Σύνοδος Κορυφής του ΟΗΕ για την “Κλιματική Δράση”: Διαχείριση όχι αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής

Σύνοδος Κορυφής του ΟΗΕ για την “Κλιματική Δράση”: Διαχείριση όχι αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής

Πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη η Σύνοδος Κορυφής του ΟΗΕ για την “Κλιματική Δράση”, σε μία περίοδο όπου οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται αισθητές στον πλανήτη -πυρκαγιές, ακραία καιρικά φαινόμενα κ.α.

Την ίδια μέρα στέλεχος του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού προέβλεπε, ότι η μέση παγκόσμια θερμοκρασία θα αυξηθεί σε σχέση με την προ-βιομηχανική εποχή κατά 1,2C-1,3C την επόμενη πενταετία.

Είχε προηγηθεί δημοσιοποίηση έκθεσης του ΟΗΕ, η οποία επισημαίνει την άνοδο της θερμοκρασίας την πενταετία 2015-2019 κατά 0,2C σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία, επίδοση ρεκόρ.

Τα παραπάνω πιστοποιούν ότι οι στόχοι της Συμφωνία του Παρισιού, για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στον 1,5C σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα, ζητούμενο που εκτιμάται ότι θα περιορίσει τις επιπτώσεις τις κλιματικής αλλαγής, αλλά και για τον περιορισμό της μεσοπρόθεσμης αύξησης της αρκετά κάτω από 2C, ζητούμενο που πιστεύεται ότι θα αποτρέψει την εξαφάνιση των κοραλλιογενών νησιών και το λιώσιμο των πάγων στην Αρκτική, βρίσκονται υπ’ ατμών.

Έτσι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αποκτά επείγον χαρακτήρα για τα κράτη, καθώς αναμένεται να επηρεάσει άμεσα και προς το αρνητικό ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η φτώχεια, κ.α.

Ωστόσο τα κράτη συνδέουν την αντιμετώπιση του φαινομένου με τα δύο κύρια θέματα που τα απασχολούν αυτή την περίοδο.

  • 1) Την αποτροπή νέας κρίσης και την επίτευξη ισχυρής και σταθερής καπιταλιστικής ανάπτυξης.
  • 2) Τη διατήρηση ή βελτίωση της θέσης τους στο Ιμπεριαλιστικό σύστημα. Πρόσθετα όμως αυτή σχετίζεται και με ένα τρίτο γεγονός.
  • 3) Τη διαμάχη κολοσσιαίων επιχειρηματικών συμφερόντων, τα οποία χάριν της ισχύος τους, ωθούν τα κράτη στην ενίσχυση ή στον περιορισμό των “πράσινων” πολιτικών.

Στο “πράσινο” μπλοκ συγκαταλέγονται σχήματα, τα οποία δραστηριοποιούνται σε “πράσινους” τομείς ή αντιλαμβάνονται την “πράσινη” στροφή ως αναγκαιότητα για τη σταθερότητα της οικονομίας.

Ορισμένα εξ’ αυτών αναφέρονται στο δελτίο τύπου με το οποίο έκλεισε η σύνοδος του ΟΗΕ, όπως η ομάδα ασφαλιστικών-συνταξιοδοτικών ταμείων (Allianz, CalPERS, κ.α. -διαχειρίζεται πάνω από 2 τρις$) 87 κολοσσοί (Nestle, L’Oreal, κ.α -κεφάλαιο πάνω από 2,3 τρις$), 130 τράπεζες (Citigroup Inc, Mitsubishi UFJ Financial Group, κ.α -κεφάλαιο 47 τρις$) και ο δισεκατομμυριούχος M. Bloomberg (62,1 δις. $).

Στο “γκρι” μπλοκ περιλαμβάνονται σχήματα, τα οποία δραστηριοποιούνται σε “γκρι” τομείς ή θεωρούν πολυτέλεια στην παρούσα συγκυρία την κρατική χρηματοδότηση της “πράσινης” στροφής. Μάλιστα 13 πετρελαϊκές εταιρείες (BP, Shell, κ.α.) είχαν τις δικές τους επαφές με νεολαίους στο περιθώριο της συνόδου του ΟΗΕ, σε μια προσπάθεια να βελτιώσουν το image τους στις νέες ηλικίες.

Συνακόλουθα κάθε κυβέρνηση αξιολογεί την κλιματική της πολιτική στη βάση των οικονομικών και γεωπολιτικών αποτελεσμάτων που παράγει, αλλά και του οφέλους που δημιουργεί για τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τα οποία συνδέεται.

