ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ Η ΒΙΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΕΙ

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε πριν από εννέα χρόνια. Πείτε μου, σας παρακαλώ, τι άλλαξε από τότε ώστε να μην είναι επίκαιρο.

ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ Η ΒΙΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΕΙ
«Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει…» τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος την εποχή της δικτατορίας, αποδίδοντας έτσι πολύ παραστατικά το πολιτικό-κοινωνικό κλίμα της αλήστου μνήμης εκείνης εποχής.
Του Νίκου Φαλαγκάρα
[nicfalag@yahoo.gr]

Παραφράζοντας αυτόν τον εμβληματικό στίχο, θα λέγαμε ότι, εδώ και αρκετά χρόνια, στα γήπεδα η βία αναστενάζει και η Ελλάδα διασύρεται βάναυσα και κατ’ εξακολούθηση από τη συμπεριφορά κάποιων δήθεν φιλάθλων που, δοθείσης ευκαιρίας, καταλύουν την έννομη τάξη.

Για μια φορά ακόμη, την προηγούμενη Κυριακή, παρακολουθήσαμε από την πόλη της Λάρισας σκηνές απείρου κάλλους μεταξύ οπαδών της τοπικής ΠΑΕ και του ΠΑΟΚ. Μόλις πριν από λίγες ημέρες, τα ίδια είχαν συμβεί στο στάδιο του ΟΑΚΑ μεταξύ οπαδών της ΑΕΚ και του ΠΑΟ – για να περιορισθούμε στα εντελώς πρόσφατα αλλά χαρακτηριστικά και ανησυχητικά περιστατικά.
Το φαινόμενο της ποδοσφαιρικής βίας στη χώρα μας έχει μακρά ιστορική διαδρομή, (από τις αρχές της δεκαετίας του 1980) και πολύ φοβάμαι ότι θα έχει, δυστυχώς, και μέλλον αν τα πράγματα αφεθούν περίπου στον…πατριωτισμό των «φιλάθλων», οι οποίοι ανοσιουργούν εκμεταλλευόμενοι την ανεπάρκεια της συντεταγμένης πολιτείας να τους αντιμετωπίσει δραστικά.
Η διαιώνιση αυτής της κατάστασης, εξάλλου, μάς οδηγεί βαθμηδόν στην εξοικείωση με τη βία, η οποία θα θεωρείται πλέον ως κάτι όχι μόνο το σύνηθες αλλά και το αναπόφευκτο στην κοινωνική πραγματικότητα και συμβίωση.
Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο κρούσμα βίας, οι αρμόδιοι σπεύδουν να πλειοδοτήσουν σε βερμπαλιστικές εξαγγελίες, οι οποίες όχι μόνο δεν μεταφράζονται σε πρακτικά και αποτελεσματικά μέτρα, αλλά, μετά από λίγο καιρό και αφού εκτονωθεί η κατάσταση, ρίπτονται στον κάλαθο της λήθης και η ιστορία της καταισχύνης ανακυκλώνεται δίκην νομοτελειακής εξέλιξης.
Επιμένουν ωστόσο (οι αρμόδιοι) να αυτο-επαναλαμβάνονται, μολονότι γνωρίζουν ότι κινδυνεύουν να διαψευσθούν και πάλι.

Υπάρχει λύση άραγε;

Και αν ναι, ποια είναι η προσφορότερη;
Αφού τα μέχρι τώρα μέτρα απέφεραν πενιχρά αποτελέσματα, τι πρέπει να γίνει συγκεκριμένα σήμερα και στο μέλλον;
Επί των ερωτημάτων αυτών και άλλων συναφών, αρμόδια να απαντήσει πειστικά είναι η οργανωμένη πολιτεία δια των θεσμικών της οργάνων. Όπως, βέβαια, και να αναλάβει στο ακέραιο τις ευθύνες της, προστατεύοντας αποτελεσματικά τα έννομα αγαθά, τα οποία κάθε φορά που διεξάγεται ένας ποδοσφαιρικός (και όχι μόνο) αγώνας βρίσκονται στο έλεος της αχαλίνωτης βίας.

Σε άλλες χώρες και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Βρετανία, πατρίδα του κλασικού χουλιγκανισμού, το πρόβλημα έχει αντιμετωπισθεί σε ικανοποιητικό βαθμό.

