Θα γίνει η Κύπρος νέα πυριτιδαποθήκη στην Ανατολική Μεσόγειο;

Θα γίνει η Κύπρος νέα πυριτιδαποθήκη στην Ανατολική Μεσόγειο;

Η στρατηγική των κυπριακών και των ελληνικών κυβερνήσεων για την Κύπρο, στοχεύει στην ενεργειακή, εμπορική, τουριστική και γεωπολιτική αναβάθμιση του νησιού, για την υλοποίηση της οι δύο κυβερνήσεις έχουν καταλήξει στην εφαρμογή μιας συγκεκριμένης πολιτικής γραμμής στα εσωτερικά και τα διεθνή ζητήματα της μεγαλονήσου. Αυτή περιλαμβάνει τη συνεχή προσαρμογή της

ΑΡΘΡΟ Του Γιάννη Χουβαρδά
Πολιτικού Επιστήμονα

οικονομίας στις ανάγκες των επενδυτών, την προσέλκυση πολυεθνικών κολοσσών και την ενεργότερη υποστήριξη στους σχεδιασμούς της Δύσης, με παράλληλα ανοίγματα σε Ισραήλ, Ρωσία, Κίνα και αραβικές χώρες.

Συνεπώς η εφαρμογή αυτής της πολιτικής γραμμής αντικειμενικά συνδέει της διαδικασία επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, με την εξέλιξη των ανταγωνισμών ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για τον έλεγχο της περιοχής. Οι ανταγωνισμοί αφορούν την κατανομή των ενεργειακών πηγών και δρόμων, τον εμπορικών οδών και των αγορών.

Στις μέρες μας δύο νέοι παράγοντες οξύνουν αυτούς τους ανταγωνισμούς.

  • 1ον) Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη είναι ασθενική και επισφαλής. Η πίτα των κερδών είναι μικρότερη και η διατήρηση ικανοποιητικής κερδοφορίας από τους επιχειρηματικούς ομίλους, προϋποθέτει τη βαθύτερη εκμετάλλευση του ήδη κατεκτημένου μεριδίου στην παγκόσμια αγορά, αλλά και την κατάκτηση επιπλέον μεριδίου από τους ανταγωνιστές.
  • 2ον) Συνεχίζεται η τάση ισχυροποίησης χωρών της ομάδας BRICS (Ρωσία, Ινδία, Κίνα, κ.α), έναντι της Δύσης (Η.Π.Α, Ε.Ε, Μ. Βρετανία, κ.α), προκαλώντας την αντίδραση της τελευταίας.

Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης αποτυπώνεται στη γενικότερη επιδείνωση των διεθνών σχέσεων και στην ανάφλεξη που συντελείται στα διάφορα μέτωπα του πλανήτη. Άρα η ένταξη του κυπριακού στο παζλ των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών είναι άσχημος οιωνός για τους λαούς της περιοχής. Από τη μια προμηνύει την άδικη και μη βιώσιμη λύση του, από την άλλη προετοιμάζει νέες εντάσεις στην Κύπρο και στις γύρω χώρες. Ας δούμε τώρα τη συγκεκριμένη εξέλιξη αυτής της διαδικασίας.

Σήμερα οι βασικοί στόχοι της Δύσης στην Κύπρο είναι οι ακόλουθοι:

  1. Η κατοχύρωση των υδρογονανθράκων σε Δυτικές εταιρείες.
  2. Η άμεση εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων για τη στήριξη της οικονομίας της.
  3. Η ολοκλήρωση ενεργειακών δρόμων με στόχο την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία και τους άλλους ανταγωνιστές της.
  4. Ο έλεγχος του εμπορίου ανάμεσα σε Μ. Θάλασσα – Μεσόγειο – Μ. Ανατολή – Σουέζ.
  5. Ο στρατιωτικός έλεγχος της περιοχής και η διευκόλυνση των νατοϊκών επιχειρήσεων.

Η επίτευξη τους όμως προϋποθέτει την ύπαρξη νέων δεδομένων στο νησί.

Αυτά είναι

  • 1ον) Η εκχώρηση καθοριστικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου σε Δυτικόφιλους οργανισμούς.
  • 2ον) Η αποδυνάμωση του κυπριακού κράτους, ώστε να είναι ανίκανο να διεκπεραιώνει μόνο του τις βασικές του ανάγκες.
  • 3ον) Ο περιορισμός της επιρροής που ασκεί η Τουρκία (αστάθμητος παράγοντας) και η Ελλάδα στην πολιτική ζωή της μεγαλονήσου.
  • 4ον) Η διατήρηση και επέκταση της στρατιωτικής της παρουσίας στο νησί.

