Τα Βαλκάνια «ξυπνούν»… : Ο πλασιέ του ΝΑΤΟ και της ΕΕ…

Τα Βαλκάνια «ξυπνούν»… : Ο πλασιέ του ΝΑΤΟ και της ΕΕ…
Του Γιάννη Χουβαρδά
Πολιτικού Επιστήμονα

Το παρόν άρθρο είναι το τελευταίο αυτής της σειράς και ασχολείται με τις επιδιώξεις της Ελληνικής ελίτ (οι μεγαλομέτοχοι των μονοπωλιακών επιχειρήσεων και οι δορυφόροι τους), εντός του περιβάλλοντος οξυμένου ανταγωνισμού που επικρατεί στα Βαλκάνια.

Το βασικό ζητούμενο της Ελληνικής ελίτ αυτή την εποχή δεν είναι άλλο από την υπερκάλυψη των απωλειών που επέφερε στη δύναμη της η οικονομική κρίση.

O συγκεκριμένος στόχος είναι αδύνατο να επιτευχθεί δίχως τη σταθεροποίηση της ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον σχετίζεται με την επαναφορά μεγάλου μέρους της εγχώριας δημοσιονομικής πολιτικής από τους δανειστές στις Ελληνικές κυβερνήσεις, μέσω της ικανότητας του Ελληνικού κράτους να καλύπτει τις χρηματοοικονομικές του ανάγκες δανειζόμενο απευθείας από τις αγορές και όχι από διακρατικούς οργανισμούς.

Τέλος αφορά στην ανάκτηση της Ελληνικής επιρροής στη Βαλκανική, η οποία περιορίστηκε λόγο μείωσης των Ελληνικών επενδύσεων και της εκποίησης θυγατρικών επιχειρήσεων και περιουσιακών στοιχείων που διέθεταν σε αυτή οι Ελληνικές εταιρείες.

Η ραγδαία υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του Ελληνικού λαού, αν και αποτελεί αναγκαία συνθήκη, δεν αρκεί για την επίτευξη των στόχων της Ελληνικής ελίτ. Επιπλέον απαιτεί  την ελάφρυνση του δημοσίου χρέους και τον περιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων, ώστε να εξοικονομηθούν πόροι  για τη στήριξη της δραστηριότητας των επιχειρηματικών ομίλων.

Πρόσθετα η ανάδειξη της χώρας σε ενεργειακό και εμπορικό κόμβο, η οποία θα επιτρέψει τη συμμετοχή της Ελληνική ελίτ σε ευρύτερους επενδυτικούς σχεδιασμούς, θα συνέβαλε καθοριστικά στην επίτευξη των στόχων της. Αντίστοιχο αποτέλεσμα θα επέφερε η προσέλκυση επενδύσεων σε δυναμικούς και εξωστρεφής κλάδους της οικονομίας, αλλά και η εξασφάλιση αποδοτικών αγορών για τις Ελληνικές επενδύσεις, τις Ελληνικές εξαγωγές και τις δραστηριότητες της Ελληνικής ναυτιλίας.

Ωστόσο η επιτυχής ολοκλήρωση αυτών των πολιτικών είναι συνυφασμένη με τη σύναψη κατάλληλων διακρατικών συμφωνιών ανάμεσα στην Ελλάδα και τρίτα κράτη. Ως εκ τούτου αποτελεί τον οδηγό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας.

 

Οι ισχυρές εξαρτήσεις της Ελληνικής ελίτ από ΗΠΑ και ΕΕ, οι οποίες επιδεινώθηκαν λόγω της κατάστασης χρεοκοπίας στην οποία περιήλθε το Ελληνικό κράτος, περιορίζουν τη δυνατότητα ελιγμών της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ως εκ τούτου αυτή ευθυγραμμίζεται με τις επιδιώξεις της Δύσης, ευελπιστώντας σε ανταλλάγματα στους κρίσιμους τομείς (χρέος, κόμβος μεταφορών, επενδύσεις, εξαγωγές).

Σήμερα κορυφαίες προτεραιότητες της Δύσης είναι:

  • Α) Η ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία.

  • Β) Ο περιορισμός της Ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια και η στρατιωτική περικύκλωση της στην πλευρά της Μ. Θάλασσας.

