Τα ξεφλουδίσματα

Τα ξεφλουδίσματα

Η κάθε εποχή, όταν το χωριό μου βρισκόταν στο στάδιο της ακμής του, κανόνιζε, χωρίς καμία δυνατότητα παρέκκλισης ή αναβολής, τις διάφορες ασχολίες των κατοίκων του. Αφού όλα έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους. Μία τέτοια ασχολία ήταν τα ξεφλουδίσματα των καλαμποκιών που γίνοταν αυτόν τον καιρό.

Του Νίκου Φαλαγκάρα

Η λέξη ξεφλουδίσματα είχε διπλό νόημα. Σήμαινε τόσο την αφαίρεση των ροκόφυλλων από το στέλεχος του καλαμποκιού (ρόκας) ώστε να μείνει ο καρπός καθαρός, όσο και την πάγια συνήθεια (έθιμο καλύτερα) να συγκεντρώνεται τα βράδια μια ομάδα συγγενών, φίλων ή γειτόνων για να πάρουν μέρος στη διαδικασία αυτή. Η συμμετοχή αυτή ήταν φυσικά στη βάση της εθελοντική και αμοιβαία. Στο πλαίσιο της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης μεταξύ των συγχωριανών, παρά τις όποιες άλλες διαφορές τους.

Επειδή ο σκοπός ήταν μια από τις σπουδαιότερες αγροτικές εργασίες να τελειώσει στην ώρα της, με τον καιρό πήρε χαρακτήρα περίπου υποχρέωσης. Το να αρνηθεί κάποιος να συμμετάσχει στα ξεφλουδίσματα ήταν πράξη αξιοκατάκριτη και γι’ αυτό σπάνια και σε μεμονωμένες περιπτώσεις συνέβαινε.

Μερικά χωράφια, από τα ευφορότερα, οι συγχωριανοί τα έσπερναν με καλαμπόκι. Είχαν τον λόγο τους, αφού ήταν για το ψωμί τους. Ωστόσο το καλαμπόκι ήθελε δουλειά και φροντίδα: να οργώσεις το χωράφι, να το σπείρεις, να ρίξεις λίπασμα, να το ποτίζεις τακτικά και στο τέλος να το μαζέψεις.

Μόλις, λοιπόν, οι ρόκες ωρίμαζαν (αυτό φαινόταν από το ότι τα φύλλα έπαιρναν ένα κιτρινωπό χρώμα) έπρεπε να μαζευτούν και να αποθηκευτούν σε κάποιον κλειστό χώρο ώστε να μην είναι εκτεθειμένες στα καιρικά φαινόμενα (βροχή, αέρας κ.λπ.) που ήταν το κατώι όσων σπιτιών, σ’ ένα υπόστεγο ή μια καλύβα.
Στη συνέχεια, και χωρίς καθυστέρηση, ακολουθούσε το ξεφλούδισμα. Με ένα σουβλερό αντικείμενο άνοιγαν τα φύλλα που κάλυπταν το στέλεχος του καρπού και μια κίνηση τα αφαιρούσαν ώστε να μείνει καθαρός μόνο ο καρπός που τον έβαζαν σε σακιά, ενώ τα ροκόφυλλα τα έριχναν στην άκρη και γίνονταν σωρός. Τα αποθήκευαν κι αυτά κάπου και τα προόριζαν για γέμισμα στα στρώματα ή για τροφή στα αλογομούλαρα και στα γελάδια.

Παλιότερα οι άντρες (αφού στο ανδροκρατικό καθεστώς της μικροκοινωνίας μας μόνο αυτοί δικαιούνταν να καπνίζουν) χρησιμοποιούσαν τα λεπτά φύλλα για τσιγαρόχαρτο. Όχι τόσο για τη γεύση του, όσο για λόγους οικονομίας. Να σημειώσω ότι το ροκόφυλλο το έχω δοκιμάσει κι εγώ, μαζί με τους παιδικούς μου φίλους στο χωριό, στο στριφτό τσιγάρο, όταν δρασκελούσα τα πρώτα δειλά βήματα της (βραχύβιας ευτυχώς) καπνιστικής μου σταδιοδρομίας…

