Η τεκμηρίωση μιας γενοκτονίας

Καρτσιος Βασίλης_2014Με αφορμή την ανοιχτή επιστολή της Χρ. Γιαταγάνα προς τον υπουργό Δικαιοσύνης για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

Χάριν μίας κακώς εννοούμενης σχέσης καλής γειτονίας (αποδεδειγμένα εγκληματικής από τη μία πλευρά) και η πλέον τεκμηριωμένη και αυταπόδεικτη τέλεση γενοκτονικών κακουργημάτων ακυρώνεται από την παντελή έλλειψη πολιτικής βούλησης, με αποτέλεσμα να προκύπτει ο κίνδυνος να περάσουν τα ιστορικά γεγονότα στη σφαίρα του μύθου.

Συνεπώς δεν προκαλεί καμία εντύπωση στον γράφοντα η κατάπληξη με την οποία αντιμετωπίζουν οι αναγνώστες το βιβλίο μου «Η γενοκτονία του ελληνισμού της ανατολικής Μακεδονίας, κατά τη 2η βουλγαρική κατοχή (1916-1918) με την επωδό: «μα πότε συνέβησαν όλα αυτά»;

Μία από τις πλέον τεκμηριωμένες γενοκτονίες σε βάρος του ελληνισμού ήταν η μεθοδευμένη και συστηματική προσπάθεια της Βουλγαρίας να αλλάξει τον εθνολογικό χάρτη της ανατολικής Μακεδονίας παρά τη συντριπτική ήττα της από τον ελληνικό στρατό στον β΄ βαλκανικό πόλεμο το καλοκαίρι του 1913.

Ήδη από το 1919, λίγους μήνες μετά τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1918, είχαν όχι μόνο συνταχθεί αλλά και εκδοθεί τρία σημαντικά διεθνούς νομικού κύρους ντοκουμέντα, που περιέγραφαν με κάθε λεπτομέρεια τα αποτελέσματα της βάρβαρης και απάνθρωπης βουλγαρικής κατοχής 1916-1918, που δυστυχώς ήταν προάγγελος της τρίτης δολοφονικής βουλγαρικής κατοχής 1941-1944.

Πρόκειται για την έκθεση της Πανεπιστημιακής Επιτροπής, την έκθεση της Διασυμμαχικής Επιτροπής και την έκθεση του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, τις οποίες η πολιτική και πανεπιστημιακή μας «διανόηση» φρόντισαν επιμελώς να εξαφανίσουν από το προσκήνιο και από αυτήν ακόμη τη βραβευμένη «ιστορία του ελληνικού έθνους».

Εκτός όμως από τα τρία αυτά συγκλονιστικά ντοκουμέντα, στο Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών υπάρχουν ογκωδέστατοι φάκελοι με τηλεγραφήματα, αναφορές, έγγραφα, προσωπικές μαρτυρίες και καταστάσεις με χιλιάδες ονόματα εκτοπισθέντων, πολλές από τις οποίες είναι αναλυτικότατες για την αιτία και τον τόπο θανάτου των δύστυχων Μακεδόνων: «εκ δαρμού, βαρείας εργασίας, κακουχιών και τύφου».

Επίσης, μπορεί κανείς να μελετήσει το σχετικό υλικό από τις διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνθήκης του Neuilly, που αποτέλεσε μία από τις συνθήκες ειρήνευσης στο λεγόμενο «σύστημα των Παρισίων» 1919-1920 και αφορούσε στη συνθηκολόγηση της ηττημένης Βουλγαρίας.

Ενώ λοιπόν υπήρξε από πολύ νωρίς, σε πραγματικό χρόνο, ένα ικανό διεθνές νομικό και διπλωματικό υπόβαθρο για την καταδίκη της Βουλγαρίας και την ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ της γενοκτονίας του ελληνισμού της ανατολικής Μακεδονίας, το θέμα τέθηκε στο περιθώριο.

Η εκκωφαντική σιωπή για τις βουλγαρικές φρικαλεότητες έρχεται να προστεθεί στην ένοχη σιωπή για τη γενοκτονία του ποντιακού και μικρασιατικού ελληνισμού, καθώς όπως προκύπτει από την επιστολή της κ. Γιαταγάνα, στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο δεν αναφέρονται ρητά οι γενοκτονίες των Ποντίων, των Αρμενίων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, αν και αυτές ανήκουν στην κατηγορία των «αναγνωρισμένων από την ελληνική Βουλή».