  • Γ) Η εποπτεία της Κινεζικής επενδυτικής διείσδυσης σε Βαλκάνια και Αν. Μεσόγειο.

  • Δ) Η διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων σε Β. Αφρική και Μ. Ανατολή για την προώθηση δυτικών επενδυτικών σχεδιασμών και την εξισορρόπηση της στρατιωτικής ισχύς της Ρωσίας και του Ιράν.

  • Ε) Η συσπείρωση όλων των κρίσιμων χωρών της περιοχής στους παραπάνω στόχους.

Από την τελευταία επιδίωξη της Δύσης απορρέει και η πολιτική της απέναντι στην ΠΓΔΜ και την Τουρκία. Η Δύση επιθυμεί την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ, ώστε η τελευταία να εισέλθει γρήγορα σε ΝΑΤΟ και ΕΕ. Η λύση που προκρίνει επιδιώκει τη διασφάλιση της ‘’Μακεδονικής’’ ταυτότητας του κράτους, ώστε η σλαβική ελίτ να διατηρήσει τον έλεγχο της χώρας, μένοντας έτσι προσηλωμένη στο Ευρωατλαντικό όραμα.

Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος τμήματα της τελευταίας με την παρότρυνση της Ρωσίας να αποσταθεροποιήσουν την περιοχή. Επιπλέον η λύση πρέπει να ικανοποιεί ορισμένες απαιτήσεις της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας, ώστε να μη νιώθουν ότι από αυτή θα απειληθεί η ασφάλεια τους. Παράλληλα η Δύση επιθυμεί την ομαλοποίηση των σχέσεων της με την Τουρκία και τη διάλυση του νεαρού Ρωσοτουρκικού άξονα.

Σε αυτά τα πλαίσια αναζητά μαζί της συμφωνίες αμοιβαίου οφέλους και δείχνει κατανόηση στην επιθετικότητα της στη Μ. Ανατολή, το Αιγαίο και την Κύπρο.

Παράλληλα η Ελληνική εξωτερική πολιτική προσπαθεί να επωφεληθεί από τις διαμάχες μεταξύ των συμμάχων της. Έτσι υποστηρίζει τη Γαλλία στη διαμάχη με τη Γερμανία για την ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική στην ΕΕ, συμπαρατάσσεται με τη Γερμανία στη διαμάχη με τις χώρες του Vizengard για τον τρόπο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης και μαζί με τις ΗΠΑ ζητά από την ΕΕ την ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους.

Ταυτόχρονα το Ελληνικό κράτος αναβαθμίζει τις διμερής του σχέσεις με όλες αυτές τις χώρες.

Τον ίδιο στόχο εξυπηρετούν και τα ανοίγματα του Ελληνικού κράτους στη Ρωσία και την Κίνα, στο βαθμό που τα επιτρέπουν οι γεωπολιτικές ισορροπίες.

Οι δύο αυτές χώρες προσπαθούν να διεισδύσουν στην περιοχή, είτε υποδαυλίζοντας συγκρούσεις ανάμεσα στους συμμάχους της Δύσης, με σκοπό να επιφέρουν ρήγματα στο στρατόπεδο της, είτε στοχεύουν στην αύξηση της επιρροής τους μέσω επενδύσεων στην ενέργεια και στις μεταφορές.

Όσον αφορά το πρώτο, είναι χαρακτηριστική η στήριξη που προσφέρει η Μόσχα στην ΠΓΔΜ, σχετικά με την ‘’Μακεδονική’’ ταυτότητα της τελευταίας, ενώ στην Ελλάδα οι κύκλοι που βρίσκονται υπό την επιρροή της εξωθούνται σε όλο και πιο εθνικιστική ρητορική.

Είναι προφανές ότι η Ρωσία δεν επιθυμεί την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ και την ένταξη της στο ΝΑΤΟ. Όσον αφορά το δεύτερο, είναι χαρακτηριστική η προώθηση του Κινεζικού δρόμου του μεταξιού σε Ελλάδα και Τουρκία, η οποία υλοποιείται με Κινεζικές επενδύσεις στα Ελληνικά λιμάνια και τους σιδηροδρόμους της Τουρκίας.

