«ΘΕΑΤΡΟΝΟΜΩΝ» –ευτυχής- συνέχεια ή η ανατομία του γραφειοκρατικού φαινομένου

«ΘΕΑΤΡΟΝΟΜΩΝ»  –ευτυχής- συνέχεια ή η ανατομία του γραφειοκρατικού φαινομένου

ΘΕΑΤΡΟΝΟΜΟΙ-Το σακάκι που βελάζειΕν αρχή μία –οφειλόμενη- εξήγηση: Όσοι ασχολούνται με το γράψιμο θα με καταλάβουν. Ξεκινάς να γράψεις ένα κείμενο που φιλοδοξεί να καλύψει ένα επίκαιρο γεγονός, αλλά, στην πορεία, σού παρουσιάζονται ένα σωρό απρόβλεπτα και αναπότρεπτα εμπόδια. Έτσι, μερικές φορές, αναγκάζεσαι να εγκαταλείψεις την προσπάθεια, γιατί δεν έχει πια νόημα να συνεχίσεις. Κάτι τέτοιο μου συνέβη και μένα τον τελευταίο καιρό με τις δυο παραστάσεις των «ΘΕΑΤΡΟΝΟΜΩΝ» (Τετάρτη 29 και την Πέμπτη 30 Απριλίου 2015 στο Δημοτικό Θέατρο “Αστέρια”), με το έργο «ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ ΠΟΥ ΒΕΛΑΖΕΙ». Παρά ταύτα, επειδή πρόκειται για γεγονός που δεν χάνει την επικαιρότητά του, αλλά και τη σημασία του, επανέρχομαι αποφασισμένος αυτή τη φορά πάντως να ολοκληρώσω το ημιτελές εγχείρημα.

Μόλις που χρειάζεται να επαναλάβουμε την τετριμμένη αλλά πολλαπλά επιβεβαιωμένη διαπίστωση ότι μία θεατρική παράσταση, ιδίως σε καιρούς όπως οι σημερινοί, είναι ένα ξεχωριστό πολιτιστικό γεγονός, όχι μόνο γι’ αυτούς που με οποιονδήποτε τρόπο συνέβαλαν στο «στήσιμό» της, αλλά και για την ευρύτερη τοπική κοινωνία που για τους γνωστούς σε όλους μας λόγους δεν έχει και πολλές ευκαιρίες να παρακολουθεί. Και το γεγονός αυτό αποκτάει μεγαλύτερη αξία και απήχηση, όταν αυτοί που το δημιουργούν και μας το προσφέρουν δεν δραστηριοποιούνται επαγγελματικά τουλάχιστον στον οικείο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού εν γένει. Απλώς, αξιοποιώντας το φυσικό τους χάρισμα, προσέρχονται, από αγάπη προς την τέχνη (εν προκειμένω το θέατρο), να την υπηρετήσουν με το πάθος και την ευθύνη που θα την υπηρετούσαν ως επαγγελματίες του είδους.

Οι «ΘΕΑΤΡΟΝΟΜΟΙ», λοιπόν, η ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών, που ήδη διανύει αισίως το τέταρτο έτος της ύπαρξής της, πριν από ένα μήνα περίπου, ήρθε να μας εκπλήξει ευχάριστα για άλλη μια φορά με το θεατρικό έργο του Βούλγαρου θεατρικού συγγραφέα Στάνισλαβ Στρατίεβ «ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ ΠΟΥ ΒΕΛΑΖΕΙ». Ο τίτλος του έργου προδιαθέτει και για την υπόθεση του έργου. Γράφτηκε το έτος 1976 και πρωτοπαρουσιάστηκε το 1981. Παίχτηκε επί τρία χρόνια στη Σόφια και ακολούθησε τεράστια επίσης επιτυχία του έργου στη Μόσχα, στο Βουκουρέστι κ.ά., ενώ στην Ελλάδα παίχτηκε από το Αμφι-θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και στη συνέχεια από άλλους καταξιωμένους θιάσους. Και τώρα από τους δικούς μας «ΘΕΑΤΡΟΝΟΜΟΥΣ».

Θέμα του έργου είναι η γραφειοκρατία σε όλες τις –ενίοτε απίθανες- μορφές της, την οποία ο συγγραφέας καταγγέλλει ως ανοιχτή κοινωνική πληγή που ταλαιπωρεί τον πολίτη, κάθε φορά που αυτός μπλέκεται στα γρανάζια της. Ο ήρωας του έργου, θύμα αυτού του ασύμμετρου φαινομένου, υποχρεώνεται να πληρώσει φόρο για το πρόβατο που δήθεν εκτρέφει, επειδή τυχαίνει να διαθέτει ένα μαλλιαρό σακάκι. Ο παραλογισμός κάποιων δημοσίων υπαλλήλων, που τους συναντούμε παντού και υπηρετούν με ιδιαίτερο ζήλο και… ευσυνειδησία τη γραφειοκρατία, συνθλίβει τον πολίτη, ο οποίος αισθάνεται μόνος και ανυπεράσπιστος απέναντι σ’ αυτόν τον πολύμορφο και αδηφάγο μηχανισμό που θάλλει και ευδοκιμεί, λίγο έως πολύ, σε κάθε τόπο και χρόνο.