Ως εκ τούτου οι “πράσινες” δεσμεύσεις χωρών όπως, η Γαλλία, η Γερμανία, το Η.Β, η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία, οι οποίες χειροκροτήθηκαν στο δελτίου τύπου που έκλεισε τη σύνοδο του ΟΗΕ, αναμένεται να έχουν περιορισμένα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Το Παρίσι προέβη απλά σε μια αμφίβολη υπόσχεση μη σύναψης εμπορικών συμφωνιών με χώρες που υπονομεύουν τη Συμφωνία του Παρισιού, επιτρέποντας στον εαυτό του την κατανάλωση της εγχώρια παραγόμενης πυρηνικής ενέργειας για πολλά χρόνια ακόμη.

Το Λονδίνο ανακοίνωσε την αύξηση της χρηματοδότησης του “Πράσινου Κλιματικού Ταμείου”, διατηρώντας ωστόσο την κατανάλωση υδρογονανθράκων (Υ/Α), σε μεγάλο βαθμό εσωτερικά παραγόμενων, σε συντριπτικά επίπεδα. Το Νέο Δελχί, 4ος παραγωγός ρύπων, δεσμεύθηκε στην αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας του σε 175gw έως το 2022 και σε 450gw μελλοντικά, χωρίς να ανακοινώσει κάποιο μέτρο για τη μείωση της εκπομπής ρύπων.

Η Μόσχα, της οποίας ο κρατικός προϋπολογισμός και το γεωπολιτικό της βάρος στηρίζονται στην εξαγωγή Υ/Α, ανακοίνωσε ότι θα κυρώσει τη Συμφωνία του Παρισιού, δίχως το τεχνικό της μέρος.

Το Πεκίνο, 2ος παραγωγός ρύπων, εξήγγειλε μείωση εκπομπών κατά 12 δις. ετησίως, εξακολουθώντας ωστόσο, τη συντριπτική κατανάλωση άνθρακα και την αύξηση της κατανάλωσης Υ/Α.

Τέλος το Βερολίνο δεσμεύτηκε στην αποδέσμευση του από τον άνθρακα έως το 2050, ανακοινώνοντας παράλληλα πακέτο “πράσινων μέτρων”, ύψους 55 δις. Ευρώ ως το 2023.

Ωστόσο η αποτελεσματικότητα τους συμπυκνώνεται στη φράση της Α. Μέρκελ, με την οποία συνόδευσε την υιοθέτηση τους, «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού».

Παράλληλα η στάση του Ν. Τράμπ ήταν απαξιωτική απέναντι στη σύνοδο. Ο Αμερικάνος Πρόεδρος, η κυβέρνηση του οποίου κατέθεσε επίσημο αίτημα το 2017 για την αποχώρηση των ΗΠΑ, 1ος παραγωγός ρύπων, από τη Συμφωνία του Παρισιού, έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι θεωρεί τις “πράσινες” πολιτικές επιζήμιες για την οικονομία και τα γεωπολιτικά συμφέροντα τους.

Σήμερα η αύξηση της παραγωγής Υ/Α στις ΗΠΑ, καθιστά τη χώρα πρωταθλητή στις εξαγωγές. Έτσι εξασφαλίζει την τροφοδοσία της καπιταλιστικής της ανάπτυξης με φθηνή ενέργεια, διευκολύνει τους γεωπολιτικούς της σχεδιασμούς -μείωση της εξάρτησης από τους Υ/Α του Περσικού Κόλπου και γεμίζει τα θησαυροφυλάκια των πετρελαϊκών της εταιρειών, παραδοσιακών συμμάχων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Σε αυτά τα πλαίσια προκύπτει ότι είναι αδύνατο για τα κράτη να διαμορφώσουν ουσιαστική πολιτική αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, καθώς η συσχέτιση της με τις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τις επιχειρηματικές διαμάχες, την υποβιβάζει σε πολιτική διαχείρισης της.

Συνακολουθεί αυτή ευνοεί την κερδοφορία συγκεκριμένων εταιρειών και την ισχυροποίηση συγκεκριμένων κρατών (άρα και την καριέρα συγκεκριμένων πολιτικών), το κόστος της πληρώνεται από τους εργαζόμενους, ενώ τελικά δε διακόπτει την κλιματική καταστροφή. Συνεπώς η δικαιολογημένη κινητοποίηση των λαών και ιδιαίτερα της νεολαίας, δε θα έχει αποτέλεσμα, όσο δεν επιχειρεί να επιβάλει την αποσύνδεση των κλιματικών πολιτικών από το ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΠΛΑΙΣΟ, επιμένοντας στη διαμόρφωση τους στη βάση των δικών τους αναγκών.