Η Ελληνική κυβέρνηση αυτοπροβάλλεται στη Δύση ως δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί την προώθηση των Ευρωατλανιτκών επιδιώξεων στην περιοχή, σε αντίθεση με την απρόβλεπτη Τουρκία.

Έτσι η χώρα μας λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ένταξη των δυτικών Βαλκανίων σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, παραχωρεί το γεωγραφικό χώρο της για την διεξαγωγή Νατοϊκών επιχειρήσεων σε Μ. Ανατολή και Β. Αφρική, οικοδομεί στην Αν. Μεσόγειο συμπληρωματικά στο ΝΑΤΟ σχήματα στρατιωτικής συνεργασίας με Κύπρο – Ισραήλ – Αίγυπτο και υποτάσσει πλήρως τη λειτουργία του στρατού της στις ανάγκες του.

Επιπλέον προσπαθεί να επιλύσει τις διαφορές της με την ΠΓΔΜ και την Αλβανία στα πλαίσια των Δυτικών κατευθύνσεων, ώστε να συμβάλλει στη γρήγορη ένταξη τους στις Δυτικές δομές συνεργασίας.

Τέλος όπως διαγράφηκε από την επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στη χώρα μας, το Ελληνικό κράτος φιλοδοξεί ναι παίξει ρόλο γεφυροποιού στις σχέσεις Δύσης – Τουρκίας. Ως εκ τούτου ακολουθεί κατευναστική πολιτική απέναντι στις διεκδικήσεις της Άγκυρας σε Αιγαίο και Κύπρο, προτάσσοντας πως είναι προς το συμφέρον όλων η Ευρωπαική πορεία της Τουρκίας.

Η αποδοχή που συναντά η κυβερνητική πολιτική από την συντριπτική πλειοψηφία της Ελληνικής ελίτ διαγράφεται στο γεγονός ότι καμία πολιτική δύναμη, θεσμός και φορέας από όσους στηρίζουν το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, δε διαφοροποιείται σημαντικά από αυτήν. Ακόμα και οι δυνάμεις που στηρίζουν τη διεύρυνση της συνεργασίας της χώρας με την Κίνα και τη Ρωσία, επισημαίνουν ότι αυτή πρέπει να συντελεστεί εντός του Ευρωατλαντικού στρατοπέδου.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στα συλλαλητήρια που έγιναν για να μην υπάρχει ο όρος Μακεδονία στο όνομα της ΠΓΔΜ, δεν τέθηκε ζήτημα διαφοροποίησης από τις επιλογές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, οι οποίοι επιδιώκουν λύση στο ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας που θα διασφαλίζει τη ‘’Μακεδονική’’ εθνική της ταυτότητα. Αντιθέτως τα συλλαλητήρια και η άνοδος της εθνικιστικής ρητορικής από την αντιπολίτευση, λειτουργούν ως μοχλός πίεσης προς την κυβέρνηση να διαπραγματευτεί δυναμικά και να κλείσει όσο το δυνατό γίνεται καλύτερη συμφωνία, στα πλαίσια όμως της ίδιας πολιτικής.

Άλλωστε ο βασικός ομιλητής του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης, στρατηγός ε.α. και επίσημος αρχηγός ΓΕΣ Φραγκούλης Φράγκος, δήλωνε στο realfm το Γενάρη

« …Πολλοί επικαλέστηκαν για να καλυφθούν ότι ξέρετε το 2008 ο Κώστας Καραμανλής δέχθηκε σύνθετη ονομασία και λέω εάν το δέχθηκε, που δεν το δέχθηκε, εμείς πάμε και κάνουμε διαπραγμάτευση κατευθείαν από την κόκκινη μας γραμμή, της σύνθετης ονομασίας; Και γιατί δεν ξεκινάμε ευθύς εξ αρχής από εκεί που πρέπει να φτάσει τελικά στην υποτιθέμενη κόκκινη σου γραμμή, δηλαδή κύριοι δεν δεχόμαστε τον όρο Μακεδονία».