Αυτά τα νέα δεδομένα προσπαθεί να διαμορφώσει η Δύση μέσω της επίλυσης του κυπριακού. Έτσι στήριξε την κοινή δήλωση Αναστασιάδη – Έρογλου το 2014, η οποία μιλάει για δύο συνιστώντα κράτη που θα ‘’ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους, χωρίς επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση’’. Έκτοτε πιέζει και έχει πετύχει όλες οι διαβουλεύσεις για το κυπριακό να κινούνται σε αυτήν την κατεύθυνση.

Παρακάτω παρουσιάζουμε το που έχουν καταλήξει οι διαβουλεύσεις :

  • Το Κυπριακό από διεθνές πρόβλημα κατοχής μιας κυρίαρχης χώρας, υποβαθμίζεται σε διαμάχη δύο κοινοτήτων, η οποία θα λυθεί μέσω της συνεννόησης των δυνάμεων που έχουν κατοχυρωμένα συμφέροντα στο νησί. Έτσι η Κυπριακή Δημοκρατία υποβιβάζεται σε κοινότητα, ενώ παρακάμπτεται το ζήτημα της κατοχής. Επιπλέον η λύση δεν αναζητάται στα πλαίσια του Ο.Η.Ε, αλλά στην πενταμερή διάσκεψη. Σε αυτή εκπροσωπούνται η Ελλάδα, η Τουρκία, η Μ. Βρετανία και οι δύο κοινότητες, ενώ ως παρατηρητής μετέχει η Ε.Ε.
  • Οι Βρετανικές βάσεις μένουν και εξετάζεται η δημιουργία νέων από άλλες δυνάμεις.
  • Η Κύπρος δε θα έχει στρατό. Η ασφάλεια της παραδίδεται σε πολυεθνικό σχήμα.
  • Η διοίκηση της χώρας θα ασκείται με εκ περιτροπής προεδρία. Πρόσθετα η κάθε κοινότητα θα μπορεί να ασκεί βέτο στις αποφάσεις.
  • Το ομοσπονδιακό δικαστήριο της Κύπρου θα έχει μέλη από τις δύο κοινότητες και σε ενδεχόμενο αδιέξοδο στη λήψη απόφασης τη λύση θα δίνει ξένος δικαστικός.
  • Η διαχείριση σοβαρών εσωτερικών κρίσεων επαφίεται σε διεθνή αστυνομική δύναμη.

Όπως καταλαβαίνουμε οι διαβουλεύσεις οδηγούν σε μια διχοτομική και μη βιώσιμη λύση. Πρόσθετα Κυπριακή Δημοκρατία αντικαθίσταται από έναν εύθραυστο και αδύναμο συνεταιρισμό δύο κρατιδίων. Κάθε δύναμη που θέλει να παρέμβει στην Κύπρο θα προσπαθεί να προσεταιριστεί τα δύο ανταγωνιστικά κρατίδια, με σκοπό να επηρεάσει την πολιτική τους για δικό της όφελος. Δεδομένη επίσης πρέπει να θεωρείται η αντίδραση της Ρωσίας και άλλων δυνάμεων, στην εντονότερη πρόσδεση της Κύπρου στο Ευρωατλαντικό άρμα. Άλλωστε υπάρχουν ήδη δυνάμεις στην Κύπρο που θέλουν άλλο διεθνή προσανατολισμό για τη χώρα και επιδιώκουν την ισχυροποίηση του φιλορωσικού ρεύματος στο νησί.

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση της Ελλάδας και της Κύπρου, εκφράζονται υπέρ των εξελίξεων. Αυτό το γεγονός αντανακλά την ενιαία θέληση των ελίτ στις δύο χώρες – μεγαλομέτοχοι μονοπωλιακών ομίλων και οι κοινωνικοί τους δορυφόροι, να ενταχθεί η διαδικασία λύσης του κυπριακού στους Δυτικούς σχεδιασμούς.

