Σέρρες των ψευδαισθήσεων – του Γιώργου Καρτέρη

Καρτέρης ΓιώργοςΌσοι ξέρουν την καταγωγή μου – γεννήθηκα στην Ερεσό της Μυτιλήνης – απορούν πώς ξέμεινα τόσα χρόνια σ’ αυτόν το στεριανό τόπο, μακριά απ’ τη θάλασσα αλλά και μακριά απ’ την Αθήνα, όπου πέρασα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου. Με ρωτούν τι είναι κείνο που με τράβηξε και δεν ξέρω τι να απαντήσω. Τι σε τραβά σε έναν τόπο αλήθεια, πώς γίνεται να θες να ζήσεις σε μια πόλη κι όχι σε μια άλλη; Ορισμένοι θα πουν ότι οι άνθρωποι μας τραβούν και όχι οι τόποι. Αν ήταν έτσι πραγματικά, θα είχα φύγει από τις Σέρρες με το πρώτο, οι άνθρωποι που με τραβούσαν ήταν στην Αθήνα, όλοι οι φίλοι μου, όλη η ζωή μου. Στις Σέρρες δεν είχα τίποτα, μόνο ένα σπίτι προνομιακό που έβλεπε στον Κουλά και τα πρωινά, καθώς έπινα τον καφέ μου, αχάραγα τις περισσότερες φορές, έβλεπα και μύριζα τα πεύκα που φυτρώνουν στις πλαγιές του.

Νομίζω δεν είναι οι άνθρωποι, είναι οι τόποι που μας τραβούν ή μπορεί και να ’ναι ένας συνδυασμός των δύο. Ερχόμενος στις Σέρρες, ήξερα πως δεν ήθελα να ζήσω άλλο στην Αθήνα κι αυτό είχε να κάνει με την Αθήνα, όχι με τους Αθηναίους. Θα έλεγα ότι κάποιοι τόποι μας ελκύουν και κάποιοι μας απωθούν, μας κάθονται στο στομάχι, γεγονός που δεν έχει σχέση με τον αν είναι παραθαλάσσιοι ή όχι. Οι Σέρρες, για μένα, έχουν κάτι το ανεξιχνίαστα ελκυστικό, όπως συμβαίνει με ορισμένες γυναίκες που δύσκολα θα τις έλεγες όμορφες με την ευρύτερη σημασία της λέξης.

Δυο τρία καπνομάγαζα, δυο τρία τζαμιά, μια επιβλητική βυζαντινή εκκλησιά, και λίγα απομεινάρια νεοκλασικών, αποτελούν τα πενιχρά σημάδια πολιτισμών που έσβησαν στο διάβα του χρόνου. Το άρωμα του παρελθόντος λείπει από τους δρόμους των Σερρών, απαλείφεται και γίνονται γκρίζες οι συνειδήσεις, παίρνουν το χρώμα του τσιμέντου, που διαπλάθει το παρόν και το μέλλον μας, αργά αλλά σταθερά υποχωρούν οι μνήμες, υποχωρεί το πράσινο σε mantzavinos-564x272μεγάλο βαθμό. Δεν ξέρω πώς θα είναι τούτη η πόλη μετά από χρόνια, αν θα έχει τον τρόπο να σου ανοίγει την ψυχή• θυμίζει γυναίκα, ανοιχτόκαρδη και διαχυτική, ανάσκελη στον απέραντο κάμπο.

Η απεραντοσύνη του κάμπου διαβρέχει την πόλη των Σερρών, δίνει το μέτρο και τον αέρα της ελευθερίας, οι ορίζοντες μένουν τριγύρω ανοιχτοί, μπορεί να μη συναντάς το παρελθόν βαδίζοντας στους δρόμους, συναντάς όμως τον ουρανό, μεγάλα ξέφωτα χωρίς σπίτια και χωρίς δέντρα, πλατείες, όπως η πλατεία του ΙΚΑ, που πρασινίζουν γλυκά με την άνοιξη. Το φως σ’ ακολουθεί, τονίζει τα μεγέθη, τα διευρύνει, έχεις την αίσθηση ότι αυτή η φωτεινή πόλη, με τα μεγάλα τρίστρατα και τα σταυροδρόμια, μπορεί να περιλάβει τα πάντα, υπάρχει δυνατότητα ν’ αλλάξει υπόσταση, να μετουσιωθεί, να χυθεί ο κάμπος σα θάλασσα και να τη μεταμορφώσει, όπως τη μεταμορφώνουν οι ομίχλες σαν χειμωνιάζει.