Αν η παραγωγή ήταν μεγάλη ή τα χέρια λίγα, τα ξεφλουδίσματα συνεχίζονταν και την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα μέχρι να τελειώσουν οι ρόκες.
Οι απογυμνωμένοι πια καρποί έπρεπε κατόπιν να μείνουν στον ήλιο μέχρι να φύγει τελείως η υγρασία και στη συνέχεια γινόταν το στούμπισμα με ένα μακρύ ξύλινο μεγάλο ρόπαλο. Σε περίπτωση που ήταν μεγάλη η παραγωγή, τα έριχναν στο αλώνι και τα πατούσαν τα μουλάρια ή τα άλογα.Αφού γινόταν σπυριά (έμεναν στο τέλος τα γούτσια για τα γουρούνια) πια το καλαμπόκι το έβαζαν πάλι στα σακιά και το πήγαιναν λίγο λίγο στον νερόμυλο του χωριού για άλεσμα. Στο χωριό μας είχαμε τότε δύο νερόμυλους. Τον «απάνω μύλο» και τον «κάτω μύλο. Τον πρώτο τον δούλευε ο μπάρμπα Θωμάς και τον δεύτερο ο μπάρμπα Κώτσιος. Εμβληματικοί (ιδίως ο πρώτος) τύποι και οι δύο μυλωνάδες μας, μακαρίτες πια. Η αμοιβή τους ήταν σε είδος (μια ποσότητα αλευριού) που λεγόταν ξάι.

Οι μυλόπετρες στο χωριό σταμάτησαν να γυρίζουν εδώ και πολλά χρόνια. Έκλεισαν τον κύκλο της ζωής τους οι μύλοι. Ο «Κάτω μύλος» ανακατασκευάστηκε με τη φροντίδα ενός συλλόγου συγχωριανών, αλλά τι να αλέσει πια; Ενώ από τον «απάνω μύλο» έμειναν μόνο μερικά ερείπια που δεν παραπέμπουν στον γνωστό στους παλιότερους μύλο.
Θυμάμαι τη μάνα μου φορτωμένη καλαμπόκι να το πηγαίνει στον μύλο και να γυρίζει πάλι φορτωμένη αλεύρι για να το ζυμώσει στη συνέχεια το ψωμί. Την επόμενη μέρα το ψωμί εκείνο ήταν σαν πέτρα, αλλά εμείς το τρώγαμε, αφού δεν είχαμε άλλη επιλογή.

Τις νύχτες των ξεφλουδισμάτων, εκεί όπου ήταν όλοι μαζεμένοι, η ατμόσφαιρα θύμιζε μια μικρή γιορτή. Με τους ξεφλουδιστές να κάθονται κατάχαμα σε πρόχειρα στρωσίδια. Ένα αμυδρό φως (από το λυχνάρι ή τη λάμπα πετρελαίου) φώτιζε τον χώρο. Από φαγητό, ό,τι βρισκόταν στο σπίτι, αφού εκείνα τα χρόνια η διατροφή ήταν γενικά και εκ των πραγμάτων λιτή. Τραγούδια, αστείες αλλά και σοβαρές ιστορίες, πραγματικές και φανταστικές, γέλια, αλλά και λίγο κουτσομπολιό. Υπήρχαν και περιπτώσεις που σκιρτούσε κι εκδηλωνόταν ανάμεσα σε έναν νέο και μια νέα το –εν πολλοίς καταπιεσμένο από τις συνθήκες του χωριού- ερωτικό σκίρτημα, που μπορούσε να εξελιχθεί σε ειδύλλιο, κάποτε και γάμο.

Ήταν εκείνες οι στιγμές γεμάτες, δημιουργικές, χαρούμενες, ανθρώπινες. Μια ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα οι χωριανοί, να έρθει ο ένας πιο κοντά στον άλλον, να συσφίξουν τις σχέσεις τους. Να διαβάσει ο ένας την ψυχή του άλλου.
Αφότου όμως, στο χωριό άρχισε να αραιώνει ο πληθυσμός του, μια και πολλοί έπαιρναν των ομματιών τους για τα ξένα αναζητώντας καλύτερη ζωή, τα ξεφλουδίσματα έγιναν πια παρελθόν κι ανάμνηση. Ποια χέρια να καλλιεργήσουν τώρα καλαμπόκι, που δεν χρειαζόταν πια για να γίνει το ψωμί, αφού τα χωράφια όχι μόνο έμειναν χέρσα, αλλά παραμορφώθηκαν από τις σάρες ή μετατράπηκαν σε δάσος;

Σ’ αυτούς, πάντως, που πρόλαβαν τα ξεφλουδίσματα (όπως είναι ο συντάκτης αυτού του σημειώματος), οι στιγμές εκείνες χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη τους, αλλά κάθε φορά που ανοίγει ένα παράθυρό της, εισβάλλει στην ψυχή τους η νοσταλγία κι η θύμηση γίνεται καημός.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ ([email protected])
25/09/2019

(φωτογραφία αρχής από το tovaltino.blogspot.com)