Το «τυρί» και η «φάκα»

Το «τυρί» που πλασάρουν οι δύο κυβερνήσεις στον Κυπριακό λαό για να αποδεχτεί τη νέα κατάσταση, είναι η οικονομική ανάπτυξη του νησιού που θα ακολουθήσει τη λύση. Βεβαίως δε του λένε ότι και αυτή η ανάπτυξη θα είναι πάλι προς όφελος των ίδιων ελίτ. Πρόσθετα τα όποια οφέλη αποκομίσει ο λαός από αυτή θα είναι λιγοστά και όχι σταθερά, αφού η συγκεκριμένη ανάπτυξη θα είναι αναιμική και επισφαλής.

Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι πολιτικοί ιθύνοντες σε Ελλάδα και Κύπρο αποκρύπτουν από τους δύο λαούς, τη «φάκα» μέσα στην οποία βρίσκεται το «τυρί» της ανάπτυξης. Κρύβουν ότι οι οδυνηροί συμβιβασμοί της Κύπρου για την επίτευξη λύσης, που πραγματοποιούνται σε ένα εύφλεκτο και ασταθή διεθνή περιβάλλον, αντικειμενικά καθιστούν το νησί ως τη νέα πυριτιδαποθήκη της Αν. Μεσογείου.

Οι μόνες διαφωνίες που θέτουν Αθήνα και Λευκωσία (όπως στις δύο πενταμερή της Γενεύης και του Κράνς Μοντάνα), είναι η θέση τους για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και για την κατάργηση των παρεμβατικών δικαιωμάτων της Τουρκίας. Ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούν να πετύχουν τους συγκεκριμένους στόχους δείχνει ότι δεν είναι ειλικρινής ως προς αυτούς και ότι περισσότερο λεονταρίζουν για να ξεγελάσουν το εσωτερικό ακροατήριο.

Δε πρέπει να ξεχνάμε ότι Έλληνες και Κύπριοι αξιωματούχοι, ανάμεσα τους και ο κ. Κοτζιάς, έχουν δηλώσει ότι δεν είναι αρνητικοί στη σταδιακή αποχώριση των τουρκικών στρατευμάτων. Αποδέχονται δηλαδή το γεγονός πως και για ένα άγνωστο διάστημα μετά τη συμφωνία θα υπάρχει κατοχικός στρατός στο νησί. Επίσης συμφωνούν στην εσαεί παραμονή ενός μέρους του τουρκικού στρατού, μέσω της συμμετοχής του στο διεθνές στρατιωτικό σχήμα που θα εγγυάται την ασφάλεια της.

Εγκατάλειψη του ΟΗΕ

Παράλληλα οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, εγκαταλείπουν τον ΟΗΕ και αναζητούν λύση στο κυπριακό, μέσω σχήματος που περιλαμβάνει τις παλιές εγγυήτριες δυνάμεις και τις δύο κοινότητες. Τι άλλο σημαίνει αυτό πέρα από νεκρανάσταση της συνθήκης εγγυήσεως του 1960, που παρέχει επεμβατικά δικαιώματα στην Τουρκία; Το ζήτημα γίνεται πιο δυσάρεστο αν αναλογιστούμε ότι ο ΟΗΕ έχει αποφάσεις που καταδικάζουν την τουρκική εισβολή – κατοχή και καλούν σε άμεσο και χωρίς όρους τερματισμό της. Αντίθετα η πενταμερή υποβαθμίζει το ζήτημα της κατοχής σε διαμάχη δύο κοινοτήτων. Η νεκρανάσταση αυτής της συνθήκης από την ελληνική και την κυπριακή πλευρά, έδωσε το πάτημα στην Τουρκία να την επικαλείται,  ώστε να δηλώνει παρόν στη μοιρασιά των υδρογονανθράκων του νησιού και να δικαιολογεί τις επιθετικές της ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ.

Αναπάντεχα η χώρα που αντιδρά στη συγκεκριμένη λύση του  Κυπριακού είναι η Τουρκία. Το ζήτημα αυτό αντανακλά την επιθυμία της τουρκικής άρχουσας τάξης να κυριαρχήσει σε όλο το νησί. Είναι ενταγμένη στη γενικότερη προσπάθεια που καταβάλει, ώστε να αναβαθμιστεί από περιφερειακή σε παγκόσμια δύναμη.

Η στρατηγική της Τουρκίας

Η στρατηγική της Τουρκίας στην Κύπρο έχει τρεις ανικανοποίητους μέχρι σήμερα άξονες.