Η ομίχλη δημιουργεί ένα περιβάλλον ελαστικό, σουρεαλιστικό θα έλεγε κανείς, βλέποντας τα περιγράμματα να θολώνουν και να λασκάρουν• όπως συμβαίνει στο υποσυνείδητο, δεν υπάρχουν ηθικοί και αισθητικοί περιορισμοί. Η ομίχλη διαβρώνει τη λογική, εξάπτει τη φαντασία, λανθάνουσες παραστάσεις βγαίνουν στην επιφάνεια. Δεν μπορείς ν’ αποφύγεις την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος γεμίζει φαντάσματα, ότι είναι αρματωμένος κι αρμενίζει, έχεις κάθε λόγο να τον θεωρείς μαγικό. Από την άλλη, σαν καλοκαιριάζει, σε ξεγελά το φως που ατμίζει στον ανοιχτό κάμπο και τον κάνει να μοιάζει με θάλασσα. Όταν κοιτάς από ψηλά κείνη την ώρα, η πόλη, σκέφτεσαι, θα μπορούσε να έχει λιμάνι. Άλλοτε με το φως και άλλοτε με την ομίχλη, στις Σέρρες βρίσκεις τρόπο να συντηρείς τις ψευδαισθήσεις σου, να τους δίνεις πνοή.

Αφήνοντας πίσω κάποια καπνομάγαζα που έγιναν μπαρ, στην άκρη της πόλης συναντάς την κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων. Ανηφορίζοντας, δεξιά έχεις το ποτάμι. Στ’ αριστερά, η άναρχη δόμηση διακόπτεται, ένα παράξενο φωτεινό κτίσμα προβάλει αναπάντεχα, μια πρισματική κατασκευή, γυάλινη στο μεγαλύτερο μέρος της. Είναι το κολυμβητήριο, στιλπνή μύτη που εξέχει από τη φυτεμένη γη. Σ’ αυτή την κοιλάδα η φυσική ομορφιά και το ανθρώπινο γούστο βρήκανε τη χρυσή τομή. Οι επεμβάσεις ελάχιστες και διακριτικές• πάνω στο γρασίδι αφημένα κοτρόνια, γεφυρούλες, πάγκοι και παγκάκια από ξύλο. Πλατάνια παντού, λεύκες, ιτιές και πυξάρι. Έχεις την αίσθηση ότι ζεις σε άλλη χώρα, όπου το επίπεδο πολιτισμού μετριέται από το σεβασμό που δείχνουμε στο περιβάλλον. Βράδυ, εκεί που τελειώνουν τα φώτα και σε τυλίγει η σκοτεινιά, αν σηκώσεις το κεφάλι στον ουρανό, θα νιώσεις το μυστήριο να σε κυριεύει, θα δεις πόσο βαθιά είναι η λαμπρότητα και η απεραντοσύνη του κόσμου. Στ’ αφτιά σου, ανάλογα με την εποχή, θα φτάνει αργό ή βουερό το κύλισμα του νερού απ’ το ποτάμι.

Οι Σέρρες είναι διασωληνωμένες στην κοιλάδα τους, θα έλεγες, έχοντας στο μυαλό κείνες τις μηχανές που υποστηρίζουν την ανθρώπινη ζωή. Χωρίς να μοιάζει με μηχανή, δίνει ανάσες, διάσταση και διέξοδο στη ζωή των κατοίκων. Κάθε καλοκαίρι, εκτός από ανάσες, δίνει μάχη με τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, με τη βαρβαρότητα των ήχων και την αντίληψη που έχουν οι επιχειρηματίες για την ανάπτυξη της περιοχής.
Στην κοιλάδα δοκιμάζεται η ευαισθησία και η κουλτούρα των Σερραίων. Αν θα αποτελέσει μνημείο ντροπής, ο χρόνος θα το δείξει.

[Από το βιβλίο Στο δρόμο για τα Θερμά, εκδ. Περιτεχνών, Αθήνα 2013.  Το έργο είναι του Τάσου Μαντζαβίνου.]

πηγη: https://frear.gr