Το εν λόγω έργο θεωρείται ως από τα πιο εμβληματικά θεατρικά κείμενα που έχουν γραφτεί. Εξακολουθεί να παραμένει και σήμερα φρέσκο και τραγικά επίκαιρο, αφού θίγει, με τρόπο καίριο και ευθύβολο, μερικές από τις πανταχού και πάντα παρούσες παθογένειες των σύγχρονων κοινωνιών. Εννοείται και της δικής μας, παρά τις κατά καιρούς πομπώδεις, αλλά, εν τέλει, κενές περιεχομένου, εξαγγελίες των αρμοδίων περί περιορισμού του γραφειοκρατικού τέρατος.

Βγαίνοντας ο θεατής, μετά το τέλος της παράστασης από την αίθουσα, αισθάνεται ότι παρακολούθησε ένα μοναδικό μάθημα ανατομίας του γραφειοκρατικού φαινομένου. Όχι μόνο από ιστορικής απόψεως για το πόσο άψογα λειτουργούσε μία χώρα του πάλαι ποτέ «υπαρκτού» και ήδη αλήστου μνήμης σοσιαλισμού, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, και η δική του πολιτεία, η οποία, για να συμφιλιωθεί με τον πολίτη και να θεμελιώσει μία σχέση (αμοιβαίας) εμπιστοσύνης και ασφάλειας μαζί του, οφείλει να τολμήσει όλες εκείνες τις αναγκαίες παρεμβάσεις – τομές στη διοικητική πυραμίδα (και όχι μόνο), ώστε να μην βρισκόμαστε μπροστά σε ιλαρές καταστάσεις όπου το σακάκι εκτρέφεται και βελάζει και εν πάση περιπτώσει να μην χρειάζεται ο πολίτης να αποδεικνύει κάθε φορά που συναλλάσσεται με το κράτος και τις υπηρεσίες του ότι δεν είναι ελέφαντας ή εχθρός του.

Συντελεστές της παράστασης ήταν: Σκηνοθεσία – Μουσική και Σκηνική επιμέλεια: Χαράλαμπος Παυλίδης. Μετάφραση – Διασκευή: ΘΕΑΤΡΟΝΟΜΟΙ. Τους όλους ερμήνευσαν οι: Αλεξία Βαβαλέκα, Λιάνα Βλάση, Ελένη Δούκα, Χρύσα Ευφραιμίδου, Χριστίνα Κρέτση, Δέσποινα Μιγγιάνη, Μαρία Παπανίκου, Νικόδημος Σταυρίδης, Έλενα Τούσκα, Αγγέλα Χατζηϊωαννίδου. Ήταν όλοι τους υπέροχοι.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Σερρών έχει, νομίζω, κάθε λόγο να ενθαρρύνει και να στηρίζει με κάθε πρόσφορο τρόπο παρόμοιες προσπάθειες, γιατί ο δικηγόρος του σήμερα δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται στον -ολοένα και πιο προβληματικό άλλωστε- επαγγελματικό του μικρόκοσμο, αλλά πρέπει να συμμετέχει ενεργά στο γενικότερο κοινωνικό γίγνεσθαι. Χρειάζεται (και μπορούν) να γίνουν και άλλα σε περισσότερους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού, καθότι, σύμφωνα με την ευαγγελική ρήση «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Κατά Ματθαίον δ’ 4).

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι το τελικό αποτέλεσμα (και αυτής) της προσπάθειας – παράστασης δικαίωσε πλήρως τον μόχθο και τις προσδοκίες των συντελεστών της. Αψευδής μάρτυρας η πολυπληθής συμμετοχή του κοινού και βέβαια το θερμό του χειροκρότημα.

Θα ήταν σοβαρή και ασυγχώρητη παράλειψη αν δεν υπογραμμίζαμε το γεγονός ότι τα έσοδα της παράστασης (ένα εντελώς συμβολικό αντίτιμο) προσφέρθηκαν από τους συντελεστές στην οικογένεια του μικρού Σπύρου που πάσχει από σοβαρή ασθένεια. Μια χειρονομία ανθρωπιάς που, στους καιρούς, μας αποκτά ξεχωριστό ηθικό βάρος.

Εννοείται ότι παρόμοιες εκδηλώσεις, πέρα από τις στιγμές καλλιτεχνικής απόλαυσης που προσφέρουν στο κοινό, ασκούν επιπλέον και έναν παιδευτικό ρόλο, αφού το φέρνουν σε ζωντανή επαφή και το εξοικειώνουν με μια σπουδαία έκφραση της τέχνης (το θέατρο), εν πολλοίς και αδίκως παρεξηγημένη («αυτός έγινε θέατρο, ο άλλος παίζει θέατρο» κ.ο.κ.) και υποτιμημένη ακόμα και από αυτούς που, ως εκ της θέσεώς τους, οφείλουν να την υπερασπίζονται και να την προάγουν.

 ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

25/05/2015