Στο έλεος της καταιγίδας

Στο έλεος της καταιγίδας

Η ιστορία που σας διηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή και στηρίζεται σε  γεγονός που συνέβη πριν

Του Νίκου Φαλαγκάρα
[nicfalag@yahoo.gr]

από μερικές δεκαετίες. Θα ήμουν γύρω στα 16 με 17 χρονών, μαθητής Γυμνασίου. Είχα περάσει κι εκείνο το καλοκαίρι στο χωριό και κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου έπρεπε να επιστρέψω και πάλι στην πόλη και στις σχολικές μου υποχρεώσεις.

Για να πάρω το λεωφορείο, που έφευγε κατά τις 7 η ώρα το πρωί, έπρεπε να περπατήσω γύρω στις 3 ώρες μέχρι φτάσω στο γειτονικό χωριό που ήταν ο τελευταίος του σταθμός.

Να σημειώσω εδώ ότι όταν ο αυτοκινητόδρομος, με όλα τα προβλήματά του, εδέησε να φτάσει ως το δικό μου χωριό, εγώ ήδη είχα αραιώσει τις επισκέψεις μου, αφού άλλαξα τόπο κατοικίας.

Κι όταν μιλάμε για λεωφορείο, μη φανταστείτε ότι επρόκειτο για κανένα λεωφορείο της προκοπής. Το ίδιο και για τον δρόμο. Στενός χωματόδρομος, με απότομες-επικίνδυνες στροφές. Οι οδηγοί εκείνοι που έκαναν ένα τέτοιο δρομολόγιο ήταν ήρωες. Τους άξιζε βραβείο θάρρους…

Ο δρόμος, που έπρεπε να διανύσω μέχρι την αφετηρία του λεωφορείου ήταν ένα συνεχές μονοπάτι, που αλλού στένευε αρκετά, αλλού ανηφόριζε, έστριβε, ανηφόριζε ξανά, κατηφόριζε και πάει λέγοντας… Και πάνω από το δρόμο, σχεδόν σε όλο το μήκος της διαδρομής, υπήρχε απότομος γκρεμός.

Το ίδιο κι από την κάτω μεριά του δρόμου, απ’ όπου το μάτι αντίκριζε, για ένα διάστημα, τον αγέρωχο Αχελώο να συνεχίζει το αέναο ταξίδι του κυλώντας στη φιδωτή κοίτη του που χανόταν ανάμεσα στα ριζά των αντικρινών απότομων βουνών.

Γύρω στις 3 η ώρα τη νύχτα, λοιπόν, παρέα με την αδερφή μου, αυτή τη φορά, φορτωθήκαμε τις τσάντες μας και μ’ ένα φακό ο καθένας στο χέρι, γιατί ήταν πίσσα σκοτάδι, ξεκινήσαμε παίρνοντας μαζί μας την ευχή του πατέρα και της μάνας.

Ο ουρανός, εκείνη την ώρα, ήταν καθαρός γεμάτος άστρα, αλλά πίσω μας, στο βάθος του ορίζοντα, αναβόσβηναν κάποιες αστραπές.

(Ο μακαρίτης ο πατέρας μου, εξοικειωμένος με τα καιρικά φαινόμενα και τα σημάδια που τα προμηνούσαν, έλεγε ότι αυτές οι αστραπές, μπορεί να σημαίνουν ξηρασία ή βροχή, ανάλογα από το σε ποιο σημείο του ορίζοντα φαίνονται).

Δε δώσαμε ιδιαίτερη σημασία στα σημάδια εκείνα, ελπίζοντας ότι ο καιρός δεν είναι για βροχή. Προχωρούσαμε, ωστόσο, επιταχύνοντας κάπως το βήμα μας για να κερδίσουμε, όσο μπορούμε, απόσταση και χρόνο και να φτάσουμε στην ώρα μας στον προορισμό μας.

Θα είχαμε διανύσει τον μισό δρόμο μας, οπότε βλέπουμε ότι οι αστραπές τώρα να αναβοσβήνουν, σαν σε παράξενο συνδυασμό, και από άλλα σημεία του ορίζοντα, ενώ ακούγονταν πια και βροντές. Σε λίγο, να κι οι χοντρές ψιχάλες να μπατσίζουν το πρόσωπό μας.

Ήταν πια φανερό ότι βρισκόμαστε στο έλεος της καταιγίδας που ξέσπασε κιόλας με όλη της την ορμή, για να μην πω τη μανία.

Ομπρέλα δεν είχαμε, αλλά και να είχαμε, πόσο τάχα θα ας προστάτευε μέσα σ’ αυτή την κοσμοχαλασιά;

Μη μπορώντας λοιπόν να κάνουμε κάτι καλύτερο σ’ εκείνες τις τόσο δύσκολες συνθήκες, αναμερίσαμε, δεν θυμάμαι αν ήταν λίγο πάνω ή κάτω από το μονοπάτι, και τρυπώσαμε σ’ ένα μικρό βαθούλωμα του κάθετου βράχου, κάτι σαν σπηλιά, μέχρι να κοπάσει η μπόρα και να συνεχίσουμε τη πορεία μας.

Η έγνοιά μας ήταν να προλάβουμε το λεωφορείο, γιατί, αν το χάναμε, θα έπρεπε να περιμένουμε το δρομολόγιο της επόμενης μέρας…

Η βροχή θα κράτησε γύρω στη μισή ώρα. Δεν χρειαζόταν βέβαια περισσότερο για να γίνουμε μούσκεμα ως το κόκαλο. Το χειρότερο για μένα ήταν ότι ξεκόλλησαν οι σόλες των παπουτσιών μου και προχωρούσα τώρα σαν κουτσός. Με τα πολλά, φτάσαμε στο χωριό και στη στάση του λεωφορείου. Βρεγμένοι, ξεβρεγμένοι, ανεβήκαμε και καθίσαμε στις θέσεις μας, ευχαριστημένοι, από τη μια που φτάσαμε ως εδώ σώοι και από την άλλη που το προλάβαμε. Και μέχρι να φτάσουμε ως το τέρμα της διαδρομής μας προς την πόλη, στεγνώσαμε κιόλας.

Τη βραδινή μας εκείνη περιπέτεια που μπορεί να έγινε παρελθόν, αλλά δεν την ξεχάσαμε. Από τότε και μέχρι τις μέρες μας, πολλές φορές τη βγάζει η μνήμη μας στην επιφάνεια και τη ζωντανεύει. Μόνο που η απόσταση του χρόνου έχει τη δύναμη να την αποφορτίζει και να της δίνει λιγότερο δραματικό τόνο.

Σ’ αυτό βοηθάει και η –παρήγορη- σκέψη ότι οι γονείς μας έζησαν πολύ χειρότερες στιγμές. Και άντεξαν.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

23/02/2018

(* Η φωτογραφία είναι του μεγάλου φωτογράφου της Θεσσαλικής υπαίθρου Κώστα Μπαλάφα)