Τέλος το όλο κλίμα χρησιμοποιείται από την Ελληνική ελίτ για να αποσπάσει τη συναίνεση του Ελληνικού λαού σε ενδεχόμενη συμμετοχή του Ελληνικού στρατού σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, με στόχο την κατάληψη εδαφών άλλων χωρών στα πλαίσια Νατοϊκών αποστολών. Το σύνθημα η Μακεδονία είναι μία και είναι Ελληνική, που κατά κόρον ακούστηκε στα συλλαλητήρια, αντικειμενικά λειτουργεί προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η διεθνής κοινότητα, για λόγους που ξεφεύγουν από την ανάλυση του συγκεκριμένου άρθρου, από τα μέσα του 19ου αιώνα ορίζει γεωγραφικά την περιοχή της Μακεδονίας βόρεια από τον Αίμο, νότια από τον Όλυμπο και την Πίνδο, δυτικά από τη λίμνη της Οχρίδας και ανατολικά από τη Ροδόπη.

Αυτή η περιοχή, η οποία τότε ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (βιλαέτια Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου, μέρος του Κοσσυφοπεδίου – σαντζάκι Σέλφιτσε), κατέληξε μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων και τη συνθήκη του Βουκουρεστίου σε τέσσερις χώρες, Ελλάδα -Σερβία (σήμερα ΠΓΔΜ)- Αλβανία- Βουλγαρία.

Ωστόσο ορισμένοι κύκλοι αντιπαραβάλλουν στο παραπάνω γεγονός το γεωγραφικό χώρο της αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας (η οποία απαρτιζόταν από μέρος της Ελληνικής επικράτειας και την περιοχή του Μοναστηρίου στην ΠΓΔΜ), συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στη δημιουργία αλυτρωτικού κλίματος στην Ελλάδα απέναντι στους βόρειους γείτονες, στους οποίους σήμερα ανήκουν εδάφη της αρχαίας Μακεδονίας (Μοναστήρι).

Η συγκεκριμένη κίνηση είναι επικίνδυνη, καθώς στέλνει μήνυμα στη διεθνή κοινότητα ότι δυνάμεις στο εσωτερικό της Ελλάδος ανακινούν ζήτημα αλλαγής συνόρων και αναθεώρησης διεθνών συνθηκών.

Όλα αυτά την ώρα που η Τουρκική ελίτ δια του Σουλτάνου της διεκδικεί την αναθεώρηση της συνθήκης της Λοζάνης και μέρος της Ελληνικής επικράτειας στο Αιγαίο.

Συνοψίζοντας η Ελληνική ελίτ στοχεύει στην ανάκαμψη της ως σημαντική δύναμη στην Ν.Α Ευρώπη. Για να πετύχει το στόχο της αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην προώθηση των Ευρωατλανιτκών επιδιώξεων, ακόμα και αν αυτός έχει αρνητικό αντίκτυπο σε κρίσιμα ζητήματα για τη χώρα, όπως το γκριζάρισμα του Αιγαίου, ο Σλάβικος αλυτρωτισμός και ο Αλβανικός μεγαλοϊδεατισμός.

Παράλληλα διαπραγματεύεται, εντός των ασφυκτικών πλαισίων που θέτουν οι σύμμαχοι της, όσο το δυνατό επωφελέστερες για την ίδια συμφωνίες, ευελπιστώντας σε έναν μελλοντικά ευνοϊκότερο συσχετισμό δύναμης, ο οποίος θα τις επιτρέψει ακόμα και την απόκτηση νέων εδαφών.

Τις δεκαετίες του ‘90 και του 2000 η Ελληνική ελίτ επωφελήθηκε από τη στήριξη της χώρας στις Ευρωατλαντικές επιδιώξεις και ιδιαίτερα της βοήθειας που προσέφερε στους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ και της Λιβυής.

Η επιρροή της αυξήθηκε στην Αν. Ευρώπη, τη Μ. Ανατολή και τη Β. Αφρική και μαζί της αυξήθηκαν τα κέρδη της. Αντίστοιχα στα χρόνια της κρίσης η συμμαχία της με τη Δύση την έσωσε από τον κίνδυνο της χρεοκοπίας.

Απεναντίας ο Ελληνικός λαός διαχρονικά πληρώνει το λογαριασμό αυτής της συμμαχίας, δαπανώντας κάθε χρόνο το 2% του εγχώριου ΑΕΠ για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ. Μένει να δούμε τι θα κερδίσει η ελίτ και τι θα πληρώσει ο λαός από τις νέες περιπέτειες στις οποίες εισέρχεται η χώρα μας…