  • 1ον) Σταθερή στρατιωτική παρουσία.
  • 2ον) Διατήρηση επεμβατικών δικαιωμάτων.
  • 3ον) Επέκταση των 4 ελευθεριών της Ε.Ε και στους Τούρκους πολίτες που βρίσκονται στο νησί.

Η στρατηγική αυτή της Τουρκίας, συνδυασμένη με τις ενέργειες της σε άλλα σημεία του πλανήτη, την έχουν φέρει σε αντιπαράθεση με τους δυτικούς της συμμάχους. Αυτό το γεγονός έχει προκαλέσει την αισιόδοξη άποψη σε Αθήνα και Λευκωσία, ότι η Δύση θα ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της στο ζήτημα των στρατευμάτων και των εγγυήσεων. Το αίσθημα αυτό ενισχύθηκε από την αδιάλλακτη στάση που κράτησε η Τουρκία στο  Κράνς Μοντάνα, οδηγώντας την πενταμερή σε αποτυχία.

Η πραγματικότητα όμως δεν άργησε να διαψεύσει τις παραπάνω εκτιμήσεις. Η Δύση όπως και όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να παρακάμψουν την πολιτική, οικονομική, γεωστρατηγική και στρατιωτική σημασία που έχει η Τουρκία, για την πορεία των συνολικότερων σχεδιασμών τους στην περιοχή.

Έτσι ενώ αναμέναμε σύσσωμη η διεθνής κοινότητα να καταδικάσει την τουρκική αδιαλλαξία στον Κράνς Μοντάνα, αυτό το έπραξε για τους δικούς της λόγους μόνο η Αίγυπτος.

Αντίθετα ο ειδικός σύμβουλος του γ.γ. του ΟΗΕ για το κυπριακό Έσπεν Άιντε, σε συνέντευξη στο ΚΥΠΕ έκανε λόγο για “μια συλλογική αποτυχία”, η οποία “συμπεριλαμβάνει όλους όσοι ήταν εκεί”. Παράλληλα οι ΗΠΑ σε δήλωση στήριξης που έκαναν προς το δικαίωμα της Λευκωσίας να έρευνα την ΑΟΖ της ανέφεραν: ‘’Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι οι πόροι πετρελαίου και φυσικού αερίου του νησιού, όπως και όλοι οι πόροι του, θα πρέπει να κατανέμονται ακριβοδίκαια και μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης’’.

Τέλος δημοσιεύματα του κυπριακού τύπου αποκάλυψαν ότι ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν Φρανς Τίμερμανς, εξήγησε αναλυτικά στη διάσκεψη της Ελβετίας ότι το αίτημα της Τουρκίας για τις τέσσερις ελευθερίες –αποκλειστικά και μόνον στη Κύπρο– θα μπορούσε να ικανοποιηθεί.

Με δεδομένη την πολιτική πόλωση που έχει προκαλέσει στην Τουρκία το αποτέλεσα του δημοψηφίσματος του Απριλίου και οι επικείμενες εκλογές του 2019, όπου θα κριθεί το μέλλον του Ερντογάν, είναι απίθανη μια υποχώρηση της Άγκυρας στο Κυπριακό. Διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα μόνο εφόσον της δοθούν εντυπωσιακά ανταλλάγματα σε άλλα μέτωπα, κάτι που σήμερα φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο.

Καθώς λοιπόν η Δύση βιάζεται να λύσει το κυπριακό είναι αναμενόμενο να εντείνει τις πιέσεις προς όλες τις κατευθύνσεις. Από τη μια μεριά θα προσπαθεί να συνετίσει την Τουρκία και από την άλλη θα καλεί την ελληνική και την κυπριακή πλευρά σε μεγαλύτερες υπαναχωρήσεις. Μένει να δούμε ποια από τις δύο χώρες θα αντέξει περισσότερο σε αυτές τις πιέσεις.

Όπως και να έχει το επόμενο διάστημα και ιδιαίτερα μετά τις γερμανικές, της αυστριακές και τις κυπριακές εκλογές, οι διαπραγματεύσεις για το  Κυπριακό θα ενταθούν. Ωστόσο θα συνεχιστούν από το ίδιο αρνητικό, απαράδεκτο κα επικίνδυνο σημείο από το οποίο σταμάτησαν, εφόσον οι κυβερνώντες σε Ελλάδα και Κύπρο δεν έχουν σκοπό να αλλάξουν τροπάρι…