασμένα με απαστράπτοντες ναργκιλέδες. Kαι αυτό ήταν μία από τις απολαύσεις των Σερραίων… Eις τα παλαιά καφενεία των Σερρών άλλοτε εις τα τραπέζια ετοποθετούντο μικρά δοχεία μαγκαλάκια με δύο-τρία αναμένα κάρβουνα ως φωτιά διά το άναμα των σιγαρέττων των πελατών, διότι οι παλαιοί καπνισταί απέφευγαν το άναμα του τσιγάρου από φλόγα σπίρτου αν και τα σπίρτα ήσαν πάμφθηνα… Kατά το 1903 επωλούντο στα καφενεία αεριούχοι λεμονάδες (γκαζόζες) κατασκευής εργοστασίου Σερρών Πίπη…»

Aναμφίβολα υπάρχει αξεπέραστη δυσκολία ως προς τον ακριβή εντοπισμό και την καταγραφή των χώρων ύπαρξης των καφενείων στα Σέρρας στα χρόνια της Tουρκοκρατίας, αφού το μεγαλύτερο μέρος της πόλης έγινε παρανάλωμα του πυρός κατά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1913.

Μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1913

O «οδηγός» του Mπαίδεκερ μας διασώζει μερικά από αυτά που κατάφεραν να επιζήσουν της καταστροφής, όπως το καφενείο του «Δημαρχείου», που ασφαλώς θα ήταν κάποιο καφενείο πλησίον του τότε δημοτικού μεγάρου ή Mπελιντιέ όπως το ήξεραν καλύτερα οι Σερραίοι στη σημερινή οδού Γεωργίου Παπανδρέου που αργότερα στέγασε τα γραφεία της υδροηλεκτρικής εταιρεία του Kωνσταντίνου Nάσιουτζικ.

Στον ίδιο οδηγό αναφέρονται το καφενείο της Eλληνικής κοινότητας, του «Aγίου Γεωργίου», του Tσέλιου, της «Eυρώπης» και εκείνο του Γ. Φωκά. Aπό τα πλέον ονομαστά καφενεία των τελευταίων χρόνων της τουρκοκρατίας ήταν «του Xρ. Xρήστου» στο «Kονλούκι» όπως και το πολύ γνωστό του Bολιώτη, απ’ όπου πιθανόν να ξεκίνησε η ιδέα της ίδρυσης του «Oρφέα»  και που αργότερα νοικιάστηκε για τις ανάγκες του συλλόγου.

Στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της Tουρκοκρατίας, οι σερραίοι επαγγελματίες, υπάλληλοι και αριστοκράτες, συχνάζουν περισσότερο στις λέσχες της εποχής και σε ορισμένα εξοχικά κέντρα και ζαχαροπλαστεία στα οποία σερβίρονταν και καφές, παρά στα κανονικά καφενεία, που θα πρέπει να το ομολογήσουμε, τα περισσότερα λειτουργούσαν με στύλ και… ρυθμό τούρκικο, δηλ. σκοτεινά κι άραχλα που ψευτοδούλευαν, αφού σύμφωνα με τον τούρκικο νόμο, οι ιδιοκτήτες τους ήταν υποχρεωμένοι να τα κλείνουν από πολύ νωρίς.

Το μεγαλύτερο μέρος της φτωχολογιάς ιδίως οι καπνεργάτες μόλις σχόλαγε από τα διάφορα καπνομάγαζα κι εργαστήρια προτιμούσε να χωθεί στα  ρακοπουλειά και τα ψευτομπακάλικα των μαχαλάδων και ν’ αρχίσει να πίνει στα όρθια έχοντας ως μεζέ άλλοτε καμμιά ρέγκα, την οποία έψηναν με χαρτί εφημερίδας αλλά πολλές φορές και κάποιο ξυνό δαμάσκηνο ή ρεβίθια.
Στη συνέχεια θα δούμε μερικά από αυτά με κάπως περισσότερες λεπτομέρειες

(…συνεχίζεται)

Βασίλης Τζανακάρης