Γιατί λοιπόν η χώρα μας δεν προσφεύγει και στη δική τους (χρήσιμη) εμπειρία ώστε να οργανώσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, το οποίο θα προστατεύσει το κύρος της, τους πολίτες και τη δημόσια περιουσία;
Πάντως η εν θερμώ αντίδραση, όπως είναι, κατά κύριο λόγο, η ένταση της ποινικής καταστολής, με την ψήφιση και άλλων αυστηρών διατάξεων, χωρίς τη συγκρότηση ενός σύνθετου πλέγματος μέτρων, που να αντιμετωπίζουν το ζήτημα συνολικά και μακροπρόθεσμα, ελάχιστα θα αποδώσει.
Η συνταγή αυτή δοκιμάσθηκε επανειλημμένα μέχρι σήμερα και απέτυχε, επειδή ακριβώς το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη νόμων και αυστηρών ποινών, αλλά η αδυναμία να επιτελέσουν τον ρόλο και τον σκοπό τους.
Αλλά, ας να το επαναλάβουμε, ουσιαστική αντιμετώπιση της βίας στα γήπεδα χωρίς εξυγίανση του ποδοσφαιρικού τοπίου ιδίως στο επίπεδο της ιδιοκτησίας-διοίκησής του είναι μάταιος κόπος, αφού εκεί εντοπίζονται οι κυριότερες αιτίες που διαμορφώνουν το κατάλληλο κλίμα και εκτρέφουν την έκνομη συμπεριφορά.
Να θεσπίσει επιτέλους η πολιτεία τους κανόνες και το πλαίσιο λειτουργίας και του συστηματικού ελέγχου των ΠΑΕ. Εν πάση περιπτώσει, να γίνει σαφές ποιος και με ποιους όρους μπορεί να διοικεί μια ποδοσφαιρική ομάδα. Όταν αυτός δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, ποιες θα είναι οι συνέπειες και οι κυρώσεις.

Πρωτίστως δε, να εξασφαλισθεί η ασφαλιστική δικλίδα για την πιστή εφαρμογή του νόμου αδιακρίτως και σε όλα τα επίπεδα.

Ακόμη θα λέγαμε ότι οι πολιτικές δυνάμεις που ελέω λαϊκής ψήφου εναλλάσσονται στην εξουσία και τη διαχειρίζονται, κάποτε πρέπει να απεξαρτηθούν από το πολιτικάντικο σύνδρομο του να ευνοούν σκανδαλωδώς (οικονομικές παροχές, απαλλαγές, κατασκευή γηπέδων κ.λπ.) ορισμένες μεγάλες ΠΑΕ, επειδή ο «λαός» τους διαθέτει ένα κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο ποσοστό ψήφων.
Έχουμε, κατ’ επανάληψη, αντικρίσει τη θλιβερή εικόνα, πολιτικοί, από διάφορους κομματικούς χώρους, να συν-διαδηλώνουν με οπαδούς της Α΄ ή της Β΄ ΠΑΕ για την αποκατάσταση κάποιας εις βάρος τους «αδικίας».
Επιπλέον χρειάζεται οι ΠΑΕ να υποχρεωθούν να συνδράμουν οικονομικά και σε σταθερή βάση στην υπόθεση διαφύλαξη της τάξης στα γήπεδα.
Δεν αρκεί δηλαδή απλώς η υποχρέωσή τους να αποκαταστήσουν τις ζημίες που προκάλεσαν οπαδοί τους ή να καταβάλουν τα πρόστιμα που τους επιβάλλουν τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα και πέραν τούτου ουδέν.
Συμπερασματικά μπορεί να σημειώσει κανείς ότι η πρωτοβουλία της πολιτείας για την πάταξη της ποδοσφαιρικής (κυρίως) βίας πρέπει να αναληφθεί και να κινηθεί στη βάση ενός μελετημένου σχεδίου που να αντιμετωπίζει, συνολικά και συστηματικά, το απεχθές και φθοροποιό αυτό φαινόμενο.
Διαφορετικά, (αυτό) θα προσλάβει ακόμη μεγαλύτερες και εκτός παντός ελέγχου διαστάσεις, με συνέπεια να προκληθεί ανεπανόρθωτη διάρρηξη του ούτως ή άλλως εύθραυστου κοινωνικού μας ιστού.
 
ΝΙΚΟΣ ΕΠΑΜ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ(nicfalag@yahoo.gr)
 
02/10/2008